Ενώ η δίκη των κατηγορουμένων για συμμετοχή στη 17Ν βαδίζει προς το τέλος της, αποφεύγοντας τον πειρασμό να κάνω προβλέψεις, θα ήθελα να σταθώ σε δύο – τρία σημεία που νομίζω ότι έδωσαν και το στίγμα της.
Πρώτα-πρώτα η δίκη αυτή είναι δίκη απολογιών και προανακριτικών καταθέσεων και όχι δίκη μαρτύρων ή πειστηρίων, για τη συντριπτική πλειοψηφία τουλάχιστον των κατηγορουμένων, όσον αφορά τα τελευταία. Οι μεν μάρτυρες κατηγορίας υπέπεσαν σε πλήθος αντιφάσεων, που παρά τις αγωνιώδεις προσπάθειες της έδρας να εκμαιεύσει αναγνωρίσεις με ποσοστό βεβαιότητας (με αποτέλεσμα να έχουμε πρωτοφανείς διαλόγους για το αν αναγνωρίζει ο μάρτυρας τον δράστη κάποιας ενέργειας σε ποσοστό 60 ή 70%), δεν καλύφθηκαν, ενώ οι μάρτυρες υπερασπίσεως είτε προέρχονταν από τους τόπους καταγωγής των κατηγορουμένων και δεν γνώριζαν πολλά για τη μετέπειτα πορεία τους, είτε μίλησαν για το πολιτικό στίγμα της οργάνωσης και την εποχή που δημιουργήθηκε, χωρίς να προσθέσουν κάτι για την αντίκρουση συγκεκριμένων κατηγοριών (και πώς θα μπορούσαν άλλωστε;). Έτσι κατά μεγάλο μέρος η απόφαση του Δικαστηρίου θα στηριχθεί στις προανακριτικές καταθέσεις του Σάββα Ξηρού, που ελήφθησαν κάτω από συνθήκες που αποτελούν στίγμα για το νομικό, και όχι μόνο, πολιτισμό μας, σ’ αυτές ορισμένων εκ των συγκατηγορουμένων του, που παρά το ότι ανακλήθηκαν ως προϊόντα πιέσεων, εξακολουθούν, όπως φαίνεται, να θεωρούνται αξιόπιστες, με το αμφιβόλου αξίας επιχείρημα ότι η “17Ν” επανασυστάθηκε μέσα στη φυλακή και στις ομολογίες των κατηγορουμένων που συναλλάχθηκαν με τις διωκτικές αρχές για να εξασφαλίσουν τα «ευεργετήματα» του τρομονόμου.
Η διαδικασία όμως ακόμη είχε σαν αποτέλεσμα να καταρρεύσει η συνωμοσιολογική θεωρία για την οργάνωση που είχε προσβάσεις σε υψηλό επίπεδο στον κρατικό μηχανισμό ή ήταν δημιούργημα των Μυστικών Υπηρεσιών ή είχε διαβρωθεί από αυτές και διάφορες άλλες παρεμφερείς. Αποδείχθηκε ότι με πολύ απλά μέσα και εκμεταλλευόμενοι τη γενική χαλάρωση των λειτουργιών του κρατικού μηχανισμού και τον προσανατολισμό των διωκτικών αρχών σ’ αυτούς που επώνυμα και δημόσια αμφισβητούσαν το σύστημα, μια ομάδα ανθρώπων για 27 χρόνια αχρήστευσε κάθε μέθοδο που χρησιμοποιήθηκε για την εξάρθρωση της.
Τέλος, όχι μόνο από την απολογία του Δημήτρη Κουφοντίνα, αλλά κυρίως από τις ερωτήσεις της Έδρας στους μάρτυρες υπερασπίσεως και τα σχόλια της για το είδος και το επίπεδο δημοκρατίας στη χώρα μας, καταδείχθηκε ο πολιτικός χαρακτήρας της δίκης αυτής και ότι η “17Ν” ήταν μια οργάνωση που (εσφαλμένα) θεωρούσε ότι με τις ενέργειες της θα έθετε σε κίνηση μια διαδικασία που στην κατάληξη της θα είχε σαν αποτέλεσμα την αλλαγή του κοινωνικοπολιτικού συστήματος και την αντικατάσταση του μ’ ένα σύστημα αυτοδιαχειριζόμενου σοσιαλισμού με στοιχεία άμεσης δημοκρατίας.
Η δίκη αυτή ξεκίνησε μέσα σε ασφυκτικό νομικό πλαίσιο για τους κατηγορούμενους, στο οποίο αναφέρθηκα από τη στήλη αυτή σε προηγούμενο σημείωμα μου και τελειώνει μέσα σ’ ένα κλίμα αφόρητων πιέσεων προς τη χώρα μας με πρόσχημα την ασφάλεια των Ολυμπιακών Αγώνων κι ενώ ήδη ετοιμάζεται ο τρομονόμος Νο2. Έχω την αίσθηση ότι το αποτέλεσμα της δίκης, αν στηριχθεί τελικά στα όσα προανέφερα, θα αφήσει μια πικρή γεύση και στους συγγενείς των θυμάτων, ενώ σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα θα διαπιστώσουμε το εύρος των πληγμάτων που επέφερε η δίκη αυτή στα ανθρώπινα δικαιώματα, στο νομικό μας πολιτισμό και στην «ανεκτική» δημοκρατία μας.

