Της
Αννας Κωνσταντουλάκη
“Πριν ξεσπάσει η παγκόσμια οικονομική κρίση, ο ελληνικός τουρισμός είχε ήδη έντονα σημεία παθογένειας”, υπογράμμισε ο πρώην υπουργός Τουρισμού Νίκος Σκουλάς, στην ομιλία του στα πλαίσια της εκδήλωσης Πανόραμα κρητικών προϊόντων τουρισμού και πολιτισμού.
Οπως είπε, η στροφή στον τουρισμό ποιότητας είναι πλέον μονόδρομος. Σύμφωνα με τις επισημάνσεις του κ. Σκουλά, τα σοβαρά αυτά διαρθρωτικά προβλήματα, σταδιακά τον οδήγησαν σε απώλεια του ανταγωνιστικού του πλεονεκτήματος, από άποψη σχέσης αξίας-τιμής, συγκριτικά με τους νέους ανταγωνιστές στην περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου, που για το ίδιο μαζικό, παραθεριστικό και εποχικό τουριστικό προϊόν έχουν πολύ χαμηλότερο κόστος παραγωγής, και επομένως πολύ χαμηλότερη τιμή.
Ο κ. Σκουλάς σημειώνει ότι: “Εμφανή συμπτώματα αυτής της παθογένειας είναι η συρρίκνωση της τουριστικής περιόδου, η μείωση της διαπραγματευτικής μας ικανότητας-που εκδηλώνεται με φαινόμενα όπως οι στάσιμες ή μειούμενες τιμές, αλλά και η σταθερή υποβάθμιση του οικονομικού και κοινωνικού προφίλ του μέσου τουρίστα.
Δυστυχώς, τονίζει, τόσο οι αναπτυγμένες παραδοσιακές χώρες προέλευσης του ελληνικού τουρισμού (Γερμανοί και Βρετανοί αποτελούν το ήμισυ περίπου των τουριστικών μας αφίξεων), όσο και οι αναδυόμενες αγορές, βρίσκονται στο επίκεντρο της οικονομικής κρίσης με διογκούμενη ανεργία, συρρίκνωση εισοδημάτων και πολύ υψηλό δείκτη ανασφάλειας και αβεβαιότητας των κατοίκων τους.
Ένα πρόσθετο πρόβλημα είναι η υποτίμηση των νομισμάτων πολλών από τις χώρες-μέλη της Ε.Ε, εκτός Ευρωζώνης και της Ανατολικής Ευρώπης καθώς και των ανταγωνιστών μας στην Ανατολική Μεσόγειο. Αυτό κάνει ακριβό το τουριστικό μας προϊόν για τους πελάτες μας απʼ αυτές τις χώρες και φθηνότερο το προϊόν των ανταγωνιστών μας.
Κάτω απʼ αυτές τις δυσμενείς συνθήκες, κατά τη γνώμη μου, μόνη πιθανή οδός διαφυγής, είναι η προσέλκυση τουριστών πολύ υψηλών προδιαγραφών και εισοδημάτων που δεν πλήττονται ιδιαίτερα από την κρίση”.
Ο ίδιος, υπογράμμισε ότι επείγει η επανατοποθέτησή μας στη διεθνή και στην εγχώρια τουριστική αγορά, με μια πιο σύνθετη και ποιοτικά αναβαθμισμένη προσφορά που θα απευθύνεται σε πιο ενημερωμένους, πιο εκλεκτικούς, πιο απαιτητικούς και πιο εύπορους τουρίστες, για 12 μήνες το χρόνο.
Επεσήμανε ακόμη τα εξής: “Αυτό προϋποθέτει τη σταδιακή αλλά σύντομη, κατά το δυνατόν, μετάβαση από τον μαζικό, παραθεριστικό τουρισμό της παραλίας, (ο οποίος πάντως θα συνεχίσει να είναι ένα από τα βασικά μας προϊόντα), στον θεματικό – εναλλακτικό τουρισμό. Οι ειδικές μορφές τουρισμού, ιδιαίτερα οι ήπιες μορφές μπορούν να συμβάλουν σε μεγάλο βαθμό στη σύνθεση και προσφορά μιας συνολικής εμπειρίας στον φιλοξενούμενο επισκέπτη. Πρέπει όμως να πάψουμε απλά να απαριθμούμε τις διάφορες εναλλακτικές μορφές τουρισμού και να τους προσδώσουμε συγκεκριμένο και ουσιαστικό περιεχόμενο καθώς τις εντάσσουμε σε ολοκληρωμένα προγράμματα.
Η τουριστική και η εν γένει οικονομική ανάπτυξη της Κρήτης, πρέπει να βασίζεται στην αρχή της αειφορίας και της «πράσινης οικονομίας» με μέτρα προστασίας του φυσικού και δομημένου περιβάλλοντος, με έμφαση στις εναλλακτικές μορφές ενέργειας (αιολική ενέργεια, φωτοβολταϊκά, γεωθερμία, κ.λπ).
Η πράσινη ανάπτυξη είναι μια νέου είδους πρωτοποριακή ανάπτυξη όπου το περιβάλλον, η ποιότητα και ο σεβασμός στον άνθρωπο δεν είναι απλά μια παράμετρος ή μια ακόμα τομεακή πολιτική αλλά ο κύριος άξονας και η βάση ενός ολοκληρωμένου εναλλακτικού αναπτυξιακού σχεδίου της χώρας στην παγκοσμιοποιημένη οικονομία.
Πρέπει όλοι να κατανοήσουμε ότι η τουριστική ανάπτυξη και η προστασία και ανάδειξη του περιβάλλοντος, της πολιτιστικής μας κληρονομιάς αλλά και της σύγχρονης πολιτιστικής παραγωγής, αποτελούν στόχους που όχι μόνο δεν αποκλείονται αμοιβαίως αλλά αντιθέτως, δρουν συμπληρωματικά και αλληλοενισχύονται.
Στην πράξη, ο πολιτισμός μας, οι ανθρώπινες αξίες, ο τρόπος ζωής του λαού μας, το περιβάλλον και η προστατευμένη φύση, αποτελούν τους βασικούς πόρους πάνω στους οποίους στηρίζεται ο Τουρισμός για την μακροπρόθεσμη οικονομική του ανάπτυξη.
Αυτή η αντίληψη, καθιστά αναγκαία, τόσο την ύπαρξη και καλλιέργεια μιας περιβαλλοντικής ευαισθησίας η οποία θα διατρέχει τις πολιτικές του τουρισμού, όσο και τις παράλληλες ενέργειες αξιοποίησης των πολιτιστικών και φυσικών πόρων της χώρας προς όφελος του τουρισμού”.

