Η άποψη μου είναι ότι ήδη οι εφέτες έχουν περίπου εντοπίσει “το ποσοστό” συμμετοχής του καθένα από τους κατηγορούμενους για συμμετοχή στην τρομοκρατική οργάνωση “17Ν”. Εκεί όπου ακόμα ίσως δεν έχουν καταλήξει είναι η στοιχειοθέτηση της ηθικής αυτουργίας του Αλέξανδρου Γιωτόπουλου στην τέλεση των αδικημάτων με την νομική υπαγωγή συγκεκριμένων πράξεών του σε διατάξεις του Ποινικού Κώδικα.

Βέβαια ο υπογράφων το παρόν κάνει το συγκεκριμένο σχόλιο ανήμερα της με πολύ ενδιαφέρον αναμενόμενης απολογίας του Αλέξανδρου Γιωτόπουλου.

Ωστόσο ο κατά πολλούς αρχηγός της “17Ν” ακολουθεί μια υπερασπιστική γραμμή που κατά τη γνώμη μου δύσκολα θα παρεκκλίνει στο τέλος και έχει να κάνει βέβαια με την παντελή άρνηση σε ό,τι του καταλογίζεται. Με δεδομένα λοιπόν αυτά πρέπει κανείς να δει ποιά είναι εκείνα τα στοιχεία που τεκμηριώνουν την ηθική αυτουργία σε ένα έγκλημα. Το άρθρο 46 του Π.Κ. ρητά αναφέρει ότι “με την ποινή του αυτουργού τιμωρείται επίσης: α) όποιος με πρόθεση προκάλεσε την απόφαση σε άλλον να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε...”.

Από την παραπάνω διάταξη συνάγεται ότι η ηθική αυτουργία αντιμετωπίζεται από τον Ελληνα νομοθέτη αν όχι αυστηρότερα αλλά εξίσου αυστηρά με την πράξη του φυσικού αυτουργού και αυτό διότι η ηθική αυτουργία αποτελεί την γενεσιουργό αιτία της εγκληματικής πράξης, αφού αυτή δημιουργεί και κατευθύνει τον δράστη στο εγκληματικό αποτέλεσμα. Οταν οι κατηγορούμενοι για συμμετοχή στη “17Ν” έδωσαν προανακριτικές καταθέσεις ανεπηρέαστοι από οποιαδήποτε παρεμβολή και μίλησαν “με το χέρι στην καρδιά” οι περισσότεροι αναφέρθηκαν στον περιβόητο “Λάμπρο” (που στη συνέχεια αναγνωρίστηκε στο πρόσωπο του Αλέξανδρου Γιωτόπουλου) ο οποίος με την προσωπικότητα και την επιβλητικότητα του κατάφερνε να κατευθύνει τις εγκληματικές πράξεις όπου αυτός ήθελε χωρίς να αμφισβητείται από κανένα.

Είναι επομένως πολύ σημαντικό οι εφέτες να εφαρμόσουν κατά γράμμα την αρχή της ελεύθερης εκτίμησης των αποδείξεων που το άρθρο 177 Κ.Π.Δ. παραθέτει με τόση ευκρίνεια προκειμένου να “αποφασίσουν κατά την πεποίθησή τους, ακολουθώντας την φωνή της συνείδησής τους και οδηγούμενοι από την απροσωπόληπτη κρίση...”

Οσον αφορά το θέμα της αποδείξεως της ενοχής των συγκατηγορουμένων με βάση την ενοχοποιητική κατάθεση συγκατηγορούμενου υπάρχει η διάταξη του άρθρου 211 Α Κ.Π.Δ. η οποία αναφέρει ότι “Μόνη η μαρτυρική κατάθεση ή απολογία προσώπου συγκατηγορούμενου για την ίδια πράξη δεν είναι αρκετή για την καταδίκη του κατηγορούμενου”. Αυτό σημαίνει ότι κατά τη γνώμη μου θα πρέπει πλέον του “καρφώματος” του συγκατηγορούμενου να υπάρχει τουλάχιστον ένα ακόμα αποδεικτικό μέσο. Πολλοί έχουν ομολογήσει τις πράξεις τους κατά την προανακριτική διαδικασία ενώ σε άλλους βρέθηκαν δακτυλικά αποτυπώματα στις λεγόμενες “γιάφκες”. Θέλω να πω με αυτό ότι όταν η ενοχή του κατηγορουμένου προκύπτει από ένα συνδυασμό ενοχοποιητικών αποδείξεων και όχι μόνο από μια μαρτυρική κατάθεση συγκατηγορουμένου, τότε αυτός ο συνδυασμός είναι αρκετός για να δημιουργήσει πλήρη δικανική πεποίθηση στους εφέτες και να τους οδηγήσει στην έκδοση καταδικαστικής απόφασης.