Του Γιάννη Ζωράκη

Είναι η νέα γενιά “εργατών της επαιτείας”. Τόσο νέα, που με δυσκολία συμπληρώνει δέκα χρόνια ζωής.

Η νέα αυτή γενιά, απαρτίζεται από παιδιά που τριγυρίζουν στους δρόμους του Ηρακλείου με σκοπό να κερδίσουν κάποια χρήματα “για να φάνε”, όπως τα ίδια υποστηρίζουν.

Κατάγονται κυρίως από βαλκανικές χώρες, με την συντριπτική πλειοψηφία τους να έρχεται από την Αλβανία. Τα πιτσιρίκια αυτά ωστόσο, αν και δεν πηγαίνουν σχολείο, εμφανίζονται “καλά διαβασμένα”. “Είμαι από Ξάνθη”, “είμαι από Λάρισα”, “είμαι από εδώ” είναι οι συνηθέστερες απαντήσεις τους σε ανάλογες ερωτήσεις, αν και μεταξύ τους μιλούν κυρίως, Αλβανικά.

Η «Π» σε μια περιήγηση στο κέντρο της πόλης, έψαξε και βρήκε τους “μικρούς επαίτες”, συνομίλησε μαζί τους κι έδωσε ως αντάλλαγμα, περίπου δέκα ευρώ. Διότι, στον δικό τους παιδικό κόσμο, τα πάντα είναι συναλλαγή. Ακόμα και το “καλημέρα”.

“Δεν ξέρω από πού είμαι, ξέρω μόνο ότι ζω εδώ” λέει με άγριο τόνο φωνής, ένα κοριτσάκι με το ακορντεόν στον ώμο κι ένα παγωτό στο χέρι.

“Και πώς σε λένε;” το ρωτάμε. “Δεν ξέρω. Μπέμπα” απαντά και συνεχίζει προς Δαιδάλου. Η ώρα είναι 12.00 το μεσημέρι κι η “δουλειά” πολύ. Για σχολείο ούτε λόγος.



Κανόνες



Σʼ αυτή τη μικρή κοινωνία των παιδιών που επαιτούν, οι κανόνες λειτουργούν περίεργα. Τα μεγαλύτερα δρουν ως προστάτες, καλώντας με φωνές τα μικρά, όταν αυτά “ξεχνιούνται” και μιλούν για τη ζωή τους. Τις περισσότερες φορές κινούνται σε ομάδες, αν και υπάρχουν περιπτώσεις…μοναχικών ζητιάνων.

Σε καμία περίπτωση τα παιδιά δεν αποκαλύπτουν το που μένουν, ενώ επιπρόσθετα, έχουν μάθει να κάνουν σαφές, πως οι γονείς τους -αν και όπου υπάρχουν- δεν τους επέβαλαν την επαιτεία.



Ακριβό το σχολείο



Κανένα από τα “παιδιά των δρόμων” δεν πηγαίνει σχολείο. Κι αυτό γιατί το “μεροκάματο” βγαίνει δύσκολα, οπότε πρέπει να βρίσκονται στους δρόμους από νωρίς το πρωί.

“Δεν πάω σχολείο γιατί δεν έχω λεφτά” λέει ο Γιώργος, ένα από τα παιδιά, γύρω στα οχτώ. Κι όταν του απαντάμε πως το σχολείο είναι δημόσιο και δεν χρειάζονται χρήματα, η απάντηση του για οχτάχρονο παιδί, είναι αποστομωτική: “Πώς δεν χρειάζονται; Και τα τετράδια; Τα μολύβια; Η τσάντα; Το φαγητό μου στα διαλείμματα;”

Ο Γιώργος, υποστηρίζει πως δεν έχει σπίτι. Κάθε ημέρα κοιμάται και αλλού μας λέει. Η μαμά του ξέρει να βρίσκει πού θα κοιμηθούν, αυτός και τα δύο αδέρφια του. Δεν ξέρει όμως μάλλον, πώς πρέπει να συμπεριφερθεί για να μεγαλώσουν σωστά αυτά τα παιδιά.

Αν είναι αλήθεια τα όσα υποστηρίζει φοβισμένα ο Γιώργος, στο Ηράκλειο ήρθε από την Ξάνθη. Πατέρα δεν έχει και είναι ο μόνος που δουλεύει από την οικογένεια.

“Να πας να πάρεις κάτι να φας” τον νουθετούμε, δίνοντας του κάποια χρήματα.

“Να πάρω και για τα αδέρφια μου κύριε;” απαντά με τρεμάμενη φωνή και συνεχίζει:

“Είμαι γραμμένος στο σχολείο. Κι όποτε έχω λεφτά, πηγαίνω, να το ξέρετε”.



Μουσική επαιτεία



Ένας άλλος Γιώργος, είναι από τους πιο παλιούς στην…πιάτσα. Κάθε μεσημέρι, δίνει παράσταση με το μπαγλαμαδάκι του. Τον συναντήσαμε όταν ήταν έτοιμος να φύγει, γύρω στη μία και μισή.

Με αλβανική προφορά λέει πως είναι από το Ηράκλειο, αν και γεννήθηκε στη Λάρισα. Μπερδεμένη γενιά.

Ο Γιώργος έχει οικογένεια, αλλά μόνο ο πατέρας του δουλεύει “στις ταράτσες” και δεν είπε ποτέ στον Γιώργο να περιφέρεται στους δρόμους μαζεύοντας χρήματα. Του είπε βεβαίως, πως γυρίζοντας στο σπίτι, θα είναι εκείνος που θα παίρνει τα λεφτά.

“Ο πατέρας μου κρατάει όσα θέλει και τα υπόλοιπα τα παίρνω εγώ” μας λέει κι όταν εμείς του αντιτείνουμε πως ο πατέρας του έχει τη δική του δουλειά, άρα δεν χρειάζεται χρήματα, απαντά κοφτά: “Έτσι είναι η συμφωνία”.

Συμφωνία κυρίων, σε διαλυμένη ψυχή μινόρε.



Το…ακορντεόν



Βασικό αξεσουάρ στους σύγχρονους, μικρούς επαίτες, είναι το ακορντεόν. Ακορντεόν κρατά κι ο Μάριος από τα Τίρανα, ο οποίος διαφέρει από κάθε άλλο παιδί στο δρόμο. Γιατί ο Μάριος είναι ίσως ο μικρότερος επαίτης του κέντρου κι ο πιο…τρέντι. Μαλλί κομμωτηρίου, σκουλαρίκι στο αυτί κι ένα βλέμμα που αναζητά μονίμως το παιχνίδι. Το απόλυτο παράδοξο.

“Οι γονείς σου ξέρουν τι κάνεις;” ρωτάμε κλασικά. “Ναι ξέρουν” απαντά. Ρητορική η ερώτηση. Και βέβαια ξέρουν, αφού αυτοί καρπώνονται τα χρήματα που βγάζει. Η παρέα του, μεγαλύτερης ηλικίας, με το ένα μάτι τον προσέχει και με το άλλο “φλερτάρει” την ευθεία για να τρέξει αν χρειαστεί. Δεν ξέρουν ποιοι είμαστε. Καλοί; Κακοί; Απʼ την Ασφάλεια; Έχουν το νου τους.

“Μάριε πας σχολείο;”

“Ναι πηγαίνω”.

Σίγουρα δεν πήγε χθες. Και το πιθανότερο είναι να μην πήγε καμία μέρα.



Αποδράσεις



Την ανάγκη να ζήσουν για λίγο την παιδική τους ζωή, έχουν οι μικροί επαίτες της πόλης. Πολλές είναι οι φορές μέσα στην ημέρα που σταματούν για φαγητό ή για γλυκό. Κι οι καταστηματάρχες με τρόπο ανεκτικό, τους το προσφέρουν δωρεάν, αφού βεβαίως οι μικροί, πρώτα το έχουν απαιτήσει.

Μετά το φαγητό όμως, σʼ αυτό το “περίεργο διάλειμμα εργασίας”, έχουν ανάγκη από παιχνίδι. Έχουν ανάγκη κι από μόρφωση βεβαίως, αλλά αυτά είναι…ψιλά γράμματα.

Σʼ αυτές τις “αποδράσεις” τους, γίνονται προσφιλές θέμα των ξένων επισκεπτών της πόλης, που με πάθος φωτογραφίζουν τα μικρά παιδιά, σε μια “εικονική εξαγωγή της εισαγόμενης επαιτείας”. Μιας επαιτείας συνώνυμο της έμμεσης καταστροφής παιδικών ψυχών, που μάλλον δεν συγκινεί ιδιαίτερα την Πολιτεία.