
Ένα πολύ κοινό φυτό της ελληνικής φύσης και γενικότερα της Μεσογείου. Από την Πορτογαλία και το Μαρόκο μέχρι την Τουρκία και την Ιορδανία.Γνωστό από την αρχαιότητα (ως εύοσμον) όπου το χρησιμοποιούσαν ευρέως, το θεωρούσαν, μάλιστα, ισχυρό αφροδισιακό. Επίσης πολύ γνωστή στους Ρωμαίους.
Και ξαφνικά, λίγα χρόνια πριν έφθασε και στην Ελλάδα και καθιερώθηκε ως ένα μαστ σαλατικό ( μαζί με τα υλικά που γράψαμε παραπάνω), από τους σεφ των γκουρμέ εστιατόριων της Αθήνας. Αυτό δεν θα το θεωρούσα κατʼ ανάγκην κακό, αν δεν είχε αυτή την πολύ υψηλή τιμή το πιάτο με τα χοντροκομμένα φύλλα ρόκας.
Ίσως το πιο χαρακτηριστικό δείγμα νεοελληνικού μιμητισμού που αγνοεί στοιχειωδώς τη χλωρίδα της πατρίδας του και τη χρυσοπληρώνει σε ένα κυριλέ εστιατόριο.Ένα αυτοφυές φυτό, που όπου και αν θελήσει κάποιος να το καλλιεργήσει μόνος του, σε γλάστρα ή σε κήπο θα μαζέψει τη ρόκα της ζωής του. Η καταγωγή της είναι από τη Νοτιοανατολική Ασία, όμως φύεται ή καλλιεργείται στις περιοχές της Μεσογείου και στη Βόρειο Αμερική. Είναι χειμωνιάτικο φυτό, ενώ ανθίζει από τον Μάρτιο έως τον Ιούνιο. Έχει πικάντικη, πιπεράτη και αρωματική γεύση. Η άγρια ρόκα έχει πιο πιπεράτη και πιο έντονη γεύση από την καλλιεργούμενη. Από τους σπόρους της λαμβάνεται ένα ελαφρώς καυστικό έλαιο, το οποίο χρησιμοποιείται για φαρμακευτικούς λόγους. Τι προσέχουμε όταν αγοράζουμε: Προτιμούμε την άγρια ρόκα από την καλλιεργημένη, εάν θέλουμε πιο πιπεράτη γεύση. Προσέχουμε τα φύλλα της να μην έχουν τρυπούλες, να είναι δροσερά και φρέσκα (πριν βγάλει άνθη). Τη διατηρούμε στη συντήρηση του ψυγείου, σε μικρά ματσάκια, μέσα σε πλαστική σακούλα, για 3-4 ημέρες.

