Του Αλέκου Α. Ανδρικάκη [email protected]

«Θαρώ δεν θα αργήσει η μέρα που θα μιληθούνε μαζί τα ονόματα των δυό Κρητικών: του Καζαντζάκη και του Γκρέκο- οι δυό ανήμερες αρπαχτικές ψυχές»

Μια κριτική – υπεράσπιση, δείγμα αφοσίωσης του 18χρονου Παντελή Πρεβελάκη στον αμφισβητούμενο ακόμη Νίκο Καζαντζάκη, με αφορμή την αρχική δημοσίευση της «Ασκητικής» και την πρώτη έκδοση του «Νικηφόρου Φωκά»


Είναι η εποχή που ο Νίκος Καζαντζάκης δεν έχει ακόμη εντελώς επιβληθεί ως κορυφαίος διανοητής και συγγραφέας. Είναι η περίοδος που πολλοί διανοούμενοι, ακόμη και της θεωρούμενης προοδευτικής πλευράς, τον αμφισβητούν έντονα, έχουν μια αρνητική, ακόμη και εχθρική, απέναντί του στάση.

Η πρώτη δημοσίευση, στα 1927, της «Ασκητικής», της ανολοκλήρωτης, ακόμη, φιλοσοφικής διακήρυξής του και η τραγωδία, με τη μορφή στίχων, «Νικηφόρος Φωκάς» που εκδίδει αμέσως μετά, τον ίδιο πάντα χρόνο, δεν τον επιβάλλουν αμέσως στο μάλλον εχθρικό περιβάλλον. Την ύπαρξη αυτής της αμφισβήτησης στο έργο και τη σκέψη του Καζαντζάκη θα παραδεχτεί αργότερα κι η Έλλη Αλεξίου, η οποία θα γράψει το 1966 στο έργο της «Καζαντζάκης και Πρεβελάκης»: «Χτυπιόταν από πολλές μεριές – και νομίζω πως η παθιασμένη ανθελληνική στάση του, που εκδηλώνεται συχνά και με κάθε ευκαιρία, “ενθάδε κείται Ρωμιός που σιχαινόταν τους Ρωμιούς”, είναι μια μορφή άμυνας, μια αντεπίθεσή του στην εχθρική, τη γεμάτη κακεντρέχεια στάση των περισσοτέρων διανοουμένων απέναντί του».



Η συνάντηση Καζαντζάκη- Πρεβελάκη

Κι όμως εκείνη την εποχή ένα νέο παιδί, ένας φοιτητής της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών, συμπατριώτης του Καζαντζάκη, που ακόμη δεν έχει «μπουσουλήσει» στη λογοτεχνία, θα μπει με θάρρος μπροστά για να υπερασπιστεί τον «γέροντά του», όπως θα χαρακτηρίσει ο ίδιος αργότερα τον μεγάλο διανοητή, αναγνωρίζοντάς τον ως τον πνευματικό καθοδηγητή του. Ο νεαρός, μόλις 18 χρόνων, δεν είναι άλλος από τον Παντελή Πρεβελάκη. Οι δυό τους έχουν γνωριστεί τον Νοέμβριο του 1926. Θα δεθούν με μια παντοτινή φιλία και εκτίμηση, μʼ έναν πνευματικό δεσμό, που θα διακοπεί μόνο με το θάνατο του Καζαντζάκη, στις 26 Οκτωβρίου 1957. Ο Πρεβελάκης θα φοιτήσει ως μαθητής δίπλα στο δάσκαλο, θα πάρει όσα μπορεί από τον μεγάλο φίλο και καθοδηγητή του, αλλά και θα του δώσει, σε μια σχέση αμοιβαιότητας. Αργότερα, ο Καζαντζάκης θα προστρέχει συχνά στα κείμενα του Πρεβελάκη, θα τα συμβουλεύεται και θα ημερεύει την ψυχή του στα χρόνια της δικής του ξενιτιάς. Και πάλι η Έλλη Αλεξίου, με πολύ αιχμηρό τρόπο, θα αναγνωρίσει αυτή τη σχέση, θεωρώντας την περίπου υποτακτική στάση του Πρεβελάκη προς τον Καζαντζάκη. «Κάτω απʼ αυτές τις συνθήκες (σ.«Π»: την εχθρική αντιμετώπιση των διανοουμένων στα 1926-1927, που περιγράφει η ίδια στην προηγούμενη αναφορά), μέσα σʼ αυτό κλίμα, ένα νεαρό παιδί παρουσιάζεται, που σαν καλογεροπαίδι, με θρησκευτική ευλάβεια, μπαίνει στην υπηρεσία του ηγούμενου. Απορεί κανείς με την ανεξάντλητη αφοσίωση, με την υπομονή, με την υποταγή του Πρεβελάκη στα ατελεύτητα θελήματα του ηγούμενου»

Κι ακόμη: «Πώς άνθεξε; Πώς μπόρεσε επί σαράντα χρόνια να ανταποκρίνεται αδιαμαρτύρητα σʼ αυτό το φοβερό και συνεχιζόμενο απαιτητολόγιο; Και γιατί;».

Αλλού, με το ίδιο πάντα ύφος θα προσθέσει η Έλλη Αλεξίου: «Πιστεύαμε πως μεγάλο ποσοστό στην επιβολή του Καζαντζάκη μέσα κʼ έξω απʼ την Ελλάδα χρωστιόταν στην Ελένη (σ. «Π»: την Ελένη Σαμίου, δεύτερη σύζυγο του Καζαντζάκη, για την οποία εκείνος εγκατέλειψε τη Γαλάτεια, αδελφή της Έλλης). Τώρα καλά γνωρίζομε πως ηρωικός συμπαραστάτης του – ηρωικός γιατί του παραστάθηκε άνευ αμοιβής, μόνο με θυσίες- υπήρξε και ο Πρεβελάκης. Ο Καζαντζάκης επανειλημμένα τού τονίζει πως του απόμεινε ο μοναδικός και πως άλλον δεν έχει να τον βοηθήσει…»

Οι αναφορές της Έλλης θα συμπληρωθούν με μια σκληρή, όπως ομολογεί η ίδια, διαπίστωση. «Από τα παλιά χρόνια – σημειώνει- μας απόμειναν μερικές σοφίες: “Συν Αθηνά και χείρα κίνει”. Εδώ δεν κινείται μόνο το χέρι. Διπλασιάστηκε η ίδια η Αθηνά. Γίνανε δύο. Η μία είναι η δημιουργός και η άλλη ο πλασιέ της πρώτης. Σκληρή διαπίστωση αλλά αυταπόδεικτη»…

Ο ίδιος ο Πρεβελάκης θα γράψει αργότερα για τη σχέση του με τον Καζαντζάκη: «Τον έχω μπροστά μου τριάντα ένα χρόνια…Τον αγάπησα…Ταξιδέψαμε μαζί, φάγαμε ψωμί κι αλάτι μαζί, νηστέψαμε μαζί… Θα μπορούσα να τον αφηγηθώ μέρα με τη μέρα σε ένα Απομνημόνευμα. Να του ρίχνω κάθε τόσο μια ματιά, νʼ ακούω τη φωνή του, να καταγράφω καμιά πράξη ή κάποια από τις αντιδράσεις του…»

Σχεδόν ένα χρόνο μετά τη γνωριμία τους, ο Παντελής Πρεβελάκης θα δημοσιεύσει ένα εξαιρετικό και ώριμο λογοτεχνικά – παρά τα 18 χρόνια του- κείμενο με αφορμή τη δημοσίευση της «Ασκητικής» και την κυκλοφορία του «Νικηφόρου Φωκά». Όταν γράφει την αναφορά του έχει στα χέρια του όχι μόνο όσα έχουν δημοσιευτεί, αλλά και αδημοσίευτα έργα του Καζαντζάκη, όπως μας πληροφορεί ο ίδιος. Κι αυτό δεν είναι τίποτε άλλο παρά η απόδειξη της πλήρους εμπιστοσύνης που του έδειξε από την πρώτη στιγμή ο Καζαντζάκης.

Ουσιαστικά στην κριτική του παίρνει αφορμή απʼ τα δύο νέα έργα του Καζαντζάκη, αλλά και από τα αδημοσίευτα που γνωρίζει, για να ασχοληθεί στην πραγματικότητα με τον μέντορά του, να τον περιγράψει και να τον παρουσιάσει αληθινά στο κοινό, χωρίς τις κακεντρέχειες και την αρνητική επιρροή των διανοουμένων, που περιέγραψε η Έλλη Αλεξίου. Τον Δεκέμβριο του 1927 θα γράψει στο περιοδικό «Αναγέννηση» του Δημήτρη Γληνού το κριτικό του κείμενο, ένα διθύραμβο για την σκέψη του Καζαντζάκη. Η «Ασκητική» δεν είχε ακόμη εκδοθεί. Είχε δημοσιευτεί σε συνέχειες στην «Αναγέννηση», τον Ιούλιο και τον Αύγουστο του ίδιου χρόνου και κυκλοφόρησε σʼ ένα ανάτυπο του περιοδικού. Στην τελική μορφή της η «Ασκητική», με την προσθήκη του τελευταίου κεφαλαίου «Σιγή» αλλά και με πολλές νέες επεξεργασίες, θα κυκλοφορήσει το 1945. Μετά την πρώτη δημοσίευση του φιλοσοφικού του έργου, θα εκδώσει και τον «Νικηφόρο Φωκά», την «Ασκητική βαλμένη σε στίχους και μορφή θεατρική», όπως έγραψε επίσης στην «Αναγέννηση» το 1927, δίπλα στην κριτική του Πρεβελάκη, ένας άλλος μεγάλος λογοτέχνης, ο Βασίλης Ρώτας.

Όταν ο νεαρός Ρεθυμνιώτης Παντελής Πρεβελάκης δημοσιεύει την κριτική του, ένα από τα πρώτα κείμενά του, δηλαδή, γράφει ακόμη μόνο σκόρπια κείμενα και συνεργάζεται στη σύνταξη του «Εγκυκλοπαιδικού Λεξικού» του Κ. Ελευθερουδάκη. Την πρώτη λογοτεχνική του παρουσία θα την κάνει έναν χρόνο αργότερα, τον Δεκέμβριο του 1928, με το επύλλιο «Στρατιώτες».



Η κριτική-υπεράσπιση στα δύο έργα και στον Καζαντζάκη

«Για να κρίνεις το έργο του Καζαντζάκη οφείλεις να μιλήσεις για τον ίδιο το δημιουργό», ξεκαθαρίζει αμέσως από την αρχή ο Πρεβελάκης. Γιατί – προσθέτει- στα έργα του ζει ολάκερος ο εαυτός του, μια ψυχή ανήσυχη, ανήμερη και πονετική. Ο Νικηφόρος Φωκάς είναι μια μάσκα που σκεπάζει την εκστατική, ορμητική ψυχή του Καζαντζάκη. Ανεβαίνει, κατεβαίνει τη φριχτή σκάλα του χαμού και της σωτηρίας, μαζί με τον ήρωά του, ο δημιουργός. Χύνεται αδιάκοπα, ανένδοτα, προς ένα τραχύ ανήφορο με βουβή αγωνία κι αφήνει κραυγές ξοπίσω του σαν απλοκαμούς νʼ αδράξει τους αδερφούς του και να τους σώσει».

«Ο Καζαντζάκης», γράφει ακόμη «δεν διαφέρει στα έργα του. Όλα είναι μια τρικυμία, μια συναρπαγή, ένα ανυπόμονο φτερούγισμα, μια φευγαλέα ματιά, ένας αγώνας απελπισμένος να κάμει νεύμα στους σύντροφους της μάχης».

Για την «Ασκητική» τονίζει ότι μιλάει ο ίδιος ο Καζαντζάκης «με τη θρησκευτική, απρόσκοφτη ειλικρίνεια της εξομολόγησης. Είναι ο Ζαρατούστρας που κατεβαίνει από το βουνό, ύστερα από τη μακρόχρονη γόνιμη άσκηση, γιομάτος σοφία, πλημμυρισμένος συμπόνεση κι αγάπη. Κατεβαίνει σα Θεός για να κηρύξει μʼ έξαλλη πίστη το μεγάλο χρέος».

«Πνιγμένος από το στενό, ακίνητο αέρα του υλισμού– προσθέτει, προσπαθώντας να ανακαλύψει το σκοπό μα και το χρέος του Καζαντζάκη και να απαντήσει έτσι στις αμφισβητήσεις σε βάρος του- ανικανοποίητος από το γλυκύ ιδεαλισμό, μάχεται να βρει απάντηση, σε νέα σύνθεση, στα θεμελιακά, γεμάτα αγωνία, προβλήματα, που ζει ειλικρινά, με καρδιά ζεστή, ο ίδιος. Με το μυαλό νηφάλιο, “ακροποδίζει τρέμοντας” μπρος στην άβυσο τούτη, και με εγκαρτέρηση, με βουβή αποφασιστικότητα, με άσκηση συντάζει τις δύναμες του κι αντικρίζει το τρομαχτικό πρόβλημα. Βρίσκει, χωρίς ίλιγγο, τη λύση και κηρύχνει το Δεκάλογό του».

Ο «Νικηφόρος Φωκάς», η ποιητική τραγωδία με θεατρική μορφή, αναφέρεται στο τέλος του Βυζαντινού αυτοκράτορα και απελευθερωτή του Χάνδακα από τους Σαρακηνούς. Περιγράφονται οι συγκρούσεις, οι συνωμοσίες, αλλά και η αλαζονική συμπεριφορά του, απέναντι ακόμη και στον Χριστό τον οποίο οραματίστηκε. Και μετά έρχεται το τέλος, το αναπόφευκτο και μοιραίο, που πραγματεύεται ο Καζαντζάκης με το έργο αυτό. «Η ιδέα της εφήμερης μάταιης παρουσίας μας στη γη κυβερνάει το ποίημα αυτό», γράφει χαρακτηριστικά στο νεανικό κριτικό του κείμενο ο Πρεβελάκης. «Ο ήρωας τούτος», σημειώνει «που σηκώνει στους ώμους του μια σειρά νίκες στην Κιλικία, στην Κρήτη, στην Κύπρο, στη Συρία, στη Βουλγαρία, παντούθε, όπου κατέβασε το βαρύ χέρι του, τρέμει σα φύλλο κάτω από το ατάραχο μάτι της μοίρας και του Θεού του, που τον “βαραίνει” σα μυλόπετρα».

Και για να απαντήσει μια και καλή στην αμφισβήτηση προς το έργο και τη σκέψη του Καζαντζάκη, που εκφραζόταν ακόμη και στις αμέσως προηγούμενες από το δικό του κείμενο σελίδες της «Αναγέννησης», με την κριτική που δημοσίευσε ο Βασίλης Ρώτας και στην οποία καλούσε τον Καζαντζάκη «νʼ απαρνηθεί τον εαυτό του ολότελα και να μας δώσει τέχνη», ο Πρεβελάκης κατέληγε με πάσα βεβαιότητα για τη μεγάλη αξία του δημιουργού της «Ασκητικής» και του «Νικηφόρου Φωκά»: «Θαρώ δεν θα αργήσει η μέρα που θα μιληθούνε μαζί τα ονόματα των δυό Κρητικών: του Καζαντζάκη και του Γκρέκο- οι δυό ανήμερες αρπαχτικές ψυχές».

Ακολουθεί ολόκληρο το σημείωμα του Παντελή Πρεβελάκη στη σελίδα 15.