Eπιμέλεια Άννα Κωνσταντουλάκη

Λάτρης της πεζοπορίας στο λιμενοβραχίονα είναι ο Άρης, που από μικρός έχει συνηθίσει την καθημερινή του βόλτα στο λιμάνι παρέα πάντα με το αφεντικό του, Βαγγέλη Μπροφίδη και τη σύζυγό του.

Ο Άρης που κυκλοφορεί τα βράδια με φωτεινό λουράκι που αναβοσβήνει για να τον διακρίνουν οι ποδηλάτες, έχει κερδίσει την αγάπη όλης της οικογένειας αλλά έχει κάνει κι ένα σωρό τετράποδους φίλους στην παραλιακή. Ο Βαγγέλης Μπροφίδης μας γράφει την ιστορία του.

«Με τα σκυλιά δεν είχα καμιά ιδιαίτερη ευαισθησία και μπορώ να πω ότι απορροφημένος με το γρήγορο καθημερινό ρυθμό της ζωής, ήμουν μάλλον αδιάφορος. Βέβαια, από μικρός ήμουν εξοικειωμένος, γιατί πάντα η μάνα μου «υιοθετούσε» κάποιο μικρόσωμο θηλυκό (οπωσδήποτε άσπρο), το βάφτιζε «Μπέτυ» κι΄αυτό περίπου σαν «ημιαδέσποτο», ζούσε στην αυλή μας, κοιμόταν όπου έβρισκε, έτρωγε τα αποφάγια μας και έκανε βόλτα μόνο του στη γειτονιά. Μέσα μου όμως, «κάτι» με έτρωγε με το θέμα αυτό, ιδιαίτερα όταν διαπίστωσα ότι πάντα με πλησίαζαν αδέσποτα με χαρούμενη διάθεση και συχνά-πυκνά έπιανα τον εαυτό μου να παίζει μαζί τους. Όσο για τη γυναίκα μου, η εικόνα που είχε ήταν εντελώς αρνητική, λόγω μιας τραυματικής εμπειρίας που είχε μικρή, με ένα σκυλί στο χωριό της.

Αυτά, ώσπου μια μέρα γυρνώντας από το γραφείο, μπροστά από ένα Pet Shop, το μάτι μου έπεσε σ΄ένα κλουβί με τρία μικρά σκυλάκια. Ήταν θυμάμαι δυο άσπρα «μαλτεζάκια» και ένα «διαφορετικό» άσπρο, με μεγάλες μαύρες βούλες, που έπαιζαν χαρούμενα. Πλησίασα στο κλουβί και το τρίτο, το «διαφορετικό», αμέσως ήλθε κοντά μου και τότε ένιωσα για πρώτη φορά, τη γλυκιά τσιμπιά από τα μικρά σαν καρφίτσες δοντάκια του στο δάκτυλο μου.

Αυτό ήταν! Από τότε κάθε μέρα ανυπομονούσα να περάσω την ίδια ώρα να χαιρετήσω το «φίλο» μου στο κλουβί και να παίξω μαζί του! Παράλληλα, ωρίμαζε μέσα μου η ιδέα να τον αγοράσω. Όμως η γυναίκα μου ήταν ανένδοτη: «αν φέρεις σκυλί, να φύγεις από το σπίτι!». Έτσι μια μέρα, αφού πρώτα χρειάστηκε (εγώ που δεν έπινα ποτέ), να πιω σχεδόν ένα καραφάκι ρακί και με τη προτροπή ενός καλού συναδέλφου «αφού το θέλεις, πήγαινε πάρτο!», πήρα την απόφαση και μπήκα στο μαγαζί.

Καταστροφή! Ο υπεύθυνος μου είπε ότι το σκυλάκι είχε ήδη πουληθεί και θα έλθουν να το πάρουν σε λίγο. Τον παρακάλεσα πολύ, του εξήγησα τη κατάσταση και τότε (για καλή μου τύχη), ο άνθρωπος που το αγόρασε, τηλεφώνησε και είπε ότι θα ερχόταν να το πάρει την επομένη γιατί του έτυχε κάποια δουλειά. Έτσι με τα πολλά, αφού είδε και τη κατάσταση που βρισκόμουν, δέχτηκε να μου το δώσει δοκιμαστικά για μια μέρα, με τη συμφωνία όμως ότι αν καθυστερούσα έστω και μια ώρα, δεν θα μου επέστρεφε τα χρήματα.

Συμφώνησα αμέσως, πλήρωσα 30.000 δρχ., το έβγαλε από το κλουβί, του φόρεσε ένα μεγάλο δερμάτινο λουρί και μια βαριά σιδερένια αλυσίδα και μου το έδωσε! Ένιωσα θυμάμαι, σαν μικρό παιδί που τραβάει από το σκοινί το καινούργιο μικρό του αυτοκινητάκι! Βέβαια, το αυτοκινητάκι τσουλάει ομαλά στις ρόδες του, το σκυλάκι όμως δεν ήξερε να περπατά, δεν μπορούσε να κατέβει ούτε ένα σκαλοπάτι και επιπλέον η αλυσίδα βάραινε στο λαιμό του. Έτσι βρέθηκα να σέρνω στο δρόμο ένα κουτάβι μικρό όσο η παλάμη του χεριού μου, που με κοίταζε απορημένο. Τα έχασα! Τελικά το πήρα αγκαλιά και πήγα στο σπίτι.

Η υποδοχή ήταν λίγο πολύ αναμενόμενη. Τα παιδιά το δέχτηκαν με χαρά, αλλά η γυναίκα μου αντέδρασε αμέσως και ιδιαίτερα έφριξε όταν τα σκυλάκι «έβρεξε» το καινούργιο μας χαλί στο σαλόνι. Ηρέμησε κάπως, μόνο όταν της εξήγησα ότι ήταν επί δοκιμή για μια ημέρα. Όλη νύχτα τη πέρασε σε μια γωνιά χωρίς να φάει, ή να πιει τίποτα και την επομένη, έπρεπε να πάρουμε τη μεγάλη απόφαση! Φορέσαμε πάλι στο κουτάβι τη στολή του «καταδίκου» με το λουρί και την αλυσίδα, περάσαμε την άκρη στο χερούλι της εξώπορτας και συγκεντρωθήκαμε γύρω του για να αποφασίσουμε!



“Όχι σκυλί στο διαμέρισμα!”



Η γυναίκα μου ήταν και πάλι ανένδοτη: «όχι σκυλί στο διαμέρισμα!». Εγώ αντίθετα επέμενα να το κρατήσουμε, το ίδιο και η κόρη μας. Η τύχη του τώρα εξαρτιόταν αποκλειστικά από την απόφαση του γιου μας, που διπλωματικά έσκυψε και του είπε: «εγώ σε θέλω, όμως η μαμά..». Αυτό ήταν! Η ψήφος κρίθηκε θετική, αμέσως βγήκε η απόφαση και ο Άρης εκείνο το πρωινό του 1999, μπήκε στη ζωή μας! Το πρώτο καιρό ήταν πολύ φοβισμένος, με ακολουθούσε παντού αμίλητος, σε σημείο μάλιστα που αναγκάστηκα να τον πάω στο γιατρό, γιατί νόμιζα ότι είναι μουγκός! Όσο για όνομα, προσωρινά τον αποκαλούσα «έλα ρε!» και με τα πολλά το «έλα ρε – έλα ρε», έγινε Άρης!

Αρχίσαμε να του βγάζουμε φωτογραφίες, τον πηγαίναμε στο γιατρό, τον αφήναμε να κοιμάται στο κρεβάτι μας και το καθημερινό μας «περπάτημα» στο μώλο, του έγινε η πιο αγαπημένη συνήθεια! Μέσα μου, άλλαζαν πολλά. Έβλεπα και διάβαζα με μεγάλο ενδιαφέρον ό,τι έχει σχέση με σκυλιά. Έγινα πιο ευαίσθητος, άρχισα να λυπάμαι τις πατημένες από τα αυτοκίνητα γάτες και τα χτυπημένα σκυλιά στην εθνική. Δεν μου φαινόταν πια γραφικοί, όσοι έβγαζαν βόλτα το σκυλί τους, αλλά αντίθετα, συχνά έπιανα κουβέντα μαζί τους, αφού ο Άρης έκανε συνεχώς καινούργιους φίλους.

Από τότε πέρασαν κιόλας έντεκα υπέροχα χρόνια! Τα παιδιά μεγάλωσαν, μαζί και ο Άρης, ή Ρούλης ή Ρουλάκος, που απέκτησε προσωπικότητα και έγινε η τράπεζα των συναισθημάτων όλης της οικογενείας. Ότι καταθέτουμε, το κωδικοποιεί, το επεξεργάζεται και μας το επιστρέφει πλουσιοπάροχα, με δικαιοσύνη και ανθρώπινη σοφία. Ξέρει να διορθώνει και να στρογγυλεύει τις εντάσεις, με εκείνο το χαμόγελο της συγκατάβασης και της επαναφοράς στη τάξη. Δεν είναι η προβολή των δικών μας σκέψεων, ή των επιθυμιών μας, η στάση του! Ο ίδιος άλλωστε (με την επάρκεια ειδικού στον αυτοέλεγχο), μας δίδαξε τους κώδικες: την «ευθύνη» και την «χωρίς αντάλλαγμα αγάπη », σαν μοναδική διέξοδο στη σχέση μεταξύ μας, αλλά και με τους άλλους. Αντίστοιχα φέρεται και στα ζώα, αλλά και στους ανθρώπους της γειτονιάς. Σαν να διαβάζει στα μάτια των παιδιών, των ηλικιωμένων, των ιμίαιμων αλλά και των «ράτσας» φίλων του, την ανάγκη για αγάπη, στοργή και συμπόνια και τους το δείχνει με τη διαβάθμιση του κουνήματος της ουράς του!

Ο φόβος όμως που είχε από μικρό, του έχει μείνει και ίσως να φταίει γι΄αυτό η παραμονή του στο Pet Shop. Δεν θέλει να μένει μόνος του, το Πάσχα φοβάται τα βαρελότα και κρύβεται κάτω από το τραπέζι. Δεν πλησιάζει εύκολα τους ανθρώπους, αλλά αντίθετα δεν έχει κανένα πρόβλημα με τα άλλα σκυλιά, ακόμα κι αν αυτά είναι πολύ επιθετικά. Από τη βόλτα στο μώλο απέκτησε πολλούς φίλους, την «Ελίνα», τον «Κόκκινο Μαξ», την «Κίρκη», τη «Ζήρα», τον «Ευριπίδη»..

Τελευταία ταξιδεύω συχνά και μου λείπει η παρουσία του. Πώς να ξεχάσεις άλλωστε, αυτά τα μάτια; Σ΄ένα ταξίδι του αγόρασα ένα φωτεινό λουράκι και από τότε, τον «φωτεινούλη» του όπως το λέμε, δεν το αποχωρίζεται ποτέ στη καθημερινή νυκτερινή βόλτα μας στο μώλο. Όλοι τον προσέχουν, κι΄αυτός καμαρώνει ακούγοντας τα καλά λόγια που του λένε. Ο λιμενοβραχίονας έγινε πια το δεύτερο σπίτι του! Είναι η μεγάλη μας αυλή, που τη γνωρίζει πιθαμή προς πιθαμή. Εκεί συναντά τους φίλους του, αλλά και ανθρώπους που τον αγαπούν. Και δικαιολογημένα, μετά από έντεκα χρόνια καθημερινής παρουσίας, μπορεί πια να φέρει επάξια το τίτλο «Ο ΑΡΗΣ ΤΟΥ ΛΙΜΕΝΟΒΡΑΧΙΟΝΑ !».