Της Ευαγγελίας Καρεκλάκη
Υπό την σκιά του 53χρονου δραπέτη Βαγγέλη Σελιανάκη-του ανθρώπου που έχει συνδέσει το όνομα του με μία από τις πλέον αιματοβαμμένες βεντέτες της Κρήτης και «φιγουράρει» στην κορυφή της λίστας των καταζητούμενων της Ελλάδας-εκδικάστηκε χθες στο Μικτό Ορκωτό Δικαστήριο Ηρακλείου η υπόθεση δολοφονίας του 33χρονου Γιάννη Σελιανάκη, από την Αρχοντική Ρεθύμνου. Πλην της 23χρονης συζύγου του θύματος, ουδείς άλλος από την οικογένεια πάτησε το πόδι του στη δικαστική αίθουσα. Ούτε καν πολιτική αγωγή δεν υπήρχε. Και αυτό ήταν πρωτόγνωρο. Μπορεί σε πρώτη φάση η πλήρης απουσία συγγενών του Σελιανάκη να επέφερε-για ευνόητους λόγους- ανακούφιση σε παράγοντες της δίκης και στις αστυνομικές δυνάμεις που ήταν ακροβολισμένες, όμως η αποχή αυτή εκλήφθηκε από πολλούς ως συνειδητή επιλογή με μήνυμα. Νομικοί παράγοντες αλλά και αστυνομικοί εξέφραζαν την εκτίμηση ότι οι συγγενείς του δολοφονημένου θέλησαν με αυτόν τον τρόπο να δείξουν ότι απαξιώνουν το θεσμό της Δικαιοσύνης και ότι για εκείνους η πραγματική δικαιοσύνη θα αποδοθεί εκτός δικαστηρίων. Το όνομα μάλιστα του δραπέτη θείου του θύματος ακούστηκε πολλές φορές στο περιθώριο της δίκης και αστυνομικοί έδειχναν ανήσυχοι για το ενδεχόμενο βεντέτας. Είναι γνωστό άλλωστε ότι ο Βαγγέλης Σελιανάκης εκδικήθηκε το φόνο του πρώτου ανιψιού του και αδερφού του θύματος της χθεσινής υπόθεσης. Φήμες τον θέλουν να είναι εκείνος που απαγόρευσε την παρουσία συγγενών του στη δίκη, υπογραμμίζοντας με νόημα ότι η είναι δική του «υπόθεση».
Ο τρόμος ήταν ζωγραφισμένος τόσο στο πρόσωπο του 43χρονου κατηγορούμενου, όσο και στα μάτια του 44χρονου αδερφού του. Ήταν άλλωστε ο μοναδικός μάρτυρας στη δίκη. Είναι ενδεικτικό ότι για ώρες περίμενε μέσα στο αυτοκίνητο του σε πάρκινγκ του Ηρακλείου και ζήτησε αστυνομική συνοδεία για να προσέλθει στο δικαστήριο «Φοβάμαι για τη ζωή μου. Αν δεν με προστατεύσουν αστυνομικοί, δεν προσέρχομαι» ξεκαθάρισε στους δικηγόρους υπεράσπισης Βενιζέλο Κάββαλο και Νίκο Κοτζαμπασάκη. Όσο για τον ίδιο τον 43χρονο, προσήχθη στο δικαστήριο υπό την συνοδεία …στρατού. Στην τουαλέτα ζήτησε να πάει και σήμανε συναγερμός.
Ο αδερφός του και η οικογένεια του πούλησαν ό,τι είχαν και δεν είχαν στην Επισκοπή Ρεθύμνου και … ξεριζώθηκαν υπό το φόβο της βεντέτας. Πληροφορίες αναφέρουν ότι ζουν κάπου στη Γερμανία. «Μαζί με εκείνον πεθάναμε και εμείς» είπε στο δικαστήριο.
Η χήρα Σελιανάκη
Το βάρος της πολιτικής αγωγής προσπάθησε να σηκώσει μόνη της στις πλάτες της η χήρα του Γιάννη Σελιανάκη, μία κοπέλα 23 ετών που σήμερα προσπαθεί να μεγαλώσει τα τρία αγόρια της. Από την Αρχοντική Ρεθύμνου έφυγε αμέσως μετά το φονικό. Ζει στο χωριό της μητέρας της και όπως λέει «φτύνει αίμα για να μεγαλώσει τα παιδιά της».
Στο πλευρό της βρίσκεται η αδερφή της. Κάθεται σε μία άκρη. Σφίγγει τα δόντια και τις γροθιές της μόλις αντικρίζει τον κατηγορούμενο. Θέλει να παραστεί ως πολιτική αγωγή και να της ορίσει το δικαστήριο δικηγόρο, όμως δεν ξέρει τη διαδικασία. Λίγο αργότερα λέει στους δημοσιογράφους ότι δεν είχε την οικονομική δυνατότητα να διορίσει δικηγόρο.
Η 23χρονη καλείται να καταθέσει. Στρέφει το κεφάλι της δύο με τρεις φορές προς τον κατηγορούμενο. Δεν βγάζει κουβέντα. Του αφιερώνει ένα βλέμμα που ξεχειλίζει από ηλεκτροφόρο μίσος. Ο κατηγορούμενος το διαισθάνεται και χαμηλώνει το κεφάλι. Αμήχανα καρφώνει το βλέμμα του στο πάτωμα.
Η 23χρονη Μαρία Δενδρινού στην κατάθεση της στάθηκε με αξιοπρέπεια. Ούτε κραυγές, ούτε εντάσεις. Είναι ενδεικτικό ότι είχε το σθένος να αναγνωρίσει στον κατηγορούμενο το δικαίωμα της αντίδρασης, όχι όμως της δολοφονίας. «Μπορούσε να πυροβολήσει για εκφοβισμό ή στα πόδια, όχι όμως να τον σκοτώσει. Αυτό είναι άδικο.Ο άνδρας μου δεν ήταν επικίνδυνος, όπως τον περιγράφουν. Ήταν ήρεμος άνθρωπος και κοίταζε την οικογένεια του».
Ένα όνομα, μια κατάρα
Ο Γιάννης Σελιανάκης δολοφονήθηκε πριν από ένα χρόνο. Δέκα χρόνια πριν δολοφόνησαν τον 23χρονο αδερφό του. Ο πατέρας του δεν ζει. Η μητέρα του αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα υγείας. Ο θείος του καταζητείται. Τα σπίτια τους μυρίζουν θάνατο. Τα «ρήμαξε» η βεντέτα. «Ο άνδρας μου ήταν από πολύπαθη οικογένεια. Το όνομα του ήταν βαρύ και υπήρχε προκατάληψη. Όμως δεν ήταν έτσι όπως τον περιγράφουν. Έκανε οικογένεια για να ζήσει ήρεμα. Τρία παιδιά φέραμε στον κόσμο. Η οικογένεια του έχει αιματοκυλιστεί. Φθάνει πια. Σήμερα έχω μείνει μόνη, όμως όποιος τολμήσει να πειράξει τα παιδιά μου, θα με βρει απέναντι», διαμηνύει και ξεσπά σε κλάματα.
Ερωτηθείσα γιατί στο δικαστήριο δεν παρίστανται άλλοι συγγενείς, σιωπά. «Είναι μπέρδεμα. Δεν μπορώ να σας εξηγήσω».
Η αδερφή της αποκαλύπτει ότι λίγες ημέρες πριν από τη δίκη, τηλεφώνησαν στην 23χρονη συγγενείς του κατηγορούμενου και της πρόσφεραν μερικές δεκάδες χιλιάδες ευρώ ως βοήθεια. «Παριστάνουν τους φτωχούς. Δεν είπαν όμως για τα χρήματα που πρόσφεραν για να ξεπουληθούμε».
Απολογία
Αν ο φόβος είχε πρόσωπο, τότε θα είχε αυτό του κατηγορουμένου και του αδερφού του. Τα δύο αδέρφια υποστήριξαν ότι φοβούνταν στη θέα και μόνο του θύματος. Έτρεμαν για τη ζωή τους και σήμερα ο φόβος αυτός έχει γιγαντωθεί. Ισχυρίστηκαν ότι ο Σελιανάκης είχε απειλήσει ευθέως ότι θα τους σκοτώσει επειδή τον κατηγόρησαν για την κλοπή ξύλων από τον στάβλο τους. Και αυτό το έφερνε βαρέως. Σύμφωνα με τους ίδιους το μοιραίο μεσημέρι ο Σελιανάκης μετέβη στο ποιμνιοστάσιο τους αποφασισμένος να σκοτώσει, αφού είχε προηγηθεί φραστικό επεισόδιο σε άλλη συνάντηση που είχαν. Ο 43χρονος ισχυρίστηκε ότι πυροβόλησε τον 33χρονο για να σώσει τη ζωή του αδερφού του, τον οποίο σημάδευε το θύμα και ότι βρισκόταν σε άμυνα. «Φοβήθηκα. Έχασα τον κόσμο. Δεν ήθελα να τον σκοτώσω. Πυροβόλησα για να τον αποτρέψω να μην μας σκοτώσει. Μία βολή ήταν αρκετή για να πέσει νεκρός ο Σελιανάκης.
Κάθε λέξη, κάθε μορφασμός και τρόμος ήταν η κατάθεση του 44χρονου.
Στην πρόταση της, η εισαγγελέας έδρας κ. Χολέβα πρότεινε την ενοχή του κατηγορουμένου για ανθρωποκτονία από πρόθεση σε εν βρασμώ ψυχής, υποστήριξε όμως δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις της άμυνας.

