Η επικ. καθηγήτρια Παρασιτολογίας, τονίζει ότι: “Όλα τα στατιστικά στοιχεία δείχνουν ότι το κάλα αζάρ αυξάνεται σε αριθμό περιστατικών στην Μεσόγειο στην Ελλάδα αλλά και στην Κρήτη. Οι λόγοι γιʼ αυτήν την αύξηση είναι: η εξάπλωση της μόλυνσης στο ζώο παρακαταθήκη (το σκύλο), η ανεξέλεγκτη αύξηση του φορέα (σκνίπα) (ανθεκτικότητα στα εντομοκτόνα, ευνοϊκές κλιματολογικές συνθήκες για την ανάπτυξη της), η χρήση συχνά μη αποτελεσματικών φαρμάκων για τη θεραπεία της ασθένειας στο σκύλο, η ανθεκτικότητα που ανέπτυξαν τα παράσιτα στα φάρμακα, η ανυπαρξία εμβολίου κατά της ασθένειας, οι μετακινήσεις σκύλων από και προς μια περιοχή χωρίς τους απαιτούμενους ιατρικούς ελέγχους.

Η Αττική είναι η πιο επιβαρυμένη περιοχή της Ελλάδας με 30-60 ανθρώπινα κρούσματα σπλαχνικής λεϊσμανίασης το χρόνο. Τα κρούσματα στα σκυλιά είναι χιλιάδες και οι αριθμοί διαφέρουν από περιοχή σε περιοχή της χώρας.

Στην Κρήτη το πρόβλημα υπήρχε πολύ παλιά, κυρίως το πρόβλημα της δερματικής λεϊσμανίασης. Ήταν τόσο κοινό που είχε το όνομα «Χανιώτικο σπυρί».

Με τους ψεκασμούς που έγιναν για την καταπολέμηση της Ελονοσίας κατά τη διάρκεια 1940-1950, μαζί με τα κουνούπια σκοτώθηκαν και οι σκνίπες και η λεϊσμανίαση σχεδόν εξαλείφθηκε. Έτσι, για πάρα πολλά χρόνια δεν είχαμε στο νησί κρούσματα στον άνθρωπο ή στο σκύλο. Σε μια μελέτη που έκανε το εργαστήριό μας στην Κρήτη το 1985 δεν βρήκε ανθρώπινα κρούσματα και τα στοιχεία του Υπουργείου Γεωργίας έδειχναν 0.27% των σκυλιών να έχουν αντισώματα έναντι του παράσιτου (είχαν τσιμπηθεί από μολυσμένη σκνίπα).

Αυτή τη στιγμή υπάρχουν ανθρώπινα κρούσματα με σπλαχνική λεϊσμανίαση σε όλη την Κρήτη και ο αριθμός των οροθετικών σκυλιών σε κάποια μέρη ξεπερνά το 40%”.