Αʼ
“Ετσι σας θέλω... μπράβο σας, γενναίοι Ταρταρίνοι,
εκείνον τον βομβαρδισμόν καθένας θα τον κρίνη
ως αληθούς πολιτισμού κατόρθωμα γιγάντειον,
κιʼ εκείνο το παληόσκυλο, που βόσκει ʽστο Βυζάντιον,
τους Καίσαρας της Δύσεως θα τους χειροκροτήση
κιʼ ανδραγαθίας τρόπαια μές ʽστο Γιλδίζ θα στήση.
Τώρα τωόντι ʽδείξατε ʽστον κόσμο τι σημαίνει
Ευρώπη μια φορά,
τώρα που των Δυνάμεων οι στόλοι δοξασμένοι
ʽστης Κρήτης τα νερά
ρίχνουν το κράτος του σταυρού, του μιαρού τυράννου,
και το φεγγάρι προσκυνούν ιπποτικού Σουλτάνου.
Τώρα και σεις εδείξατε προς τον πλανήτην όλον
το τί θα ʽπή βομβαρδισμός των ηνωμένων στόλων,
τώρα ʽψηλά μεσουρανεί
της Δύσεως η φήμη,
τώρα καθένας προσκυνεί
της Πόλις το ψοφήμι.
Χαίρετε, τέκνα του σταυρού κιʼ ιππόται σταυροφόροι,
χαίρε, Φραγκιά Χριστιανή με Χριστομάχου δόρυ,
που για τον γαληνότατο της Πόλις μακελλάρη
ετούρκεψες κιʼ εφόρεσες πασούμι και σαλβάρι.
Πολιτισμέναις Φράγκισαις, γυναίκες της προόδου,
που νύκτα ʽμέρα λούζεσθε στʼ αρώματα του ρόδου,
βγάλετε πια τα Φράγκικα και βάλτε φερετζέδες
κιʼ οι Φράγκοι σας εγίνηκαν του Πατισάχ τζουτζέδες.
Ευρώπη, μάννα των λαών, Χριστιανή γυναίκα,
προσκύνα μές ʽστη Μεδινά, προσκύνα μές ʽστη Μέκκα,
Ευρώπη με τα τρόπαια και τα περίσσια κάλλη
αυτό το καρναβάλι
σωστή Χανούμ επρόβαλες με το σταυρό ʽστο χέρι
και μπήγεις στους Χριστιανούς χασάπικο μαχαίρι.
Ευρώπη, που ʽβομβάρδισες την πολεμάρχα Κρήτη,
τρέξε και στήσε τον σταυρό ʽστον τάφο του Προφήτη,
και το βρακί της Φατουμάς να κυματίζη τώρα
ʽστα τρομερά σου τρίκροτα και ʽστα θωρακοφόρα.
Ευρώπη, ʽμπρός ʽτα μάτια μας με το σαλβάρι διάβα,
έλα ʽξαναμβομβάρδισε την δύστυχη την σκλάβα,
και της σημαίας σκόπευε και κτύπα το κοντάρι
και ξάπλωνʼ αιματόφυρτα των δούλων τα κορμιά,
ως να φυτρώση κόκκινο μια ʽμέρα το χορτάρι
μές ʽστην αιματοπότιστη της σκλάβας ερημιά.
Επάνω ʽστα κεφάλια μας της μπόμπαις σας σκορπάτε
και του Χριστού της Εκκλησιαίς αλάθευτα κτυπάτε.
Κτύπα, προστάτις των λαών, των αλυτρώτων σώτειρα,
της δοξασμένης πίστεως το κράτος επατήθη,
γκρέμισε κάτω τους σταυρούς και δός τα δισκοπότηρα
να τα κοπρίσουν άφθονα του Πατισάχ τα πλήθη.
Ολα κάτω πέρα πέρα,
δέστε στόλο και στρατό
κιʼ ας γεμίση τον αέρα
πολεμάρχων βογγητό.
Ρίχτε κάτω τάρματά σας,
κλίνετε τα γόνατά σας
ʽστους ιππότας της τιμής
κιʼ ας τουρκέψωμε κιʼ εμείς.
Δόξα νάχη κιʼ ο Σουλτάνος,
τόνομά του προσκυνώ,
κάθε της Ευρώπης κράνος
σκύβει ʽμπρός του ταπεινό.
Σκύφτε, Φράγκοι παλληκάρια,
ʽστην Μεγαλειότητά του,
και ʽστʼ αυτιά σας κρεμαστάρια
βάλτε τώρα τάπαυτά του.
Τα χαρέμια του φρουρείτε
σαν ευνούχοι του φρουροί,
τον Σουλτάνο σας χαρήτε,
μα κιʼαυτός να σας χαρή.
Εμπα, Φρα΄γκα, ʽστον οντά του
με τσακίσματα πολλά,
κιʼ όλο πρόσεχε καλά
την ακεραιότητά του.
Πρόσεχε, Χανούμ Ευρώπη,
και μια τρίχα του μην πάθη,
κιʼ έτσι πάν χαμένʼ οι κόποι
και ταυγά με το καλάθι.
Δείγματα θερμής αγάπης
κάθε Καίσαρ ας του δίνη,
κιʼ ο σακάτικος χασάπης
κλάσμʼ ακέραιον ας μείνη.
Αγρυπνείτε της ειρήνης
λυσσασμένοι βαρδιατόροι
ʽστου Καλίφη το πλευρό,
κιʼ ας φωνάζη Μουεζίνης
πως ιππόται σταυροφόροι
πολεμούνε τον σταυρό.
Βʼ
Οποίος άθλος θαυμαστός!... τί θρίαμβος κιʼ εκείνος,
που γαυριά και χαίρει
των Γερμανών ο Κάϊζερ και κάθε Ταρταρίνος
με το σπαθί ʽστο χέρι,
πάς θιασώτης της σπουδής, της τέχνης, της παιδείας,
που κυματίζει ʽπίσω του μακρύς ζουρλομανδύας.
ʽΣτας δάφνας του βομβαρδισμού την κεφαλήν του κλίνει
κλωτσοπατεί σαν σκύβαλο το γένος των Ελλήνων,
και μέσʼ από το στόμα του βομβαρδισμούς ακούεις
και μπάμ και μπούμ βαρυβροντά,
και προς εκείνον απαντά
εκείνο το λυσσάρικο σκυλί της Φρειδιξρούης.
Αφροκοπούν τα χείλη του και ʽβρίζει λωποδύτας
τους πολεμάρχους Κρήτας,
και σφίγγει λάζο κοφτερό ʽστα δηό του τα ξεράδια
κιʼ ορμά να σφάξη κάμποσα των Κρητικών κουράδια.
Τα Πρωσσικά τα λάβαρα και των Βρανδεμβουργείων
ραντίζει μʼ αίματα Κρητών μια χέρα ʽματωμένη,
κιʼ από της Κρήτης έξαφνα προβάλλει το σφαγείον
και μια σημαία γαλανή και κατατρυπημένη,
εκείνη που ʽβομβάρδισαν του Κάϊζερ οι στόλοι
κιʼ ηλάλαξαν την νίκην των των ουρανών οι θόλοι.
Ο Κάϊζερ της τρύπαις της μετρά περιχαρής
και δείχνει προς τους Πρώσσους του το λάφυρον της Κρήτης,
και δεύτερος ακούεται βομβαρδισμός βαρύς
κιʼ άλλας σημαίας Κρητικάς σαρόνʼ η μελανίτις.
Ο Κάϊζερ των Γερμανών δεν είναι παίξε γέλα
και βάρδʼ από φουρνέλα.
Ο Κάϊζερ των Γερμανών
με Πρωσσικό κανόνι
κιʼ αυτήν την γήν των Αθηνών
θα μας την κάνη σκόνη.
Βαρέθηκε της δόξαις σου και τάθλα τα ʽδικά του,
τον Κάϊζερ τον έσφιξαν τα φεγγαριάτικά του,
και θέλει και τον Πειραιά να βομβαρδοβολήση
και πέτρα ʽστο Ρωμαίϊκο γερή να μην αφήση.
Θέλει να γίνη Μόμμιος, θέλει να γίνη Σύλλας,
να βομβαρδίση τους βωμούς και των ναών τας πύλας,
εκ θεμελίων σύμπασαν να σκάψη την Ελλάδα
κιʼ αρχαιολόγους Γερμανούς να στείλη ʽστην Παλλάδα,
τους σωριασμένους κατά γής να βλέπουν Παρθενώνας
και τους σπονδύλους να μετρούν της καθεμιάς κολώνας.
Μα μέσα ʽστʼ άλλα ξαφνικά να βομβαρδίση θέλει
και τον κανάγια τον Ερμή του παληο-Πραξιτέλη,
και με την μελανίτιδα κιʼ αυτόν να μελανώση
κιʼ ο Κούρτιος νʼ αναστηθή και να τον στεφανώση.
Θέλει να δώση μάθημα ʽστον Ελληνα τον βάνδαλον,
που κάθε τόσο γίνεται των Ευρωπαίων σκάνδαλον,
θέλει γυμνόν να τον ιδή κιʼ αιμόρυφτον επαίτην
εμπρός ʽστον μέγαν Κάϊζερ, τον μουσικόν συνθέτην,
οποόυ με τας συνθέσεις του και τον Μπετόβεν ʽπέρασε
κιʼ ο Πατισάχ ο φίλος του της άκουσε κιʼ εξέρασε.
Μη, Πριγκήπισσα Σοφία, πολυλάτρευτο καμάρι,
μη παράπονο σε πάρη.
Ακου λόγους της Αυγούστας, της σεπτής σου της μητρός,
βλέπε την σκιάν εκείνην του μεγάλου σου πατρός.
Ω φιλόσοφʼ εστεμμένε
πόσα μάτια δεν σε κλαίνε,
μα σιμόνεις, Φρειδερίκε, και την κόρην ευλογείς,
που βασίλισσα θα γίνη της βομβαρδισμένης γης.
Μα και σεις, λεπτοί Γαλάται,
με τους Γερμανούς ελάτε,
και τσακίστε με μυδράλια
τα Ρωμαίϊκα κεφάλια.
Κιʼ ύστερα σʼ αυτά τα μέρη,
κέντρο κάθε μουσολάτρου,
νάλθουν προσφιλείς εταίροι
του Παρισινού θεάτρου
να διδάξουν τραγωδίας,
κιʼ άνω σχώμεν τας καρδίας
προς τʼ αρχαία μεγαλεία,
του βομβαρδισμού Γαλλία.
Πέστε ʽστον Μουνέ Σουλλύ
να μη σφίγγγεται πολύ,
κιʼ ίσως, φίλοι μας ιππόται,
κουκουβάγιαις εύρη τότε
ʽστα χαλάσματα να κλαίνε
και βομβαρδισμούς να λένε.
Κιʼ εκεί παρά τον Ιλισσόν καθίσαντες αφώνως
καθώς εις άλλον ποταμόν της πάλαι Βαβυλώνος,
να κλαύσετε να κλαύσετε με πάθος γοερόν
ως που να πλημμυρήσετε το ρεύμα το ξηρόν
εν τω μνησθήναι της πολλής των οβουζίων λύσσης
και της ευκλείας της σεπτής της ερειπιωθείσης,
κατόπιν δε των στεναγμών και του μεγάλου θρήνου
να στέψετε τας κεφαλάς με στέφανον κοτίνου.
Γʼ
Σύρτε ʽστο γέρο διάβολο... φτού σας και πάλι φτού σας...
εσείς εβομβαρδίσατε τους ίδιους εαυτούς σας.
Σύρτε ʽστο γέρο διάβολο, προστάται μας μεγάλοι,
κι αυτό το καρναβάλι
της ιπποσύνης της τρανής τρανοί παλληκαράδες
και των σκυλιών του Πατισχά ʽγινήκαν μασκαράδες.
Σύρτε ʽστο γέρο διάβολο...φτού σας και πάλι φτού σας...
εσείς εβομβαρδίσατε τους ίδιους εαυτούς σας.
Χαίρετε, φίλοι Καίσαρες... τα λαμπερά σας στέμματα
παρηγοριαίς μας δίνουν...
θάψετε της πορφύραις σας μέσα σε σκλάβων αίματα
πιο κόκκιναις να γίνουν.
Χαρήτε, φίλοι Καίσαρες, του μέλλοντος ελπίδες,
ας γίνουν τα κουφάρια μας των θρόνων σας βαθμίδες,
και τούτο το κατόρθωμα το μέγα ʽστα μεγάλα
κιʼ άλλο διαμάντι ζηλευτό θα βάλη μέσα ʽστʼ άλλα
της θείας σας κορώνας
να λάμπη ʽστους αιώνας.
Δʼ
Καρναβάλι ʽφετεινό δίχως γλέντια, δίχως μπάλους,
μασκαρεύουν οι μικροί τους ιππότας τους μεγάλους.
Πολεμάρχων σπεύδει στίφος
και μαστίγιον και ξίφος
Αίαντος μαστιγοφόρου
δείχνω ʽστον Καρνάβαλο,
και γελώ με του Βοσπόρου
το παληοσαράβαλο.
Τί Καρνάβαλος κιʼ αυτός δίχως γλέντια, δίχως μπάλους,
μασκαρεύουν οι μικροί τους ιππότας τους μεγάλους.
Σκεπτικός στεφάνια πλέκει
ʽστης Ευρώπης τους σφαγείς,
το φεγγάρι ʽπάνω στέκει
κιʼ ο σταυρός των κατά γής.
Βλέπω μπράτσο την Τουρκιά
με την δούλα τη Φραγκιά,
και γυρίζει και γυρίζει
κιʼ αίμʼ ανθρώπινο μυρίζει.
Βλέπω στέμματα γενναία
νʼ αδελφώνωνται μαζί
με τον έξαλλον φονέα,
που φονεύει για να ζή.
Τι Καρνάβαλος αλήθεια
δίχως γλέντια, δίχως μπάλους,
εμασκάρεψαν οι δούλοι τους
σωτήρας τους μεγάλους.
Τι Καρνάβαλος αλήθεια,
τι πρωτοφανής σκηνή!...
με την μάσκα της ειρήνης
μακελλάρηδες τρανοί
αντί σκήπτρων εις τα χέρια
δίκοπα βαστούν μαχαίρια.
Πήδα, Δύσις μοσχομάγκα,
χόρευε, καμήλα Φράγκα,
την ειρήνη ψάρευε
και για ʽμας παζάρευε.
Αίμα πάλι πλημμυρίζει,
χόρευε, Καρνάβαλε,
η Φραγκιά μας βομβαρδίζει
και μαζί μας τάβαλε.
Την παληά μου την βελλάδα
σχίζω και ποδοπατώ,
κιʼ Αμαζόνα την Ελλάδα
υπερήφανον κυττώ.
Την σημαίαν της στηλόνει,
και σε κάθε κανονιά,
που την ρίχνει μʼ απονιά,
γαλανότερη ʽψηλόνει.
Το γαλάζιο το πανάκι, που σκονίστηκʼ εκεί πέρα
και το γκρέμισαν η μπόμπαις απʼ την άκρη του βουνού,
ανυψόνεται και φθάνει δοξασμένο ʽστον αιθέρα
ως πού γίνεται κομμάτι του γαλάζιου τʼ ουρανού.
Σύρτε, Φράγκοι, ʽστα κομμάτια, κιʼ η φρικτή σας μελανίτις,
που σαρόνει τους σταυρούς μας και τα λάβαρα της Κρήτης,
μια παντοτενή μουντζούρα για τα μούτρα σας θα γίνη,
που κανείς δεν θα την σβύνη.

