Στην ομιλία του στο μνημόσυνο των 62 Μαρτύρων ο ιστορικός ερευνητής κ. Γιώργος Παναγιωτάκης ανέφερε:

“Υπάρχουν χώρες και λαοί που υφίστανται αδρανείς την ιστορία τους. Υπάρχουν ακόμα λαοί που σκαλίζοντας το παρελθόν, προσπαθούν να δημιουργήσουν ιστορία.

Υπάρχουν τέλος λαοί που από καταβολής τους με τους αγώνες και τις θυσίες τους, γράφουν και παραδίνουν ως παράδειγμα την ιστορία τους. Η Κρήτη και οι Κρητικοί ανήκουν στην κατηγορία αυτή. Οι προγονικές φωνές ηχούν στʼ αυτιά τους ως εθνικό χρέος και ηθική επιταγή, και τους κρατούν ξάγρυπνους υπερασπιστές της τιμής, της ελευθερίας και της ανθρώπινης αξιοπρέπειας.

Η Κρήτη μας είναι πολύμορφα σημαδεμένη από το χρόνο και την ιστορία. Η τελευταία ιστορικοπολεμική της περιπέτεια που άφησε άφωνο τον κόσμο, είναι η επική μάχη της Κρήτης, που πρόσφατα γιορτάσαμε την επέτειό της.

Το άφθονο κρητικό αίμα που έχει μουσκέψει την κρητική γη είναι ακόμα ζεστό. Το δάκρυ δεν έχει στεγνώσει και ο καπνός από τις βομβαρδισμένες πόλεις δεν έχει σκορπίσει. Και στη φάση αυτή, χωρίς την παραμικρή μάλιστα καθυστέρηση, συγκροτούνται οι πρώτες ένοπλες αντιστασιακές ομάδες, που τροφοδοτεί η προαιώνια αντιστασιακή τακτική και η δίψα για λευτεριά.

Ηταν ακόμα και μια ανταπόδοση στα σκληρά γερμανικά αντίποινα κατά του άμαχου πληθυσμού. Δεν υπάρχει οικογένεια όπως γράφει ο Παντελής Πρεβελάκης να μη θρηνεί θύμα στο βωμό του άνισου αυτού αγώνα.

Στους τίμιους σταυρούς των μαρτύρων, ο τύραννος δεν μπόρεσε να σταυρώσει το πνεύμα τους.

Εμειναν οι τάφοι για να θυμίζουν τη δόξα τους. Και ας σημειώσουμε πως η αντίσταση φουντώνει στην Κρήτη, που είναι η πιο πυκνά κατεχόμενη περιοχή της Ευρώπης, αφού η αναλογία ιταλογερμανικού και ντόπιου στοιχείου, είναι 1:5. Το πρώιμο ακόμα και εθελοντικό αυτό ξεσήκωμα έχει μια ξεχωριστή βαρύτητα στη χρονική λοξοδρόμηση των παραπέρα κατακτητικών σχεδίων του γερμανικού στρατού. Η αντιστασιακή δράση κρατεί δεσμευμένο μεγάλο μέρος των δυνάμεων κατοχής, το καταπονεί συνεχώς και το αποστερεί από άλλα μέτωπα του πολέμου. Του δημιουργεί ακόμα το αίσθημα ανασφάλειας στο έδαφος που έχει καταλάβει. Ο Ι.Μ. Παναγιωτόπουλος αποδίδει πολύ εκφραστικά το πνεύμα της αντίστασης του κρητικού λαού όταν γράφει: “Και σε τούτο το μεγάλο πόλεμο που μόλις έχει τελειώσει, η κρητική Αντίσταση στάθηκε ξάφνιασμα από τα πιο βαρυσήμαντα. Λίγος τόπος, λίγος λαός αντίκρυ στο τρομακτικό γεωγραφικό διαμέτρημα του αιώνα. Και την πούλησε τη λευτεριά του ακριβά, στιβάζοντας στο ένα τάσι της ζυγαριάς τους σκοτωμένους αντίμαχους και στο άλλο σταλαματιά τη σταλαματιά το αράθυμο αίμα του.

Την Κρήτη πρέπει να την σκοτώσεις για να τηνπάρεις. Ζωντανή δεν παραδίνεται. Και σκοτωμένη ανασταίνεται, για να ξεκινήσει καινούριους δρόμους. Και η αντίσταση στην Κρήτη εκδηλώνεται με διάφορους τρόπους. Συνάπτονται μάχες ή με το φόβο της αποτρέπονται αντίποινα ή καταστροφές σε βάρος του ντόπιου στοιχείου. Συνεργάζονται ακόμα με τις μυστικές συμμαχικές υπηρεσίες παρέχοντας χρήσιμο πληροφοριακό υλικό και συμμετέχουν στην απαγωγή και φυγάδευση στρατηγών, όπως του Κράϊπε και του Κάρτα. Συμμετέχουν επίσης σε Σαμποτάζ, όπως είναι το σαμποτάζ στο αεροδρόμιο Ηρακλείου τη νύχτα της 13ης Ιουνίου 1942 που αποτέλεσε και την αφορμή για την εκτέλεση 50 επίλεκτων μελών της κοινωνίας μας που οι ψυχές τους μαζί με τους 12 που λίγο πριν και για άλλους λόγους είχαν εκτελεστεί, περιϊπτανται σήμερα ανάμεσά μας. Το Σαμποτάζ στο αεροδρόμιο του Ηρακλείου, υπήρξε ένα παράτολμο, επικίνδυνο και δύσκολο εγχείρημα. Επληττε όμως σημείο καίριας στρατηγικής σημασίας αφού από το αεροδρόμιο αυτό, καθώς και από τα αεροδρόμια του Καστελίου και Τυμπακίου, γινόταν ο ανεφοδιασμός σε καύσιμα, πυρομαχικά και τρόφιμα, των δυνάμεων του Ρόμμελ στο μέτωπο της Αφρικής.

Το Συμμαχικό Στρατηγείο της Μέσης Ανατολής και η 8η Στρατιά αποφασίζουν χωρίς χρονοτριβή την άμεση καταστροφή των κέντρων αυτών. Μια επιλεγμένη ομάδα την οποία αποτελούν ο Γάλλος ταγματάρχης Ζωρζ Μπερζιέ, ο Αγγλος λοχαγός Τζωρτζ Τζέλικο, οι λοχίες Ζακ Σιμπάρ και Μακ Μουό, ο δεκανέας Πιέρ Λεοστίκ και ο έφεδρος ανθυπολοχαγός Κωστής Πετράκης, αποτελούν την ομάδα που επωμίζεται τη δύσκολη αυτή στρατιωτική επιχείρηση. Αφού πλησιάζουν με το παλιό ελληνικό υποβρύχιο “Τρίτων” το αεροδρόμιο, κινούνται με ταχύτητα και προφύλαξη για να τοποθετήσουν στα ντεπόζιτα των 17 γερμανικών αεροπλάνων που είναι σταθμευμένα, αντίστοιχες χελώνες σε μορφή βεντούζας. Μια πύρινη φλόγα που φωτίζει ολόκληρη την περιοχή και δημιουργείται από την ανατίναξη των 17 γερμανικών αεροπλάνων και την πυροδότηση των αποθηκών καυσίμων, πιστοποιεί την επιτυχία του εγχειρήματος. Οι Γερμανοί μπροστά στην καταστροφή και την ταπείνωση, στράφηκαν αμέσως για την ανακάλυψη των ενόχων. Πρώτη σκέψη είναι να τοποθετήσουν πολυβόλα σε κεντρικά σημεία της πόλης και να τουφεκίζουν κάθε διερχόμενο ανυποψίαστο πολίτη, γιατί το αναπάντεχο κακό νομίζουν ότι προέρχεται από τους εργάτες του αεροδρομίου. Η άποψη όμως αυτή αναθεωρείται σύντομα. Γερμανικά περίπολα ανακαλύπτουν κομμάτια από τις λαστιχένιες βάρκες που είχαν χρησιμοποιήσει οι σαμποτέρς, γεγονός που τους είχε οδηγήσει στη σκέψη ότι το σαμποτάζ είναι έργο εκπαιδευμένων κομάντος. Η σύλληψή τους δεν είναι εύκολη. Είναι όμως εύκολη η σύλληψη 50 επιφανών μελών της κοινωνίας στα οποία ως αντίποινα θα ξεσπάσει η μανία και το μίσος των Γερμανών κατακτητών. Να πως περιγράφει αυτόπτης μάρτυρας ο Δημήτρης Ηγουμενάκης, υπάλληλος της Τράπεζας της Ελλάδας τότε, την ανθρώπινη αυτή τραγωδία. Αναφέρεται στις συλλήψεις των 16 πρώτων μελλοθανάτων.

“Μας οδηγούν στο Ατσαλένιο κι από κει πίσω στο φυτοπαθολογικό σταθμό. Σε λίγο μας φορτώνουν στʼ αυτοκίνητο και μας οδηγούν προς τη Χανιόπορτα. Νιώθουμε πως κάπου μας πάνε, πάντως όχι σε απλή αγγαρεία. Ισως δεν θα ξαναγυρίσομε. Υστερα από πολλές περιπλανήσεις μας οδηγούν πνιγμένους από τη σκόνη, ξεραμένους από τη ζέστη και ανήσυχους για τη ζωή μας δυτικά του Ηρακλείου κοντά στου Βιστάκη το μετόχι, στην τοποθεσία Ξεροπόταμος. Εκεί οι Αγγλοι, αρχές του 1941 είχαν σκάψει σʼ αρκετή έκταση χαρακώματα. Εκεί ακριβώς μας σταματούν οι Γερμανοί και μας διατάσσουν να σκάβομε, επιδιώκοντας την εκβάθυνση των χαρακωμάτων κατά 15-20 πόντους ακόμα. Αρχίσαμε τη δουλειά. Κύμα απελπισίας πλημμυρίζει τις ψυχές μας. Το σκαπέτι δύσκολα υποτάσσεται στα χέρια μας. Νιώθουμε όλοι πως κάποιο συνταρακτικό δράμα θα εξελιχθεί εδώ. Ασφαλώς θα είμαστε οι τραγικοί πρωταγωνιστές του. Ποιος ξέρει; Σκάβουμε το λάκκο μας; Συνεχίζουμε το σκάψιμο. Η ζέστη τρομερή. Η σκέψη ανήσυχη τρέχει κοντά στους δικούς μας, τα σπίτια μας, τα παιδιά μας. Μια στάλα νερό, θα μας ήταν σωστός θησαυρός. Αδύνατο πια να συνεχίσουμε, το στόμα μας κατάξερο. Τα σπλάχνα μας τα θερίζει φωτιά. Τα πρόσωπα των φρουρών που θα γίνουν σε λίγο δήμιοι, είναι άγρια, συννεφιασμένα. Δεν δείχνουν διόλου, πως αν τους ζητήσουμε λίγο νερό θα συγκινηθούν... Κατά τις 6μ.μ. διακρίνουμε στο βάθος να προχωρεί προς την κατεύθυνση τη δική μας μια ομάδα ομήρων. Σε λίγο άλλη, άλλη. Αρχίσαμε να καταλαβαίνουμε καλύτερα την τραγωδία που θα εκτυλιχθεί μπροστά μας. Προσπαθούμε να διακρίνουμε πρόσωπα, μα είναι αδύνατο. Μονάχα κάποιος αναγνωρίζει τον παπά Σηφάκη από την ενδυμασία του... Η ώρα της εκτέλεσης πλησιάζει. Είναι περίπου 7μ.μ. οι μελλοθάνατοι γράφουν βιαστικά διάφορα σημειώματα και ύστερα μέσα σε μια ατμόσφαιρα πατριωτικής έξαρσης, αρχίζουν όλοι μαζί και ψάλλουν τον Εθνικό Υμνο και το “Από φλόγες η Κρήτη ζωσμένη”. Το απόσπασμα παρατάσσεται, και ο επικεφαλής αξιωματικός φωνάζει από τον κατάλογο πέντε ονόματα. Τους τοποθετεί μπροστά από το χαράκωμα. Δυο ριπές ταχυβόλου και τα θύματα σωριάζονται κάτω. Ξαναδιαβάζεται ο κατάλογος. Παίρνουν άλλους πέντε. Αλλοι πέφτουν μέσα στο χαράκωμα, άλλοι απʼ έξω. Μας φωνάζουν και τους σπρώχνουμε μέσα. Αυτοί που περιμένουν τη σειρά τους για να τουφεκιστούν, στέκουν λίγα μέτρα παρά πέρα και παρακολουθούν την τρομερή σκηνή. Παίρνουν και άλλους πέντε. Είναι και ο παπα Σηφάκης. Ψάλλει το “Χριστός Ανέστη”. Και το ταχυβόλο εξακολουθεί να θερίζει. Μου κάνει εντύπωση η ψυχραιμία τους, το θάρρος όλων τους. Καμμία λιποψυχία. Κανένα δάκρυ. Οχι, κάποιος δακρύζει. Είναι ο επικεφαλής αξιωματικός. Νιώθει άραγε το βάρος του εγκλήματος; Νιώθει πως και αυτός είναι υπεύθυνος; Τα ταχυβόλα εξακολουθούν τον απαίσιο ξηρό κρότο τους, να θερίζουν ζωές ανθρώπινες. Το χιτλερικό τέρας πρέπει να κορέσει καλά τη δίψα του για αίμα. Πολλοί δεν μένουν στον τόπο τους και τους ρίχνουν χαριστική βολή.

Μετά την άνανδρη και πολυαίμακτη αυτή θυσία, ακολουθεί ο δραματικός επίλογος του διοικητή Φρουρίου Κρήτης, που ως ανακοίνωση λέει: “Εξαιτίας σοβαράς ενέργειας σαμποτάζ ήτις έλαβε χώραν κατά την νύκτα της 13ης προς την 14η Ιουνίου 1942 και εις την οποίαν ενέργειαν συμμετείχεν εμμέσως και μέρος του πληθυσμού, ετυφεκίσθησαν κατά την 14ην Ιουνίου 1942 εις Ηράκλειον 50 όμηροι. Αλλά φαίνεται πως ο μήνας Ιούνιος για το Ηράκλειο ξυπνά δραματικές μνήμες που βρίσκονται στους μηχανισμούς της. Στις 15 Ιουνίου 1943 γίνεται το μεγάλο μπλόκο της Κρήτης. Συλλαμβάνονται περισσότερα από 282 άτομα και κλείνονται στο Μακάσι της πόλης, τα περισσότερα από τα οποία αφήνουν την τελευταία τους πνοή στα στρατόπεδα της Γερμανίας και της Πολωνίας. Στις 8 Ιουνίου 1944 από την ίδια φυλακή του Ηρακλείου επιβιβάζονται στο πλοίο “Δανάη” ή “Ταναΐς” 416 όμηροι από το Ηράκλειο για τον Πειραιά που όμως δεν θα φτάσουν ποτέ στον προορισμό τους, αφού το πλοίο βυθίζεται κοντά στη Σαντορίνη, από συμμαχικό υποβρύχιο ή κατʼ άλλους από τους ίδιους τους Γερμανούς.

Τα μέτρα που πήραν οι Γερμανοί και μετά την εκτέλεση των 62 εθνομαρτύρων, ήταν σκληρά. Εφτασαν στο σημείο να απαγορεύουν ακόμα και τα μνημόσυνα εις μνήμη των θυμάτων. Μια ηλικιωμένη γυναίκα ανηφορίζει λίγες μέρες μετά την εκτέλεσή τους, με τη φορεσιά του πένθους άφωνη και δακρυροούσα στην εκκλησία του χωριού Βασιλειές κρατώντας ένα πήλινο πιάτο με κόλλυβα. Εχει συνεννοηθεί με τον εφημέριο ιερομόναχο Δωρόθεο Τσαγκαράκη από το Λασίθι, να κάμει μια κρυφή λειτουργιά. Εμοιαζε με πρόσωπο αρχαίας τραγωδίας που το είχε διαπεράσει ο ανθρώπινος πόνος και το είχε σημαδέψει η ανθρώπινη θλίψη. Ο μικρός νεωκόρος ζητά από τον ιερουργούντα να μάθει ποιά είναι η χαροκαμένη αυτή γυναίκα, που στέκεται άφωνη με τη θλίψη ζωγραφισμένη στο πρόσωπό της. Κι εκείνος με μυστικό τρόπο του απαντά ψιθυριστά: Είναι η μάνα του δημάρχου Ηρακλείου Μηνά Γεωργιάδη που οι Γερμανοί σκότωσαν μαζί με το δήμαρχο και άλλους δυο γιούς της. Ο ιερέας επίσης ως αντιστασιακός εκτελείται τρεις μήνες αργότερα.

Αθάνατοι νεκροί. Μαζευτήκαμε σήμερα στον ιερό τούτο χώρο μνήμης και περισυλλογής, για να σας αποδώσουμε την τιμή που σας ανήκει, και να σας διαβεβαιώσουμε ότι το τίμιο αίμα που δώσατε για την πατρίδα, δεν πήγε άδικα. Ο αγώνας σας για την ελευθερία, την ανεξαρτησία, την εθνική αξιοπρέπεια και τις πνευματικές γενικότερα αξίες, απέδωσε τους αναμενόμενους καρπούς. Είστε στυλοβάτες ακόμα και της Αγίας Τράπεζας, του μικρού αυτού ναού, που καθαγιάστηκε με λείψανα αγίων, αλλά και με τα διάτρητα από τις σφαίρες των δημίων κόκκαλά σας. Σήμερα με τους άσπονδους παλαιούς εχθρούς μας γίναμε ομοτράπεζοι και οι σχέσεις μας σε όλα τα επίπεδα έχουν αποκατασταθεί. Η επιτάφια όμως πλάκα της ιστορίας που σκεπάζει το παρελθόν είναι κατάγραφη με ονόματα στα οποία συναριθμούνται και τα ονόματα των 62 σημερινών εθνομαρτύρων που δεν μνημονεύτηκαν κατά την εκτέλεσή τους λόγω απαγόρευσης. Εμείς την ιστορία μας δεν την ξεχνούμε. Υποκλινόμαστε στη μνήμη των νεκρών μας και εκφράζουμε την ευχή η μνήμη αυτή να μείνει αιώνια, για να φωτίζει τις επερχόμενες γενιές, στο δρόμο του καθήκοντος. Ας ευχηθούμε ακόμα να μη γευθούμε στο μέλλον, αυτές τις δραματικές εμπειρίες του αγύριστου παρελθόντος”.