
Στις υψηλές εκπτώσεις επί των τιμολογίων χονδρικής πώλησης, οι οποίες μάλλον βρίσκονται στο απυρόβλητο των ελεγκτικών Aρχών, «κρύβεται», όσο κι αν αυτό φαίνεται απίστευτο, η…λύση του «μυστηρίου» της τεράστιας διαφοράς μεταξύ των τιμών παραγωγού και καταναλωτή στο ελαιόλαδο, όπως και σε άλλα βασικά είδη διατροφής. Τα πράγματα είναι απλά: Οι επιχειρήσεις χονδρικής πώλησης τυποποιημένου ελαιόλαδου διαθέτουν καταλόγους με τις τιμές των προϊόντων τους επί των οποίων κάνουν εκπτώσεις μέχρι και 45%, αλλά οι μεγάλες αλυσίδες σούπερ μάρκετ τιμολογούν βάσει των αρχικών καταλόγων. Οι έλεγχοι γίνονται βάσει επίσης των αρχικών τιμοκαταλόγων (χωρίς τις εκπτώσεις) και οι αλυσίδες βγαίνουν…λάδι, αναφορικά με τα κέρδη τους.
Έτσι ξεκινά ένας φαύλος κύκλος ο οποίος δημιουργεί τεράστιες στρεβλώσεις στην αγορά, σε βάρος των καταναλωτών και των παραγωγών.
Η αγωνία των επιχειρήσεων να μπουν στις “αλυσίδες”
Το θέμα φαίνεται θεωρητικά απλό, αλλά στην υλοποίηση του είναι αρκετά σύνθετο και εμπεριέχει πολλές πτυχές..
Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή:
Όλοι το γνωρίζουν ότι από τα σούπερ μάρκετ αγοράζουν οι καταναλωτές της χώρας μας. Εκεί γίνονται οι μεγάλες πωλήσεις. Για το λόγο αυτό, όλοι οι τυποποιητές ελαιόλαδου και γενικότερα τροφίμων και ποτών, μικροί – μεγάλοι, επιδιώκουν να τοποθετηθούν σε περίοπτη θέση στα ράφια των αλυσίδων.
Κι όπως είναι επόμενο, τα σούπερ μάρκετ εκμεταλλεύονται προς το συμφέρον τους αυτή την κατάσταση. Ζητούν λοιπόν στην αρχική τοποθέτηση ποσά από 50 έως 500 ευρώ (μεγάλος όγκος επικεντρώνεται σε ποσά 100-150 ευρώ) ανά κωδικό και ανά κατάστημα. Έστω λοιπόν ότι μία εταιρεία τυποποίησης ελαιόλαδου θέλει να διαθέσει 5 κωδικούς σε 10 καταστήματα μίας αλυσίδας. Υποχρεώνεται λοιπόν να καταβάλει πριν την τοποθέτηση ποσό ύψους 150 ευρώ ανά κωδικό και ανά κατάστημα δηλαδή (150Χ5Χ10) 7.500 ευρώ. Αυτά τα χρήματα θα χάσει η εταιρεία αν δεν πωλούνται τα προϊόντα της.
Πολλοί προμηθευτές αλυσίδων σούπερ μάρκετ έχουν κατά καιρούς διαμαρτυρηθεί, δημόσια ή κατ΄ ιδίαν στους διευθυντές των πολυκαταστημάτων, αλλά μέχρι τώρα δεν υπήρξε αποτέλεσμα.
Το…μυστικό των εκπτώσεων
Όταν λοιπόν οι εταιρείες καταφέρουν να κεντρίσουν το ενδιαφέρον των πολυκαταστημάτων, τότε ξεκινά το μεγάλο παζάρι με τις εκπτώσεις.
Όπως προαναφέρθηκε, το «κλειδί» της μεγάλης υπόθεσης με την «ψαλίδα» μεταξύ τιμών παραγωγού και καταναλωτή βρίσκεται στις εκπτώσεις.
Οι συνήθεις τιμές χονδρικής πώλησης ανά λίτρο του έξτρα παρθένου ελαιόλαδου βάσει των επίσημων τιμοκαταλόγων κινούνται μεταξύ 3,40 και 3,80 ευρώ συν ΦΠΑ 9%. Βάσει αυτών των τιμών, οι αλυσίδες βάζουν ένα ποσοστό κέρδους και ορίζουν τις τιμές λιανικής πώλησης. Για παράδειγμα, εάν η τιμή καταλόγου είναι 3,80 ευρώ, το ποσοστό μικτού κέρδους που βάζει ένα σούπερ μάρκετ είναι 15% τότε η τιμή λιανικής πώλησης συμπεριλαμβανομένου και του ΦΠΑ 9% διαμορφώνεται στα 4,76 ευρώ ανά λίτρο (3,80Χ15%Χ9%). Σε περίπτωση που μία αλυσίδα ορίσει ποσοστό μικτού κέρδους το 20%, τότε η τιμή λιανικής πώλησης, συμπεριλαμβανομένου ΦΠΑ 9% διαμορφώνεται στα 5 ευρώ ανά λίτρο.
Αλλά, εκτός από τους επίσημους τιμοκαταλόγους των επιχειρήσεων τυποποίησης και εμφιάλωσης ελαιόλαδου, υπάρχουν και οι εκπτώσεις. Αξίζει να σημειωθεί ότι το ποσοστό των εκπτώσεων κυμαίνεται από 18% έως 45%! Το μεγαλύτερο εύρος όμως είναι μεταξύ 20% και 30%. Επί των τιμών των καταλόγων λοιπόν, οι εταιρείες εμφιάλωσης κάνουν έκπτωση σε αυτά τα επίπεδα. Κατά συνέπεια λοιπόν, αντίστοιχη είναι και η αύξηση του ποσοστού μικτού κέρδους των σούπερ μάρκετ. Αν για παράδειγμα μία αλυσίδα είχε αρχικά 15% ποσοστό μικτού κέρδους, με μία έκπτωση της τάξεως του 30%, το ποσοστό αυξάνεται σε 45%! Αν σε αυτά προστεθεί ΦΠΑ 9%, τότε τα παραπάνω χρήματα που πληρώνουν οι καταναλωτές (για το σούπερ μάρκετ και το κράτος) επί των αρχικών τιμών ανέρχονται σε ποσοστό 54%!
Πέρυσι πολλοί ήταν όσοι διαμαρτυρήθηκαν επειδή δεν περνούν οι εκπτώσεις από τους ελέγχους των αρμοδίων υπηρεσιών. Η ΠΑΣΕΓΕΣ μάλιστα είχε ζητήσει να θεσμοθετηθεί νόμος, βάσει του οποίου οι προμηθευτές να στέλνουν πέραν των επίσημων τιμοκαταλόγων και τα ποσοστά έκπτωσης, ώστε να γίνονται οι έλεγχοι. Και θεσμοθετήθηκε. Αλλά δυστυχώς οι προμηθευτές δεν τα στέλνουν…. «Όποιος στείλει στο Υπουργείο τα ποσοστά έκπτωσης, είναι αυθημερόν εκτός σούπερ μάρκετ» σχολίαζε χθες μιλώντας στην «Π» ένας επιχειρηματίας τυποποίησης ελαιόλαδου.
(Είναι άλλωστε γνωστή στους κύκλους της αγοράς η υπόθεση της διακοπής προμηθειών αναψυκτικών τύπου cola από μεγάλη αλυσίδα, επειδή, όπως ψιθυρίζονταν τότε, η εταιρεία δε δεχόταν αύξηση της έκπτωσης κατά 3% που της ζητούσε το πολυκατάστημα).
Τα τιμολόγια λοιπόν που συνοδεύουν τις παραδόσεις του ελαιόλαδου, είναι διατυπωμένα βάσει των επίσημων τιμοκαταλόγων χωρίς να περιλαμβάνουν την έκπτωση. Και στο τέλος κάθε μήνα εκδίδονται από τις επιχειρήσεις τυποποίησης ελαιόλαδου προς τα σούπερ μάρκετ και τα λεγόμενα πιστωτικά τιμολόγια, όπου περιλαμβάνονται και οι εκπτώσεις. Βλέπουν άραγε οι ελεγκτικές υπηρεσίες και τα πιστωτικά τιμολόγια; Αυτό είναι άγνωστο.
Πώς «αντιστέκονται» οι προμηθευτές
Όπως προαναφέρθηκε, οι συνήθεις τιμές χονδρικής πώλησης των μονόλιτρων συσκευασιών κυμαίνονται μεταξύ των 3,40 και 3,80 ευρώ το λίτρο συν ΦΠΑ.
Φαίνεται λοιπόν ξεκάθαρα ότι βάσει των επίσημων τιμοκαταλόγων υπάρχει «ψαλίδα» μεταξύ των τιμών παραγωγού και των τιμών χονδρικής πώλησης.
Συγκεκριμένα, μέσα στις συσκευασίες του έξτρα παρθένου λαδιού, υπάρχει προϊόν που έχει αποκτηθεί σε φετινές τιμές (τώρα στα ράφια είναι φετινά λάδια) από 1,70 έως 2 ευρώ (ανάλογα με την οξύτητα). Αν λοιπόν η τιμή κτήσης είναι κατά μέσο όρο 1,80 ευρώ, τότε μέχρι τα 3,80 ευρώ (χονδρικής πώλησης) υπάρχει η μεγάλη διαφορά των 2 ευρώ. Αν η τιμή χονδρικής πώλησης είναι 3,40 ευρώ τότε η διαφορά μειώνεται στο 1,60 ευρώ. Και πάλι σημαντική.
Αξίζει να σημειωθεί ακόμα ότι οι επιχειρήσεις τυποποίησης ελαιόλαδου αγοράζουν σε κιλά και πωλούν σε λίτρα κι έτσι κερδίζουν κάτι παραπάνω.
Με αυτό τον τρόπο λοιπόν οι τυποποιητές προσπαθούν να «αντισταθούν» στις μεγάλες εκπτώσεις.
Για παράδειγμα, όσοι πωλούν το λίτρο 3,80 ευρώ και δίνουν έκπτωση 30%, τότε είναι σαν να το πουλούν 2,66 ευρώ. Το μικτό κέρδος τους είναι δηλαδή στα 0,86 ευρώ, συν τη διαφορά που προκύπτει μεταξύ κιλού και λίτρου. Όσοι πωλούν με 3,40 ευρώ το λίτρο, τότε με την έκπτωση του 30% είναι σα να διαθέτουν το προϊόν τους στα 2,39 ευρώ. Κι αν αφαιρεθεί η τιμή κτήσης (1,80 ευρώ μέσο όρο) τότε το μικτό κέρδος διαμορφώνεται στα 0,59 ευρώ συν τη διαφορά μεταξύ κιλού και λίτρου.
Αυτονόητο είναι ότι για να βγει το καθαρό προ φόρων και αποσβέσεων κέρδος των σούπερ μάρκετ και των εταιρειών τυποποίησης χρειάζεται να αφαιρεθεί το λειτουργικό κόστος.
Τι περιέχουν οι φιάλες;
Μία άλλη, «πονεμένη ιστορία» είναι τι περιέχουν οι φιάλες ελαιόλαδου. Όπως πολλές φορές έχει καταγγελθεί αλλά και εντοπιστεί σε ελέγχους του ΕΦΕΤ, εκτός από έξτρα παρθένο ελαιόλαδο παράνομα στις φιάλες υπάρχουν σε κάποιες περιπτώσεις και άλλα λάδια, διάφορα σπορέλαια, οι τιμές κτήσης των οποίων είναι εξαιρετικά χαμηλές. Κατά συνέπεια λοιπόν, οι τυποποιητές που παρανομούν αποκομίζουν σημαντικά κέρδη!
Όταν άραγε «πιάνουν» οι ελεγκτικές αρχές τους παρανομούντες και τους επιβάλλουν πρόστιμα αυτοί βρίσκονται ακόμα στο…κέρδος βάζοντας και το πρόστιμα, άτυπα βέβαια, στο λειτουργικό κόστος της εταιρείας;
Τέλος ορισμένοι τυποποιητές εισάγουν, ως γνωστό, ξένο ελαιόλαδο, όταν οι τιμές παραγωγού στη χώρα μας είναι υψηλές, με αποτέλεσμα επίσης να έχουν σημαντικά, επιπλέον κέρδη.

