Της Ευαγγελίας Καρεκλάκη

Συγκλονιστική η κατάθεση του εποχικού πυροσβέστη ο οποίος διασώθηκε απʼ τη φονική πυρκαγιά στο Βόσακο Ρεθύμνου

Την ίδια ώρα το πόρισμα της ΕΔΕ έβγαζε “λάδι” τους επικεφαλής προκαλώντας την οργή των συγγενών των θυμάτων

Αίτημα αναπαράστασης από τη πολιτική αγωγή


Αίτημα για αναπαράσταση στον τόπο της τραγωδίας, στο φαράγγι του Βοσάκου, όπου τον Ιούλιο του 2007 έχασαν υπό φρικτές συνθήκες τη ζωή τους τρεις εποχικοί πυροσβέστες, ενώ συνάδελφος τους υπέστη βαρύτατα εγκαύματα, θα υποβάλει στην αρμόδια ανακριτική αρχή Ρεθύμνου η πλευρά της πολιτικής αγωγής.

Παράλληλα ήδη ετοιμάζεται αγωγή κατά του Ελληνικού Δημοσίου.

Εντωμεταξύ την ώρα που το πόρισμα της ΕΔΕ δεν επιρρίπτει καμία απολύτως ευθύνη στους αξιωματικούς της πυροσβεστικής που είχαν την ευθύνη της επιχείρησης, καταπέλτης είναι η κατάθεση του επιζήσαντα και πολυεγκαυματία εποχικού πυροσβέστη Μανόλη Μανωλιτσάκη. Στην κατάθεση που δίνει εννέα μήνες μετά την τραγωδία και μόλις ένα μήνα πριν ολοκληρωθεί το επίμαχο πόρισμα, ο 37χρονος, πατέρας τεσσάρων παιδιών, αναφέρει συγκλονιστικά πράγματα τόσο σε σχέση με τα όσα εκτυλίχθηκαν στο Βόσακο όσο και σε σχέση με την εκπαίδευση που είχαν ως εποχικοί πυροσβέστες όλα αυτά τα χρόνια.

Δεκατρείς μήνες μετά την υπόθεση που συγκλόνισε την Κρήτη και το Πανελλήνιο, οι οικογένειες των θυμάτων που έχουν βυθιστεί στο πένθος εξαιτίας της απώλειας των αγαπημένων τους προσώπων, βράζουν από οργή καθώς πιστεύουν ότι επιχειρείται συγκάλυψη των ευθυνών απέναντι σε όσους επέδειξαν εγκληματική αμέλεια και οδήγησαν στο θάνατο τρεις ανθρώπους.

Μόλις τον περασμένο Μάιο διαβιβάστηκε στο Πρωτοδικείο Ρεθύμνου αντίγραφο του πορίσματος της ΕΔΕ, που υπογράφει ο υποστράτηγος Σπύρος Μουρατίδης. Το περιεχόμενο του πορίσματος το οποίο γνωστοποιήθηκε στις οικογένειες των θυμάτων πριν από λίγο καιρό, εξόργισε τους συγγενείς καθώς όπως κατήγγειλαν βγάζει «λάδι» τους επικεφαλής αξιωματικούς της πυροσβεστικής, στους οποίους απλώς επιβλήθηκε ένα χρηματικό πρόστιμο, ίσου με 5/10 του μηνιαίου βασικού μισθού τους.

Πιο συγκεκριμένα ο επιχειρησιακός αξιωματικός (ένας πυραγός) και ο επικεφαλής πυροσβέστης της ομάδας του πεζοπόρου τμήματος, μέλη του οποίου ήταν τα θύματα, κρίνονται ένοχοι για «μη επίδειξη προσοχής και επιμέλειας την οποία όφειλαν και μπορούσαν να επιδείξουν, καθώς δεν ενήργησαν τον αντίστοιχο έλεγχο σχετικά με τον κανονισμό της στολής των υπαλλήλων της ομάδας που αποτελούσαν το πεζοπόρο τμήμα, με αποτέλεσμα κάποια από τα μέλη της να μην φορούν κατά τη διάρκεια της επιχείρησης κατάσβεσης, το πυροσβεστικό τους χιτώνιο».



Συγκλονιστική

η κατάθεση Μανωλιτσάκη



Ωστόσο σοβαρά ερωτηματικά ως προς την εκπαίδευση τους, τον εξοπλισμό τους αλλά και το πώς βρέθηκαν να επιχειρούν σε άκαυτη έκταση-κάτι που απαγορεύεται δια ροπάλου- προκύπτουν από την κατάθεση του 37χρονου Μ. Μανωλιτσάκη, την οποία παρουσιάζει σήμερα η «Π».

Πιο συγκεκριμένα, με βάση πάντα την κατάθεση του 37χρονου, διαπιστώνονται τα εξής:

1ον Οι τέσσερις εποχικοί πυροσβέστες βρέθηκαν να επιχειρούν σε άκαυτη έκταση, κάτι που θεωρείται εγκληματικό.

2ον Αν και οι επικεφαλής αξιωματικοί είχαν αντιληφθεί-όπως καταθέτει-ότι βρίσκονταν για αρκετή ώρα σε άκαυτη ζώνη, δεν τους ειδοποίησαν να απομακρυνθούν εγκαίρως.

3ον Ο επικεφαλής της ομάδας είχε απομακρυνθεί από το σημείο όπου βρίσκονταν οι τέσσερις και επομένως δεν υπήρχε κάποιος για να τους καθοδηγήσει, όπως προβλέπεται με τα πεζοπόρα.

4ον Τα θύματα δεν είχαν ασυρμάτους ώστε να τους ειδοποιήσει κάποιος έστω και την ύστατη στιγμή

5ον Στερούνταν βασικής εκπαίδευσης. Στα πέντε με επτά χρόνια προϋπηρεσίας των θυμάτων, δεν είχαν υποβληθεί σε καμία εκπαίδευση, σε κανένα σεμινάριο.

5ον Ο Μανωλιτσάκης καταθέτει ότι κάποιος έμπειρος πυροσβέστης θα μπορούσε να προβλέψει την επικινδυνότητα της φωτιάς και να τους ειδοποιήσει εγκαίρως να απομακρυνθούν.

Η κατάθεση ελήφθη στις 17 Μαρτίου 2008 ενώπιον του ανακριτή Ρεθύμνου.

Όπως αναφέρεται απασχολήθηκε ως εποχικός πυροσβέστης για μία πενταετία μέχρι που σημειώθηκε το τραγικό συμβάν. Ο 37χρονος επισημαίνει ότι κατά την αρχική τους πρόσληψη ως εργάτες πυρόσβεσης, «η μόνη εκπαίδευση στην οποία υποβλήθηκαν ήταν ότι οι παλαιότεροι μόνιμοι πυροσβέστες μας έδειξαν πώς γίνεται η εγκατάσταση του υδροφόρου οχήματος στον τόπο της πυρκαγιάς, επίσης μας έδειξαν τον τρόπο λειτουργίας του επινώτιου, δηλαδή ενός μέσου αποθήκευσης και μεταφοράς νερού, το οποίο προσαρμόζεται στην πλάτη και το οποίο εκτοξεύει νερό με χειροκίνητη αντλία.

Πέραν των ανωτέρω-αναφέρει-δεν είχαμε υποστεί καμία ειδική εκπαίδευση για την κατάσβεση των πυρκαγιών διότι μας είχαν πει ότι θα παραμέναμε στο καμένο τμήμα της πυρκαγιάς ως επιφυλακή για τυχόν αναζωπυρώσεις. Επίσης όλα αυτά τα έτη, δεν έγινε κανένα σεμινάριο ή ενημέρωση ή εκπαίδευση για την κατάσβεση των πυρκαγιών. Όπως μας είχαν πει ο ρόλος μας ήταν προληπτικός και βοηθητικός και πάντα υπήρχε επικεφαλής κάθε ομάδας εποχικών πυροσβεστών ένας μόνιμος πυροσβέστης, ο οποίος έδινε τις εντολές και εμείς υπακούαμε στις εντολές τους. Αυτός άλλωστε είναι ο ρόλος των πεζοπόρων τμημάτων (προληπτικός, βοηθητικός)».

Για την τραγωδία ο 37χρονος αναφέρει: «Η βλάστηση που καιγόταν ήταν πολύ χαμηλή, αποτελούμενη από μικρές αστιβίδες. Αυτοί που είχαν νερό έριχναν στη φωτιά και εμείς την χτυπούσαμε με τα σκαπανικά. Ο επικεφαλής μας δεν βρισκόταν στο σημείο, διότι τον είδα να επιστρέφει από τη φωτιά προς το πλάτωμα όταν εγώ κατευθυνόμουν προς τη φωτιά και νομίζω ότι κράταγε στα χέρια του ένα σκαπανικό. Στη συνέχεια στο βάθος της χαράδρας είδα ότι δημιουργήθηκε ξαφνικά νέα εστία φωτιάς. Οι τρεις (τα θύματα), δηλαδή Νικήτας Κορομηλάς, Στέλιος Μαρκάκης και Ηρακλής Τζανάκης όταν είδαν τη νέα εστία κατευθύνθηκαν προς αυτήν. Και οι τρεις μαζί, χωρίς να μου πουν πού πάνε. Εγώ παρέμεινα στο σημείο όπου ήμουν και συνέχισα να χτυπώ τη φωτιά. Εντωμεταξύ είχε έρθει το υδροφόρο και οι υπόλοιποι της ομάδας προσπαθούσαν να απλώσουν τη μάνικα και άρχισαν να σβήνουν τη νέα εστία. Στο σημείο της νέας εστίας υπήρχε πυκνότερη και ψηλότερη βλάστηση από το σημείο που αρχίσαμε να σβήνουμε. Σημειώνω ότι τόσο εγώ όσο και οι άλλοι τρεις βρισκόμασταν στο άκαυτο όλο αυτό το χρονικό διάστημα. Ξαφνικά η φωτιά φούντωσε στο ρυάκι και στις πλαγιές και άρχισε να έρχεται γρήγορα προς το μέρος μου. Οι άλλοι τρεις βρίσκονταν σε απόσταση 20-30 μέτρων από μένα, πιο κοντά στο νέο μέτωπο της φωτιάς. Αρχίσαμε να τρέχουμε για να γλιτώσουμε αλλά η φωτιά επεκτάθηκε με ταχύτητα που μας πρόλαβε. Είδα την στιγμή που η φωτιά πρόλαβε τους συναδέλφους μου, οι οποίοι δεν μπορούσαν να κάνουν τίποτα και να προφυλαχτούν. Εγώ βρήκα ένα κοίλωμα βράχου όπου προσπάθησα να καλυφθώ καθιστός, βάζοντας τα χέρια στο πρόσωπο για να προστατευθώ όσο το δυνατόν περισσότερο. Η φωτιά πέρασε από πάνω μου, από τα αριστερά προς τα δεξιά και μου προκάλεσε σοβαρότατα εγκαύματα, κυρίως στο αριστερό τμήμα του σώματος μου.

Δεν έχασα τις αισθήσεις μου και έτσι άρχισα να φωνάζω και έτσι με βρήκε ο Λιάπης (εποχικός πυροσβέστης).

Με δυσκολία με μετέφεραν με το φορείο στο ασθενοφόρο και στην συνέχεια στη μέση της διαδρομής, με έβαλαν σε κινητή μονάδα. Τότε έχασα τις αισθήσεις μου και ξύπνησα μετά από καιρό, σε νοσοκομείο της Αθήνας.

Σημειώνω ότι πριν από τον τραυματισμό μου και ενώ είχε ανάψει η φωτιά στη χαράδρα, πέρασε πάνω από μένα πυροσβεστικό ελικόπτερο, το οποίο κατευθύνθηκε προς το χωριό που είναι εκεί κοντά.

Είναι σίγουρο ότι τόσο ο επικεφαλής μας όσο και τα άλλα μέλη της ομάδας είχαν αντιληφθεί ότι οι τέσσερις, δηλαδή εγώ και οι τρεις θανόντες, βρισκόμασταν στο άκαυτο για χρονικό διάστημα τουλάχιστον 20 λεπτών με μισή ώρα. Δε γνωρίζω για ποιο λόγο απομακρύνθηκε ο επικεφαλής μας από το σημείο όπου αρχίσαμε την κατάσβεση. Η νέα εστία που άρπαξε ξαφνικά στο βάθος της χαράδρας επεκτεινόταν γρήγορα και ξέφυγε από τον έλεγχο εκείνων που προσπαθούσαν να την περιορίσουν. Εάν είχαμε μαζί μας ασύρματο, θα μπορούσαν να μας ειδοποιήσουν οι συνάδελφοι μας να απομακρυνθούμε ή να μπούμε στο καμένο να γλυτώσουμε. Με τον συγκεκριμένο επικεφαλής ήταν η πρώτη φορά που πήγαμε για κατάσβεση. Τα προηγούμενα τέσσερα χρόνια είχαμε επικεφαλής ένα άλλο μόνιμο πυροσβέστη από το Ρέθυμνο, ο οποίος όταν βρισκόμασταν στην κατάσβεση απαιτούσε να ενεργούμε όλοι μαζί και βρισκόταν συνεχώς μαζί μας και μάλιστα όταν δεν έβλεπε κάποιον ρωτούσε πού είναι. Αυτός πάντα μας έλεγε ότι κατά την κατάσβεση προέχει η ζωή μας και η σωματική μας ακεραιότητα. Κάποιος έμπειρος πυροσβέστης θα μπορούσε να όταν ξέσπασε η φωτιά στη χαράδρα να προβλέψει την επικινδυνότητα της και να μας ειδοποιήσει εγκαίρως να απομακρυνθούμε από το άκαυτο».

Υπενθυμίζεται ότι τη ζωή τους έχασαν: ο 37χρονος Στέλιος Μαρκάκης, ο 40χρονος Ηρακλής Τζανάκης και ο 34χρονος Νικήτας Κορομηλάς, πατέρας ενός ανήλικου παιδιού.

Ο 37χρονος Μανόλης Μανωλιτσάκης, στην κατάθεση που είχε δώσει ενώπιον του ανακριτή Ρεθύμνου, αναφέρει για την προσωπική του περιπέτεια: «Νοσηλεύτηκα στην Εντατική Μονάδα του νοσοκομείου «Γεννηματάς» για 2,5 μήνες και στην συνέχεια για τρεις μήνες στο ίδιο νοσοκομείο. Η ζωή μου διέτρεξε άμεσο κίνδυνο. Έχω υποβληθεί σε δέκα χειρουργικές επεμβάσεις και θα υποβληθώ και σε άλλες. Μέχρι σήμερα έχω λάβει 8.000 ευρώ από την Αγροτική τράπεζα ως επίδομα πυρόπληκτου».