Το Λασίθι ανέδειξε μεγάλους επαναστάτες, αλλά και σημαντικούς ανθρώπους του πνεύματος. Ενδεικτικά αναφέρονται οι παρακάτω.
ΕΜΜΑΝΟΥΗΛ ΚΑΖΑΝΗΣ
Αποτελεί μια από τις μεγαλύτερες προσωπικότητες της κρητικής ιστορίας, με αποφασιστικό ρόλο και δράση στους απελευθερωτικούς αγώνες της Κρήτης.
Γεννήθηκε στο μικρό χωριό «Μαρμακέτω» το 1793. Το οικογενειακό του επώνυμο ήταν Ροβύθης. Το παρωνύμιο (παρανόμι) Καζάνης κληρονόμησε από τον παππού του Μανόλη Ροβύθη. Όπως διασώζει η παράδοση, όταν τον βάφτιζαν στη μονή Κρουσταλλένιας, κατέφτασαν οι γενίτσαροι και αφού λεηλάτησαν τη μονή, έσπασαν και τη μοναδική πήλινη κολυμπήθρα και το μυστήριο συνεχίστηκε? χρησιμοποιώντας, αντί για κολυμπήθρα, το καζάνι του μοναστηριού. Από το καζάνι λοιπόν πήρε ο νεοφώτιστος το παρατσούκλι και το κληροδότησε στους απογόνους του. Ορισμένα επεισόδια και περιστατικά τον έκαναν να ξεκινήσει από την εφηβική του ηλικία τη ζωή του Χαϊνη. Στα βουνά της Αλόιδας έστησε το λημέρι του και συγκρότησε την πρώτη αντάρτικη ομάδα, με το Μουρελλομανόλη, το Χατζή Γιώργη Κουνάλη, το Γιώργη Φούσκη, το Μανόλη Γιανναδάκη, τον Αλεξομανόλη και τον Κουτσουρομιχάλη. Σʼ αυτούς προστέθηκε αργότερα και ο Σπανομανόλης που δεν ήταν άλλος από τη Ροδάνθη, το ηρωικό παπαδοπαίδι από την Κριτσά, το οποίο σκότωσε τον τρομερό Χουρσίτ από το Χουμεριάκο, την ώρα που θα την ατίμαζε.
Η ομάδα αυτή έτρεχε παντού να τιμωρήσει τους αιμοσταγείς αγάδες, νʼ αρπάξει όπλα και πυρομαχικά από τους Τούρκους και να προστατέψει τους Χριστιανούς.
Παραμονές του μεγάλου ξεσηκωμού του Έθνους ο Καζανομανόλης μυήθηκε στη «Φιλική Εταιρεία», από τον Επίσκοπο Ιεράς & Σητείας Αρτέμιο Παρδάλη.
Η μεγάλη επανάσταση στην Κρήτη αποφασίστηκε στις 29 Μαΐου 1821 με τη συγκέντρωση 1500 επαναστατών στην «Παναγία τη Θυμιανή» στην οποία πήρε μέρος και ο Καζάνης. Χωρίς καθυστέρηση άρχισε το έργο του ξεσηκωμού των κατοίκων των ανατολικών επαρχιών. Μετά από συνεννόηση με τους Κασσώτες Καπετάνιους, προμηθεύεται 200 τουφέκια, που βοήθησαν αποτελεσματικά στο ξεσήκωμα των ανατολικών επαρχιών. Όλοι οι καπετάνιοι των επαρχιών αυτών με τα παλικάρια τους, σχημάτισαν ένα σώμα από 1000 πολεμιστές, που βοήθησε τους επαναστάτες της Πεδιάδας και της Μεσαράς.
Στις σφοδρές επιθέσεις του Χασάν Πασά για την κατάληψη του Λασιθίου το Σεπτέμβρη του 1822 από του «Τσούλη το Μνήμα» και την «Άμπελο», τα οργανωμένα σώματα του Καζάνη και των άλλων καπεταναίων, ανέκοψαν την ορμή των Τούρκων και τους ανάγκασαν να αλλάξουν πορεία, αφού προξένησαν μεγάλες απώλειες σʼ αυτούς.
Ο θρυλικός Καζάνης, διακρίθηκε και στη μάχη της «Κοντάρατος» στην Κριτσά.
Όπως αναφέρει στις διηγήσεις του ο πάντα αχώριστος σύντροφός του Μουρελλομανόλης, ο Καζάνης έφυγε με τα παλικάρια του για λίγο από την Κρήτη. Βρέθηκε μάλιστα και πολέμησε στο Μεσολόγγι και βρισκόταν εκεί την ημέρα της ηρωικής εξόδου. Όταν το 1827 γίνεται νέα κίνηση για αναζωπύρωση του αγώνα, βρίσκεται πάλι στην Κρήτη με τα παλικάρια του και τους καπεταναίους των ανατολικών επαρχιών. Στις 19 Νοεμβρίου ενώνεται με τα παλικάρια του Χάλη, που ήρθαν από τα Χανιά και αρχίζουν αμέσως τις επιχειρήσεις, στις οποίες πρωτοστατεί ο Καζάνης. (Πολιορκία του πύργου του Μασλούμ Καρακάση στη Νεάπολη, μάχη στο Σελλινάρι κ.λ.π.). Έκανε ακόμα επιδρομές στα Τουρκοχώρια και έγινε ο φόβος και ο τρόμος τους, φθάνοντας μέχρι το φρούριο της Ιεράπετρας. Εκτός από την παρουσία του στην Παναγία τη Θυμιανή, για τον ξεσηκωμό της Κρήτης, τον βλέπουμε να δίνει το «παρών» σε όλες τις συγκεντρώσεις που γίνονταν σε διάφορα μέρη της Κρήτης, υπογράφοντας τις διαμαρτυρίες προς τις Μεγάλες Δυνάμεις και τους Πασάδες, για τις παρασπονδίες και τη βάναυση συμπεριφορά των Τούρκων.
Στο τέλος του 1830, όταν έσβησε και η τελευταία ελπίδα για λευτεριά, 60.000 Κρητικοί κατά τον Κριτοβουλίδη παίρνουν το δρόμο της προσφυγιάς προς τα διάφορα μέρη της Ελλάδας. Τότε και ο Καζανομανόλης, ο σταυραετός της Αλόιδας και της Σελένας, εγκαταλείπει τ' απάτητα λημέρια του και βρίσκεται αυτοεξόριστος στη Νάξο, περιμένοντας την ευκαιρία να ξαναπιάσει τ' άρματα.
Στη Νάξο δούλευε ως εργάτης γης, για να κερδίσει το ψωμί του. Ο χειμώνας του 1846 έκοψε το νήμα της ζωής του σε ηλικία 53 ετών, με το παράπονο πως δεν μπόρεσε, παρά τους σκληρούς αγώνες του, να δει την Κρήτη απελευθερωμένη.
ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ ή ΒΑΣΙΛΟΓΙΩΡΓΗΣ
Ο Γεώργιος Βασιλείου ή Βασιλογιώργης και Βασιλακογιώργης, γεννήθηκε στο «Γεροντομουρί» (Αγ. Χαράλαμπος) Λασιθίου γύρω στα 1794. Το όνομα του πατέρα του ήταν Βασίλης. Από τη συνένωση των δύο κύριων ονομάτων (Βασίλης – Γιώργης) σχηματίστηκε το όνομα Βασιλογιώργης, με το οποίο εμφανίζεται στο ιστορικό προσκήνιο της Κρήτης. Ο Βασιλογιώργης, με τους πέντε γιους του, ανέβηκαν πολύ πριν από την επανάσταση το 1821 στα απάτητα και κακοτράχαλα Λασιθιώτικα βουνά, σαν χαϊνηδες και καλησπέρηδες.
Μαζί με τον Καζανομανόλη και άλλους Λασιθιώτες και Μεραμπελλιώτες, πρόσφεραν την προστασία τους στους Χριστιανούς ραγιάδες και έγιναν το χέρι της θείας δίκης για τους άγριους γενίτσαρους. Ιστορικά στοιχεία για την τύχη των τεσσάρων αδελφών δε διασώθηκαν. Για τον ίδιο όμως γνωρίζουμε ότι πολέμησε με γενναιότητα στο ξεσήκωμα των ανατολικών επαρχιών το 1821 και διακρίθηκε για τις ικανότητές του. Οι Λασιθιώτες τιμώντας την ανδρεία και την προσφορά του, τον εξέλεξαν οπλαρχηγό και με την ιδιότητα αυτή εκπροσώπησε με τον Καζανομανόλη το Λασίθι στις διάφορες Κρητικές Συνελεύσεις και Συμβούλια.
Μετά το άτυχο τέλος του αγώνα του 1821 στην Κρήτη, καταφεύγει με άλλους οπλαρχηγούς και πολεμιστές στην ελεύθερη Ελλάδα, το 1830.
Εκεί, μακριά από το πολύπαθο νησί του, συνέχισε τον ανιδιοτελή και τίμιο αγώνα του. Η Ελλάδα τιμώντας και ανταμείβοντας το γενναίο πολεμιστή, τον ονομάζει Ταγματάρχη της «Βασιλικής Φάλαγγας». Η «Βασιλική Φάλαγγα» αγωνιστών συγκροτήθηκε το 1835. Αποτελούσε ειδικό σώμα, στο οποίο εντάχθηκαν όλοι οι αγωνιστές του 1821 που δεν διέθεταν προσόντα για να καταταγούν στον τακτικό στρατό. Οι «Φαλαγγίτες» ήταν όλοι αξιωματικοί και μισθοδοτούνταν από το Δημόσιο. Παράλληλα με το βαθμό, του είχαν δώσει ένα μικρό κτήμα στο Καλαμάκι Κορίνθου, όπου και εγκαταστάθηκε. Με την κατάργηση της αιγυπτιακής κατοχής στην Κρήτη (12 Ιανουαρίου 1841) και την επαναφορά του νησιού στην κυριαρχία του Σουλτάνου, οι εξόριστοι στα διάφορα μέρη της Ελλάδας Κρητικοί, άρχισαν να οργανώνονται και να προετοιμάζουν νέα επανάσταση για την απελευθέρωση της πατρίδας τους. Για το σκοπό αυτό, συγκρότησαν ερανικές επιτροπές, προμηθεύονταν όπλα και οι παλιοί καπεταναίοι ξαναζώστηκαν τ' άρματα. Από τους πρώτους που ξεσηκώθηκαν ήταν ο Βασιλογιώργης, που, λόγω της πολεμικής του πείρας και ικανότητας, διορίζεται αρχηγός των Ανατολικών Επαρχιών. Ξεκινώντας από το Τολό της Πελοποννήσου, επικεφαλής ομάδας πολεμιστών, αποβιβάζεται στον Άγιο Νικόλαο το Φεβρουάριο του 1841. Από την Κριτσά και το Καθαρό, ξαναβγαίνει στα γνώριμα μέρη και οργανώνει τη γνωστή επανάσταση, που φέρει το όνομά του.
Μετά την επανάσταση αυτή που δεν είχε καλό τέλος, ούτε στην Ανατολική, ούτε στη Δυτική Κρήτη, λόγω της αριθμητικής υπεροχής του εχθρού και του άρτιου εξοπλισμού του, ο Βασιλογιώργης κινείται προς τα δυτικά.
Τον ίδιο χρόνο (1841) μαζί με τον Χαιρέτη, τον αρχηγό της επανάστασης στη Δυτική Κρήτη και το γιο του Νικόλαο με σαράντα παλικάρια, εγκαταλείπουν και πάλι την Κρήτη. Προτού καταφύγουν στην ελεύθερη Ελλάδα, συνέταξαν και υπέβαλαν εκτενές υπόμνημα προς το βασιλιά της Γαλλίας, τη βασίλισσα της Αγγλίας και το Ρώσο αυτοκράτορα, στο οποίο διεκτραγωδούν την κατάσταση στην Κρήτη και ζητούν την επέμβασή τους.
Πολεμώντας τους Τούρκους στην Καλαμπάκα με τους γιους του, σκοτώθηκε το Μάη του 1864.
Ο γιος του Ιωάννης, συνεχίζοντας την οικογενειακή παράδοση, κατέβηκε και πολέμησε στο Λασίθι, στην Επανάσταση 1866-69.
ΑΝΤΩΝΙΟΣ ΒΟΡΕΑΔΗΣ (1859-1913)
Ο Αντώνιος Βορεάδης γεννήθηκε στο «Τζερμιάδω» το 1859. Το πραγματικό του επίθετο ήταν Παπαδάκης. Ο Αντώνιος επισημοποιεί το παρατσούκλι του και με το επώνυμο Βορεάδης γράφεται στο Γυμνάσιο. Τα πρώτα του γράμματα τα μαθαίνει στο Τζερμιάδω και συνεχίζει τις γυμνασιακές του σπουδές στο ημιγυμνάσιο της Νεάπολης. Μετά την αποφοίτησή του διορίζεται δάσκαλος στο αλληλοδιδακτικό σχολείο Ψυχρού, που ίδρυσε και συντηρούσε με δικά του έξοδα ο μεγάλος ευεργέτης Αντώνιος Παπαδάκης. Μετά από δύο χρόνια διδακτικής υπηρεσίας φεύγει για τον Πειραιά, όπου τελειώνει το Γυμνάσιο το 1879. Γράφεται στη συνέχεια στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, απʼ όπου αποφοιτά το 1882, με το βαθμό άριστα και ανακηρύσσεται διδάκτορας. Ως άριστος φοιτητής, σπουδάζει από το κληροδότημα του Αντωνίου Παπαδάκη. Αφού τελειώνει τις σπουδές του στην Ελλάδα, μεταβαίνει για ευρύτερες σπουδές στο Πανεπιστήμιο της Ιένας, όπου παραμένει ένα χρόνο. Με την επιστροφή του από τη Γερμανία, διδάσκει για ένα χρόνο (1884-85) στο ελληνικό Γυμνάσιο Χανίων. Με τη λήξη της σύμβασής του, καλείται και διδάσκει στην Ευαγγελική Σχολή Σμύρνης και στο Ομήρειο Παρθεναγωγείο.
Μετά αναλαμβάνει τη διεύθυνση του Γυμνασίου της Νεάπολης, που στο μεταξύ γίνεται πλήρες και αναγνωρίζεται από το Εθνικό Πανεπιστήμιο. Στη θέση αυτή παραμένει ο Βορεάδης έξι χρόνια. Το 1893 παραιτείται και ασχολείται με τη δημοσιογραφία εκδίδοντας στο Ηράκλειο την εφημερίδα «Το Ηράκλειο». Η εφημερίδα, που εκδιδόταν για δυο χρόνια (1893-94), έπαιξε σημαντικό ρόλο στα πράγματα της εποχής και το εθνικό πρόβλημα της Κρήτης.
Το 1895 εκλέγεται Βουλευτής Τμηματικός Έφορος της Επαρχίας Λασιθίου.
Με την έκρηξη της επανάστασης του 1897, ο Βορεάδης καταφεύγει ως πρόσφυγας στη Σάμο με την οικογένειά του και από ʽκει στη Σμύρνη όπου διδάσκει και πάλι για ένα χρόνο στα εκεί ελληνικά σχολεία.
Το 1899 επιστρέφει στην Κρήτη και διορίζεται Νομάρχης Ρεθύμνης. Λίγο αργότερα εκλέγεται Σύμβουλος (δηλαδή Υπουργός) επί της Παιδείας και των Θρησκευμάτων της Κρητικής Κυβέρνησης. Το 1901 του αναθέτονται παράλληλα (προσωρινά) και τα καθήκοντα του Συμβούλου επί των Οικονομικών και της Δικαιοσύνης.
Ως Σύμβουλος της Δικαιοσύνης εισηγείται και ψηφίζεται ο περίφημος Κρητικός Κώδικας.
Στις εκλογές του 1905 εκλέγεται βουλευτής των δύο νομών Λασιθίου και Ηρακλείου και συνυπογράφει το ιστορικό ψήφισμα της Ένωσης της Κρήτης με την Ελλάδα. Μετά τη διαφωνία τού Πρίγκιπα Γεωργίου με το Βενιζέλο και τα γεγονότα του Θερίσου, ο Βορεάδης παραιτείται από την κυβέρνηση και ακολουθεί το Βενιζέλο, με τον οποίο πολιτεύεται αργότερα. Σε επιστολή του μάλιστα ο Βενιζέλος, τον κατατάσσει στις «ψηλότερες πολιτικές κορυφές του τόπου».
Μετά τους πολιτικούς αγώνες, ο Βορεάδης παραμένει στο Ηράκλειο και επιδίδεται στην καλλιέργεια των κτημάτων της συζύγου του. Παράλληλα αναλαμβάνει τη διεύθυνση του Διδασκαλείου Αρρένων Ηρακλείου και αργότερα τη διεύθυνση του Ανώτερου Παρθεναγωγείου και του Διδασκαλείου Θηλέων μέχρι το θάνατό του.
Ασχολήθηκε επίσης αποδοτικά με τη λογοτεχνία και την ποίηση. Τα κείμενά του τα υπέγραφε με το ψευδώνυμο «Δικταίος», «Λύκτιος», «Νεαπολίτης», «Διογένης», ή με το όνομά του, στο οποίο πρόσθετε το επώνυμο «Κρης» για να φαίνεται η Κρητική καταγωγή του. Άφησε πίσω του σπουδαίο επιγραφικό και ποιητικό έργο, όπως η «Κρήτη παλαίουσα» και η «Ωδή».
Ο Βορεάδης πέθανε στις 16 Μαΐου 1913 στο Ηράκλειο.
ΑΝΤΩΝΙΟΣ Φ. ΠΑΠΑΔΑΚΗΣ
Γεννήθηκε στο Ψυχρό το 1810. Αιχμαλωτίζεται οικογενειακώς από τα στρατεύματα του Χασάν Πασά, για να πουληθεί στα σκλαβοπάζαρα της Σμύρνης και να καταλήξει τελικά ως προϊόν εξαγοράς από κάποιο Τούρκο, που του δίνει το όνομα Μουσταφάς. Μετά από παραμονή έξι περίπου χρόνων, εγκαταλείπει τον Τούρκο Πασά και ως λαθρεπιβάτης, βοηθούμενος προφανώς και από άλλους, κατορθώνει να φθάσει στην Οδησσό, όπου η ελληνική παροικία βρισκόταν τότε σε ακμή. Εργαζόμενος στην Οδησσό, γνωρίστηκε με τον Κόμητα Αλέξανδρο Στούρτζα. Ο Κόμης που εκτίμησε την εργατικότητα, την οξύνοια και την τιμιότητα του νεαρού πρόσφυγα, τον πήρε υπό την προστασία του και με δαπάνες του τον σπούδασε γεωπόνο και τον έστειλε μάλιστα στη Βιέννη για ευρύτερες σπουδές και για να ειδικευθεί σε θέματα κτηνοτροφίας και ζωοκομίας. Το έτος 1833, ο Αντώνιος διορίζεται επιστάτης και αργότερα Γενικός Διευθυντής των κτημάτων του Κόμητα Στούρτζα στη Βεσσαραβία και παράλληλα ασχολείται με το εμπόριο. Από τις επαγγελματικές του αυτές απασχολήσεις, δημιούργησε σημαντική περιουσία.
Ο Αντώνιος επιστρέφει στην Ελλάδα γύρω στο 1839 και παίρνει την Ελληνική υπηκοότητα το έτος 1846. Ασχολείται με το εμπόριο σιταριού και οι εμπορικές του δραστηριότητες αναπτύσσονται μεταξύ της Ρωσίας και της Ελλάδας. Σε σύντομο χρονικό διάστημα, αφού ασχολήθηκε και με χρηματιστηριακές εργασίες και κτηματικές συναλλαγές, εξελίσσεται σε έναν από τους αξιολογότερους επιχειρηματίες της Αθήνας. Στον κύκλο μάλιστα των επιχειρηματιών απολάμβανε ιδιαίτερης εκτίμησης. Ακόμα είχε ενεργό συμμετοχή στον κοινωνικό τομέα. Διετέλεσε μέλος της Διοίκησης πολλών φιλανθρωπικών και κοινωνικών Ιδρυμάτων, και μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου της Εθνικής Τράπεζας, διακρινόμενος πάντοτε για την οξύνοια, την ορθότητα των αντιλήψεών του και τη μεγάλη του φιλοπονία. Διακρινόταν από βαθύτατο πατριωτισμό και διαπνεόταν από φιλάνθρωπα αισθήματα. Αναδείχθηκε πρόθυμος πρωτοπόρος σε κάθε εθνική εκδήλωση και ενίσχυσε με μεγάλα ποσά τους εθνικούς αγώνες και άλλους κοινωφελείς σκοπούς. Το 1858 ίδρυσε στο χωριό του αλληλοδιδακτικό σχολείο, το οποίο συντηρούσε μέχρι το θάνατό του.
Μεταξύ των άλλων, τον Αντώνιο απασχολούσε η τύχη των αδελφών του. Τότε δημοσιεύονται στην Αθήνα από τον Γ. Τυπάλδο οι «Ανατολικές επιστολές», στις οποίες μνημονεύονται ορισμένοι Αιγύπτιοι Πασάδες καταγόμενοι από την Κρήτη.
Η δημοσίευση αυτή ασφαλώς στάθηκε αφορμή, για να αναζητηθεί και να ανευρεθεί ο αδελφός του Ισμαήλ Σελίμ Πασάς, Υπουργός των Στρατιωτικών της Αιγύπτου, χωρίς όμως να προκύπτει ότι συναντήθηκαν ποτέ. Είναι όμως βέβαιο ότι είχε αναπτυχθεί η μεταξύ τους επαφή με αλληλογραφία και αντάλλασσαν μάλιστα και δώρα.
Η δράση του Αντωνίου στο μεγάλο ξεσηκωμό του 1866-69 υπήρξε σημαντική. Με προσωπικές του δαπάνες, αγοράζονται 2000 όπλα Σασεπώ και στέλνονται στην Κρήτη. Το σπίτι του, στον οδό Ευριπίδου 66 και η «μεγάλη οικία του» της οδού Ιπποκράτους (σημερινή Πανεπιστημιακή Λέσχη) χρησιμοποιούνται για τη στέγαση των προσφυγικών οικογενειών της Κρήτης.
Στην πυρετώδη αυτή πατριωτική του δράση, πληροφορείται το θάνατο του αδερφού του Ισμαήλ στο Λασίθι και κλαίγοντας λέει : «Δυστυχής εγώ. Ίσως εφονεύθη εξ ενός των αποσταλέντων υπʼ εμού όπλων».
Η υγεία του στο μεταξύ άρχισε να κλονίζεται, χωρίς όμως να πάψει να αναμιγνύεται στα κοινά, προσφέροντας πάλι μεγάλα ποσά στο άκουσμα της νέας επανάστασης του 1878.
Πέθανε από εγκεφαλικό επεισόδιο στις 28-12-1878. Κηδεύτηκε με μεγάλες τιμές και ο θάνατός του κατελύπησε τη μεγάλη Κρητική παροικία της Αθήνας και τους Κρητικούς, που στερήθηκαν ένα τόσο φλογερό συμπαραστάτη του Κρητικού αγώνα.
Αλλά η αγάπη του προς την πατρίδα, φανερώθηκε ακόμα μια φορά με το θάνατό του. Με ιδιόγραφη διαθήκη του, άφησε γενικό κληρονόμο του το Πανεπιστήμιο Αθηνών. Η περιουσία που κληροδότησε στο Πανεπιστήμιο, ανερχόταν σε 1.105.522 δραχμές της τότε εποχής.
Ήταν ο μεγαλύτερος ευεργέτης του Πανεπιστημίου των Αθηνών. Από το κληροδότημα Παπαδάκη, σπούδασαν και εξακολουθούν να σπουδάζουν νέοι απʼ όλη την Ελλάδα.
Από το ίδιο κληροδότημα σπούδασε και ο τότε διάκονος Νεκτάριος Κεφαλάς, ως φοιτητής της Θεολογίας το 1883, ο μετέπειτα Επίσκοπος Πενταπόλεως, που ανακηρύχθηκε Άγιος από την Ορθόδοξη Εκκλησία, δηλαδή ο γνωστός «Άγιος Νεκτάριος Αιγίνης».
Και σήμερα ακόμα, το ένα τρίτο των εσόδων του Πανεπιστημίου Αθηνών από κληροδοτήματα, προέρχεται από το κληροδότημα Παπαδάκη.
ΦΕΡΙΚ ΙΣΜΑΗΛ ΣΕΛΙΜ ΠΑΣΑΣ
Ο Ισμαήλ ήταν ο πρωτότοκος γιος του Πʼʼ Φραγκιού Καμπάνη από το Ψυχρό και αδελφός του Αντωνίου. Γεννήθηκε γύρω στο 1809. Όταν οι Τούρκοι πάτησαν για πρώτη φορά στο Λασίθι, το 1823, έσφαξαν τον πατέρα του και αιχμαλώτισαν τη μάνα τους και τα τρία αδέλφια του. Με την αιχμαλωσία τους ο Ισμαήλ, που το χριστιανικό του όνομα ήταν Μανόλης ή κατʼ άλλους Γιάννης, μεταφέρθηκε στην Αίγυπτο. Εκεί με τη βοήθεια κάποιου ισχυρού προστάτη, σταδιοδρόμησε ως στρατιωτικός και είχε μάλιστα ζηλευτή εξέλιξη. Διακρίθηκε και έφτασε στο βαθμό του Φερίκ (Αντιστράτηγου) καταλαμβάνοντας το αξίωμα του Υπουργού των Στρατιωτικών της Αιγύπτου. Όταν κηρύχθηκε η Επανάσταση του 1866, ο Σουλτάνος με τις πρώτες δυσκολίες που αντιμετώπισε, ζήτησε τη βοήθεια του Αντιβασιλέα της Αιγύπτου. Ο Χεδίβης έστειλε τότε στην Κρήτη ένα εκστρατευτικό σώμα με επικεφαλής τον Σαχίν Πασά.
Όταν αργότερα ανακλήθηκε ο Σαχίν, αντικαταστάθηκε από τον Ισμαήλ Σελίμ Πασά, που ήταν τότε Υπουργός των Στρατιωτικών της Αιγύπτου. Η επιλογή του έγινε όχι μόνο με βάση τις στρατιωτικές του ικανότητες, αλλά και γιατί εξυπηρετούσε τα φιλόδοξα σχέδια της Αιγύπτου, που αποσκοπούσαν στην επαναφορά και ένταξη της Κρήτης κάτω από την αιγυπτιακή Διοίκηση. Η Κρήτη θεωρούνταν τότε από την Αίγυπτο, σαν ένα κομμάτι από την κληρονομιά του «Μεγάλου ασθενούς» του 19ου αιώνα. Ο Ισμαήλ αναχώρησε από την Αλεξάνδρεια στις 13 Σεπτεμβρίου του 1866 και έφτασε στη Σούδα στις 15 Σεπτεμβρίου. Ενώθηκε με την Τουρκική στρατιωτική δύναμη που διοικούσε ο Μουσταφά Πασάς και πήρε μέρος σʼ όλες τις πολεμικές επιχειρήσεις οι οποίες έγιναν το φθινόπωρο και το χειμώνα στα δυτικά διαμερίσματα της Κρήτης. Πήρε μέρος στην πολιορκία του Αρκαδίου και σύμφωνα με αιγυπτιακές πηγές, καταστρώθηκε από τον ίδιο το επιτελικό σχέδιο εκπόρθησης της μονής. Την άνοιξη του 1867 ενώνει τις δυνάμεις του αιγυπτιακού στρατού με τις δυνάμεις του Ομέρ, στην εκστρατεία του κατά του Λασιθίου. Φαίνεται όμως ότι είχε προσβληθεί από τον τυφοειδή πυρετό, που είχε εκδηλωθεί κατά την παραμονή των αιγυπτιακών στρατευμάτων στις Βρύσες Αποκορώνου. Αλλά πέρα από την προσβολή αυτή, είχε τραυματιστεί στις 5 του Οκτώβρη στις σκληρές μάχες στο χωριό Στύλος: «Eν τη εξάψει της μάχης εκτεθείς πέραν του δέοντος εις το εχθρικόν πυρ, ετραυματίσθη επικινδύνως ο Ισμαήλ Πασάς, διελθούσης της σφαίρας πλησίον των κρυφίων μερών», ανέφερε ο τότε πρόξενος Χανίων Ν. Σακκόπουλος.
Ο Ισμαήλ Σελίμ Πασάς άφησε την τελευταία του πνοή στο Λασίθι στις 23 Μαΐου, κατά την ομώνυμη μάχη σύμφωνα με την έκθεση του Κ. Σφακιανάκη, χωρίς να γνωρίζουμε τα πραγματικά αίτια του θανάτου του. Άλλοι υποστηρίζουν ότι πέθανε από το τραύμα του, άλλοι ότι έπεσε στο πεδίο της μάχης, άλλοι ότι τον δηλητηρίασαν και άλλοι ότι πέθανε, ενώ διεξαγόταν η μάχη, από παθολογικά αίτια. Η τελευταία αιτία πρέπει να θεωρείται και η αληθινή, όπως σε αναφορά του μνημονεύει σχετικά ο πρόξενος Σακκόπουλος προς τον τότε Υπουργό των Εξωτερικών της Ελλάδας Χαρίλαο Τρικούπη.
Η σορός του μεταφέρθηκε και τάφηκε με μεγάλες στρατιωτικές τιμές στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου, στις 18 Ιουνίου του 1867. Αλλά και οι Τούρκοι τον τίμησαν χτίζοντάς του κενοτάφιο στο προαύλιο του Βεζίρ Τζαμί, της Εκκλησίας δηλαδή του Αγίου Τίτου στο Ηράκλειο, που σωζόταν μέχρι το έτος 1925.
ΣΤΕΡΓΙΟΣ ΣΠΑΝΑΚΗΣ
Γεννήθηκε στο «Τζερμιάδω» το έτος 1900. ʽΗταν προλύτης της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών. Στη χρονική περίοδο 1926-1946 διετέλεσε Έφορος της Βικελαίας Δημοτικής Βιβλιοθήκης Ηρακλείου.
Τους προβολείς της επιστημονικής του έρευνας είχε στρέψει στην ιστορία της Κρήτης και φώτισε ιδιαίτερα την περίοδο της βενετοκρατίας. Με τον ίδιο ζήλο εργαζόταν ως το θάνατό του, για να ολοκληρώσει το μνημειώδες έργο του «Πόλεις και χωριά της Κρήτης». Ο Τουριστικός, Ιστορικός και Αρχαιολογικός Οδηγός «Κρήτη» είναι ένα από τα πιο γνωστά έργα του. Είναι μια πραγματική εγκυκλοπαίδεια, που περιέχει πλούσιο υλικό και παράλληλα είναι πολύ εύχρηστος. Έχει πλήρεις περιγραφές για κάθε επαρχία, πόλη και χωριό της Κρήτης. Αναφέρεται ακόμα στα παλαιά και νέα τοπωνύμια και στη γεωγραφική μορφολογία των τοπίων. Αποτελεί ένα αξιόλογο έργο, βγαρμένο από την ξεχωριστή αγάπη του προς τον τόπο και χρήσιμο όχι μόνο στους επισκέπτες της Κρήτης, αλλά και τους ερευνητές της ιστορίας, της αρχαιολογίας και σʼ όλους τους Κρητικούς.
Σημαντική προσφορά του αποτελεί η έκδοση του έργου «Μνημεία της Κρητικής Ιστορίας», όπου δημοσιεύονται εκθέσεις Γενικών Προβλεπτών της Βενετίας, στη βενετική διάλεκτο της εποχής, με τη μετάφρασή τους στην ελληνική γλώσσα. Άλλες επίσης εργασίες του είναι : «Συμβολή στην Ιστορία του Λασιθιού κατά τη βενετοκρατία», «Διαθήκη του Ανδρέα Κορνάρου», «Η Λότζια του Ηρακλείου», «Το οικογενειακό επίθετο Μηλιαράς», το «Ηράκλειο» κ.ά.
Δίδαξε το μάθημα της Τουριστικής Γεωγραφίας της Κρήτης στη Σχολή Ξεναγών Ηρακλείου. Υπήρξε μέλος της Ένωσης Ελλήνων συγγραφέων και δημοσιογράφων Τουρισμού. Ιδρυτικό μέλος της Εταιρείας Κρητικών Ιστορικών Μελετών και μέλος του Δ. Συμβουλίου της τα πρώτα χρόνια. Πήρε μέρος, με ανακοινώσεις του, στα περισσότερα Κρητολογικά συνέδρια και είχε δημοσιεύσει μελέτες και άρθρα σε πολλές εφημερίδες και περιοδικά. Ήταν συνεργάτης της εγκυκλοπαίδειας «Υδρία» και είχε δώσει πολλές διαλέξεις και ομιλίες, ανεβάζοντας το επίπεδο της ιστορικής γνώσης και έρευνας για την Κρήτη.

