Για το θέμα των εξορκισμών, ο Σεβασμιότατος Αρχιεπίσκοπος Κρήτης ανέφερε ότι το είχε θέσει στον πατέρα Απόστολο αλλά με διακριτικότητα και όχι με επιθετικό ύφος και διάθεση.
«Είχαμε συζητήσει πολύ γιʼ αυτό το θέμα, στο πλαίσιο των γενικότερων παρατηρήσεων. Αυτό το πράγμα δεν συνάδει με την παράδοση της Εκκλησίας. Δεν του απαγόρευσα να το κάνει, όμως ζήτησα να μην γίνεται με αυτόν τον τρόπο. Η Εκκλησία δεν τρομάζει τον κόσμο. Ποτέ ωστόσο δεν μου έφερε αντίρρηση, ποτέ δεν αντέδρασε.
Με ειλικρίνεια και διάθεση ενότητας, ο Αρχιεπίσκοπος Κρήτης παραδέχεται ότι πολύ πριν ακόμα εγκατασταθεί στο Ηράκλειο είχε ακούσει για την αμφιλεγόμενη προσωπικότητα του Απόστολου. Και όταν πλέον έγινε Αρχιεπίσκοπος, δέχτηκε ισχυρές πιέσεις από δύο παρατάξεις, όπως τις χαρακτήρισε: εκείνη των φανατικών υποστηρικτών του και την άλλη των επικριτών και πολέμιων του. «Εγώ σταμάτησα στο μέσο αυτών των παρατάξεων. Πάντα προσπαθούσα να γεφυρώσω αυτό το χάσμα. Από την πρώτη στιγμή ήμουν στο μέσο. Δεν απέκλεισα ούτε τους μεν , ούτε τους δε. Δεν ήθελα όμως να υπάρχει διχασμός στην κοινωνία αλλά ενότητα. Και αυτό προσπάθησα με καλοπροαίρετη διάθεση».
Ο Άγιος Κρήτης δεν αποδέχεται σε καμία περίπτωση ότι ο πατέρας Απόστολος αδικήθηκε και δεν κατανοεί εκείνους που υποστηρίζουν ότι περνάει μία δοκιμασία.
Ο ίδιος δεν κρύβει την πικρία του για το γεγονός ότι μία ομάδα υποστηρικτών του Απόστολου έχει ενεργοποιηθεί και απευθυνόμενη σε διάφορους παράγοντες προσπαθεί να κάνει διάφορες παρεμβάσεις. «Αυτοί οι άνθρωποι δεν ήρθαν σε μένα να μιλήσουν. Τους περιμένω. Εκείνο που θα τους πω είναι: πείτε του να έρθει πίσω. Τον περιμένουμε».

