Μέρος 1ο
Της Ηλέκτρας Καμπουράκη - Πατεράκη, μαθηματικού
Aπό τα μέσα του 17ου αιώνα (γύρω στο 1650) ως το 1821 οι τύποι σχολείων που λειτούργησαν στην Ελλάδα ήταν τα κοινά σχολεία που παρείχαν κατωτέρου επιπέδου μόρφωση και το ελληνικό σχολείο που παρείχε μόρφωση μεσαίου ή και ανώτερου επιπέδου.
Τα κοινά σχολεία αναφέρονται και ως δημόσια σχολεία ή σχολεία των κοινών ή ιερών γραμμάτων. Τα πρώτα σχολεία είχαν από 15-20 μαθητές το καθένα. Όμως με την πάροδο του χρόνου υπήρξε ραγδαία αύξηση του αριθμού αυτού και στις αρχές του 19ου αιώνα (1800-1810) τα σχολεία είχαν από 100 έως και 400 μαθητές. Η μεγάλη αύξηση του αριθμού των μαθητών και η ανάγκη προσθήκης νέων μαθημάτων απαιτούσαν την αύξηση του αριθμού των δασκάλων, την εξειδίκευση τους στα νέα μαθήματα, αλλά και την εφαρμογή εκπαιδευτικών, διδακτικών και παιδαγωγικών μεθόδων, που αρχικά ήταν ανύπαρκτες. Ο μεγάλος αριθμός μαθητών και η έλλειψη δασκάλων κατέστησαν αναγκαία την εφαρμογή μιας μεθόδου διδασκαλίας που θα μπορούσε να έχει γρήγορα αποτελέσματα στο σύνολο των μαθητών.
Έτσι στις αρχές του 19ου αιώνα επιλέχτηκε και άρχισε να εφαρμόζεται στα σχολεία η αλληλοδιδακτική ως η πιο κατάλληλη διδακτική μέθοδος, η οποία ήταν ήδη γνωστή από την εφαρμογή της σε σχολεία της Δυτική Ευρώπης.
Για να εφαρμόσει ο δάσκαλος τη μέθοδο αυτή χώριζε τους μαθητές σε 8 κλάσεις (τάξεις) και επέλεγε τους ικανότερους ή ευφυέστερους μαθητές να τον βοηθήσουν στο έργο του. Οι μαθητές αυτοί ονομάζονταν Πρωτόσχολοι και με τις οδηγίες και τις υποδείξεις του αναλάμβαναν να διδάξουν άλλους μαθητές που ήταν λιγότερο ικανοί ή ανήκαν σε χαμηλότερες κλάσεις.
Η συνήθεια να υποβοηθιέται ο δάσκαλος στο έργο του από τους πιο ικανούς μαθητές είναι πολύ παλιά και έχει τις ρίζες της στην αρχαιότητα. Στην αρχαία Ελλάδα και στη Ρώμη, στις σχολές των ρητόρων και των γραμματικών, οι μαθητές που δίδασκαν λέγονταν υποδιδάσκαλοι. Σε υποτυπώδη μορφή τη συναντούμε ακόμη και σε χώρες της Άπω Ανατολής .
Η αλληλοδιδακτική εφαρμοζόταν και σε σχολεία του Μεσαίωνα και του Βυζαντίου, οι περιπτώσεις όμως αυτές μέχρι το 16ο αιώνα ήταν πολύ περιορισμένες. Η μέθοδος αυτή άρχισε να εφαρμόζεται ξανά το 18ο αιώνα
Ο Άγγλος Άντριου Μπελ (1753-1832) την εφάρμοσε στο σχολείο που διηύθυνε στην Ινδία για τα παιδιά των Άγγλων στρατιωτών που βρίσκονταν εκεί. Χώρισε τους 200 περίπου μαθητές του σε μικρά τμήματα και ανάθεσε την διδασκαλία τους στους καλύτερους μαθητές, τους οποίους προηγουμένως δίδασκε και προετοίμαζε κατάλληλα.
Την ίδια εποχή ο Τζόζεφ Λάγκαστερ την εφάρμοσε στο Λονδίνο στην προσπάθειά του να μορφώσει τα δεκάδες χιλιάδες ορφανά και άπορα παιδιά που περιφέρονταν στους δρόμους της πόλης.
Η αλληλοδιδακτική μέθοδος τελειοποιήθηκε και οργανώθηκε σε ένα παιδαγωγικό σύστημα από τους Άγγλους Μπελ και Λάγκαστερ και εφαρμόστηκε στη στοιχειώδη εκπαίδευση της Αγγλίας.
Την εποχή αυτή της Βιομηχανικής Επανάστασης, που άρχισε στην Αγγλία τον 18ο αιώνα και δημιούργησε απότομα τεράστιους αστικούς πληθυσμούς, η μέθοδος αυτή βρήκε πρόσφορο έδαφος και βοήθησε πολύ στη βασική εκπαίδευση. Η έλλειψη δασκάλων και ο μεγάλος αριθμός μαθητών ήταν προβλήματα που στην αντιμετώπισή τους βοήθησε η αλληλοδιδακτική μέθοδος διδασκαλίας, γιατί τάξεις με μεγάλο αριθμό μαθητών (μερικές εκατοντάδες) μπορούσαν να έχουν ένα μόνο δάσκαλο.
Σχόλιο
Πιστεύω πως το αλληλοδιδακτικό σχολείο βοήθησε στην ταχύτερη και οικονομικότερη ανάπτυξη της βιομηχανίας, γιατί η εξειδίκευση νέων εργατών, που θα έμπαιναν στη βιομηχανική παραγωγή, όταν γνώριζαν ανάγνωση και γραφή θα ήταν ταχύτερη και οικονομικότερη, αφού το βιβλίο αποτελεί σημαντικό εργαλείο στην κάθε είδους εκπαίδευση.
Η αλληλοδιδακτική που συνήθως ονομαζόταν μέθοδος Μπέλ και Λάνκαστερ ή Λαγκαστριανή προκάλεσε ενθουσιασμό και γρήγορα διαδόθηκε στην Ευρώπη αλλά και στην Αμερική. Προσωπικότητες όπως ο βασιλιάς Γεώργιος Γ΄ της Αγγλίας και ο Ναπολέων της Γαλλίας ενδιαφέρθηκαν για την ίδρυση αλληλοδιδακτικών σχολείων και σε πολλές χώρες συστήθηκαν φιλεκπαιδευτικές εταιρείες για το σκοπό αυτό. Ο Κοραής, που πάντα πρωτοστατούσε στα πνευματικά δρώμενα στην Ελλάδα, συνέστησε από νωρίς την εισαγωγή της στα σχολεία. Επίσημα στα σχολεία της Ελλάδας η αλληλοδιδακτική μέθοδος εφαρμόστηκε στο διάστημα 1821-1880. Όμως και νωρίτερα Έλληνες λόγιοι που είχαν γνωρίσει τη μέθοδο αυτή στη Δύση την εφάρμοζαν σε διάφορα ελληνικά σχολεία όπως του Ιασίου και των Κυδωνιών (Αϊβαλί). Ο Γεώργιος Κλεόβουλος ο πρώτος που εισήγαγε τη μέθοδο στην Ελλάδα, το 1819 ίδρυσε στο Ιάσιο το Πρότυπο αλληλοδιδακτικό σχολείο (Διδασκαλείο) από το οποίο απεφοίτησαν πολλοί δάσκαλοι.(ίδρυσε ακόμη αλληλοδιδακτικό σχολείο και στην Οδησσό). Επίσης στην Ακαδημία των Κυδωνιών το διάστημα (1812-1821) ο διευθυντής της Θεόφιλος Καΐρης δίδασκε θετικές επιστήμες εφαρμόζοντας την αλληλοδιδακτική μέθοδο. Μετά την καταστροφή των Κυδωνιών ο Καΐρης με 100 μαθητές του πέρασε στα Ψαρά για να συμμετάσχει στον Αγώνα. Οι μαθητές αυτοί προσέφεραν πολλά όχι μόνο στον Αγώνα αλλά και στην παιδεία. Στα σχολεία του Ναυπλίου και των νησιών του Αιγαίου που κατάφυγαν εισήγαγαν και διέδωσαν την αλληλοδιδακτική μέθοδο.
Κατά τη διάρκεια της Επανάστασης του 1821 ατόνησε η ανάπτυξη της ελληνικής παιδείας που είχε ξεκινήσει στα τέλη του 18ου αιώνα, γιατί τον πρώτο λόγο είχε ο απελευθερωτικός αγώνας. Το πρόβλημα όμως της εκπαίδευσης παρέμεινε ένα βασικό ζήτημα που έπρεπε να μελετηθεί και να λυθεί. Πρώτη φορά εκδηλώθηκε επίσημα ενδιαφέρον για την εκπαίδευση στη συνέλευση της Ανατολικής Στερεάς τον Ιανουάριο του 1821 και ανατέθηκε η οργάνωσή της στον Άρειο Πάγο (ο όρος αυτός χρησιμοποιήθηκε κατά τον πρώτο χρόνο της επανάστασης για να δηλώσει την τοπική διοίκηση, που προήλθε από τη Συνέλευση των Σαλώνων). Την επόμενη χρονιά η Πελοποννησιακή Γερουσία στις προκηρύξεις της επισημαίνει την ίδρυση σχολείων, την δωρεάν παιδεία για αγόρια και κορίτσια και καθορίζει ως μέθοδο διδασκαλίας την αλληλοδιδακτική. Η πρώτη διακήρυξη της 16ης Μαρτίου 1822 αναφέρει:
«Η σεβαστή Πελοπονησιακή Γερουσία, μʼ όλας τας πολυμερίμνους και κατεπειγούσας ανάγκας της πατρίδος, έλαβε πατριωτικήν κηδεμονονίαν δια την αγωγήν της νεολαίας προθυμουμένη να συστήσει σχολείον εις ταύτην την πόλιν (Τρίπολην), ανάλογον της παρούσης περιστάσεως δια του διωρισμένου επί τούτου εφόρου Αρχιμανδρίτου κυρίου Γρηγορίου Δικαίου του και Γερουσιαστού. Προσκαλεί δε αξίους δασκάλους δια να διδάξουν δια της Λαγκαστερίου (αλληλοδιδακτικής) μεθόδου κοινά γράμματα, ελληνικά, μαθηματικά και προς τούτοις την Ιταλικήν και Γαλλικήν διάλεκτον. Προσκαλεί δε και την φιλομαθή νεολαίαν αφʼ όλην την Πελλοπόνησον να συντρέξει εδώ δια να διδαχθεί αμισθί, κηρύττουσα ότι κάθε μαθητής δεν θα εξοδεύση άλλο τι παρά δια τα βιβλία του και την ζωοτροφίαν του. Διαττάτει δε τους γονείς να μη παραμελήσουν το ιερόν χρέος των αλλά να φροντίσουν επιπόνως δια την παιδείαν των τέκνων των»
Στη Δεύτερη προκήρυξή της (27 Απριλίου 1822) αναφέρει τη σύσταση του σχολείου (στην Τρίπολη)
Στο «Νόμο της Επιδαύρου» που ψηφίστηκε από τη Β΄ Εθνοσυνέλευση (Άστρος 1823) υπάρχουν δύο άρθρα για την εκπαίδευση. Με το πρώτο ανατίθεται στη Βουλή η εποπτεία της «δημόσιας εκπαίδευσης» ενώ με το δεύτερο ορίζεται ότι η Διοίκηση πρέπει να μεριμνήσει για τη συστηματική οργάνωση της εκπαίδευσης και την εισαγωγή της αλληλοδιδακτικής μεθόδου σε όλη την επικράτεια.
Η πενταμελής επιτροπή με πρόεδρο τον Άνθιμο Γαζή, που ορίστηκε για να επεξεργαστεί σχέδιο για τη δομή και οργάνωση της παιδείας, κατέληξε στην ίδρυση σχολείων για την κατώτερη, μέση και ανώτερη εκπαίδευση. Λόγω όμως των συνθηκών που επικρατούσαν έκρινε ως πλέον επείγουσα την οργάνωση της κατώτερης εκπαίδευσης όπου οι μαθητές θα διδάσκονταν ανάγνωση γραφή και αριθμητική στα αλληλοδιδακτικά σχολεία, τα οποία έκρινε αναγκαία, ολιγοδάπανα για την Επικράτεια και ανέξοδα για το μαθητή. Πρότεινε μάλιστα την ίδρυση διδασκαλείου στο Άργος όπου οι δάσκαλοι θα εκπαιδεύονταν στην αλληλοδιδακτική μέθοδο, ενώ θα μπορούσαν να φοιτήσουν και αυτοί που είχαν κάποια παιδεία για να τελειοποιηθούν και να διδάξουν στα σχολεία ως διδάσκαλοι. Από το σχολείο αυτό που λειτούργησε μόνο 6 μήνες, λόγω καταστροφής του από τα στρατεύματα του Ιμπραήμ τον Ιούλιο του 1824, απεφοίτησαν αρκετοί δάσκαλοι της αλληλοδιδακτικής. Έτσι το 1825 λειτουργούσαν περισσότερα από 10 αλληλοδιδακτικά σχολεία στο Άργος, το Ναύπλιο, την Αθήνα, τα Μέγαρα, το Μεσολόγγι, τη Σύρο, την Τρίπολη, την Άνδρο και αλλού. Την περίοδο 1821-1827 λειτουργούσαν περίπου 60 σχολεία αλληλοδιδακτικά και ελληνικά. Για το έτος 1828 αναφέρονται 71 σχολεία τα οποία όμως υπολειτουργούσαν με σοβαρές ατέλειες και ελλείψεις λόγω των καταστροφών κατά τη διάρκεια του Αγώνα. Τα σχολεία αυτά ακολουθούσαν ανομοιόμορφα αλληλοδιδακτικά συστήματα.
Μετά την απελευθέρωση ο Καποδίστριας, αμέσως μετά την άφιξη του στην Ελλάδα το 1828, παρά τα σοβαρά προβλήματα που είχε να αντιμετωπίσει στην οργάνωση του νεοσύστατου κράτους, έδωσε προτεραιότητα στην ίδρυση και λειτουργία σχολείων στοιχειώδους εκπαίδευσης. Το 1829 ίδρυσε το Ορφανοτροφείο της Αίγινας για τα ορφανά του πολέμου με δάσκαλο τον Γ. Κλεόβουλο. Μέσα στο Ορφανοτροφείο λειτούργησε και το Πρότυπο σχολείο για προχωρημένους μαθητές που προορίζονταν για δάσκαλοι της αλληλοδιδακτικής. Την ίδια χρονιά ίδρυσε το Κεντρικό σχολείο για την κατάρτιση διευθυντών σχολείων, κρατικών υπαλλήλων και αξιωματούχων, καθώς και δασκάλων που ήθελαν να γίνουν αλληλοδιδακτικοί. Συγκρότησε την «Επιτροπή επί της προπαιδείας» με σκοπό την οργάνωση του σχολικού δικτύου και την ομοιομορφία στη μέθοδο διδασκαλίας. Τις προτάσεις της Επιτροπής ακολούθησαν διατάγματα για τις αργίες, τις διακοπές και γενικά για την οργάνωση και λειτουργία των αλληλοδιδακτικών σχολείων ενώ στις αρχές του 1830 επιλέγεται ως Οδηγός της αλληλοδιδακτικής μεθόδου το εγχειρίδιο του Γάλλου C. L. Sarazin ο οποίος ήταν διευθυντής στο Διδασκαλείο Αλληλοδιδακτικής στο Παρίσι. Το εγχειρίδιο αυτό μεταφράστηκε από τον Ι. Κοκκώνη που αφού το προσάρμοσε στις απαιτήσεις της διδασκαλίας της ελληνικής γλώσσας και πρόσθεσε επεξηγηματικές σημειώσεις, εκδόθηκε τον Ιούλιο της ίδιας χρονιάς από το Εθνικό Τυπογραφείο.
Ο Οδηγός αυτός, που έπρεπε να τηρείται πιστά από τους δασκάλους, περιείχε οδηγίες για τα διδακτήρια, τις κλάσεις (τάξεις), τα μαθήματα και τις ώρες, την πορεία διδασκαλίας, την ύλη, τις εξετάσεις και πολλά άλλα που αφορούσαν την οργάνωση και λειτουργία των αλληλοδιδακτικών σχολείων. Ο αριθμός των κλάσεων ήταν διαφορετικός για τα διάφορα μαθήματα. Για την Ανάγνωση, τη Γραφή και την Αριθμητική δημιουργούνταν 8 κλάσεις. Η Γραμματική διδασκόταν στις κλάσεις 7 και 8, η Ιχνογραφία στις κλάσεις 5 και 8. Τα Θρησκευτικά διδάσκονταν σε 3 τμήματα που δημιουργούνταν από τις 8 κλάσεις. Στο α΄ τμήμα (1- 4 κλάσεις) διδάσκονταν οι Προσευχές, στο β΄ τμήμα (5-7 κλάσεις) η Iερά Ιστορία και στο γ΄ τμήμα (κλάση 8 ) η Κατήχηση. Ο ίδιος μαθητής μπορούσε να παρακολουθεί στην κλάση 4 Αριθμητική και στη κλάση 6 Ανάγνωση . Οι μαθητές προάγονταν στην επόμενη κλάση κατά μάθημα. Ο μαθητής μετέβαινε στην επόμενη κλάση όταν ο δάσκαλος τον έκρινε άξιο προαγωγής ανεξάρτητα από το χρόνο φοίτησης. Έτσι μπορούσε ένας καλός μαθητής να τελειώσει το σχολείο σε 48 εβδομάδες και άλλος να χρειαστεί 4 ή και περισσότερα χρόνια.
Ως προς τη διδασκόμενη ύλη Ανάγνωσης και Γραφής η κατανομή της είχε ως εξής: Στην κλάση 1 τα γράμματα του αλφαβήτου, στην κλάση 2 συλλαβές με 2 γράμματα, στην κλάση 3 συλλαβές με 3 γράμματα, στη κλάση 4 με 4 γράμματα, στις κλάσεις 5 και 6 μεμονωμένες λέξεις και στις κλάσεις 7 και 8 μικρές προτάσεις και συνεχής ανάγνωση. Για την Αριθμητική η ύλη είχε ως εξής: Στην κλάση 1 γραφή των αριθμών, στην κλάση 2 αρίθμηση μέχρι το ένα εκατομμύριο, στην 3 πρόσθεση, στην 4 αφαίρεση, στην 5 πολλαπλασιασμός και στην 6 η διαίρεση, στην 7 συμμιγείς, κοινά κλάσματα και δεκαδικοί και στην 8 προβλήματα.
Στα περισσότερα όμως σχολεία η διδασκαλία της αριθμητικής περιοριζόταν στους ακεραίους και στις τέσσερεις πράξεις λόγω ανεπάρκειας των δασκάλων. Στο κεφάλαιο «Περί εγγράφου και αγράφου αριθμητικής» ο Oδηγός τονίζει τη σημασία των υπολογισμών από μνήμης, διότι αυτοί οξύνουν τη διάνοια και ότι πρέπει πρώτα να διδάσκονται οι κανόνες των πράξεων και στη συνέχεια βάσει αυτών να γίνονται οι πράξεις. Υπήρχαν οδηγίες και για όλα τα άλλα μαθήματα Γεωμετρία, Ιστορία, Γεωγραφία, Φυσική Ιστορία κ.λ.π.

