«Π»: Ποιος είναι ο στόχος των Λεσχών Ανάγνωσης και πώς λειτουργούν;

Μαρία Φραγκιαδάκη: Είναι μια εμπειρία επιτυχημένη σε άλλες χώρες. Για τη χώρα μας είναι μάλλον κάτι σχετικά καινούργιο. Ξεκίνησε σαν προσπάθεια, πιο οργανωμένη -αν δεν κάνω λάθος- κυρίως από το Εθνικό Κέντρο Βιβλίου (Ε.ΚΕ.ΒΙ.), προκειμένου να ανέβει η αναγνωσιμότητα κι ο κόσμος να έρθει πιο κοντά στο βιβλίο.

Κι είναι αλήθεια πως στην εποχή των ειδώλων και της τηλοψίας, χρειάζεται μια εκστρατεία υποστήριξης του βιβλίου. Σας θυμίζω τις σχεδόν καταστροφολογικές συζητήσεις, παλιότερα, για το θάνατο του βιβλίου και γενικά του έντυπου λόγου, από την ακατανίκητη δύναμη της τηλεόρασης, του βίντεο, του διαδικτύου. Ευτυχώς, δεν εξελίχτηκαν έτσι ακριβώς τα πράγματα. Ωστόσο πρέπει να επαγρυπνούμε. Χρήσιμα και πολύ βολικά είναι όλα τα προηγούμενα και ίσως και πιο συναρπαστικά. Μα το διάβασμα είναι κάτι άλλο. Το διάβασμα καλών βιβλίων είναι γνώση, είναι απόλαυση, είναι καλλιέργεια της φαντασίας, είναι δημιουργική εκμετάλλευση του ελεύθερου χρόνου. Και κάποια ʽαντίστασηʼ στην ομοιομορφία της ισοπεδωτικής εικόνας… Είναι όμως και μια μοναχική περιπέτεια. Εδώ τώρα έρχονται οι Λέσχες Ανάγνωσης κι αυτή τη μοναχική κατάσταση, μπορεί να την μετατρέψουν σε συντροφικότητα, συνεργασία, συνεύρεση, μοίρασμα. Άνθρωποι που διαβάζουν, βρίσκονται, κάνουν παρέα, συμφωνούν εκείνοι, με ελεύθερες απολύτως διαδικασίες ποια βιβλία να διαβάσουν και ύστερα τα συζητούν. Εκφράζονται ελεύθερα, ανταλλάζουν απόψεις, χαλαρώνουν, περνάνε καλά και μαθαίνουν. Ενδεχομένως και να δημιουργήσουν, να γεννηθούν δηλαδή καινούργια πράγματα. Μπορούν επίσης να προκύψουν παράπλευρες δραστηριότητες. Να προχωρήσουν σε εκδηλώσεις, σε έκδοση περιοδικού, σε εκδρομές κ.τ.λ.

«Π»: Μπορεί να γίνει ένα «άνοιγμα» στο ευρύτερο κοινό;

Μαρία Φραγκιαδάκη: Βεβαίως. Εξάλλου η φιλοσοφία αυτής της κίνησης έτσι ξεκίνησε, εκεί αποσκοπεί. Δεν είναι ένα κλαμπ κλειστό, δεν είναι κάτι ελιτίστικο. Δεν είναι κάτι αυστηρά οργανωμένο, δεν αφορά ʽειδικούςʼ. Στηρίζεται περισσότερο στη ʽφιλοσοφίαʼ της παρέας, της συντροφιάς. Κάποιοι άνθρωποι μοιράζονται πράγματα που αγαπούν. Κουβεντιάζουν, πίνουν καφέ ή ποτό, μαθαίνουν, εκφράζονται...

Δεν υπάρχουν στεγανά. Έτσι π.χ. εδώ, μπορεί να ξεκίνησε από καθηγητές αλλά πλαισιώθηκε και από ανθρώπους άλλων επαγγελματικών χώρων. Απλώς η εμπειρία αποδεικνύει ότι δεν μπορούν να γίνουν πολυπρόσωπες, γιατί χάνεται το στοιχείο της ουσιαστικής συμμετοχής και επικοινωνίας και επίσης υπάρχει ο κίνδυνος να γίνει ένα δυσλειτουργικό σχήμα. Γιʼ αυτό συνήθως προτείνεται να γίνονται άλλες ομάδες, παράλληλες.

Στην Ένωση Φιλολόγων έχουμε κουβεντιάσει ήδη την περίπτωση να γίνουν παράλληλες λέσχες ή πολιτιστικά καφενεία… Γιʼ αυτό υπήρξαν και παλιότερα κάποιες σημαντικές συζητήσεις με ανθρώπους του Δήμου Ηρακλείου, υπεύθυνους για τα πολιτιστικά θέματα, κυρίως με τους: κ Ν. Ματζαπετάκη και τον Γ. Αντωνάκη και μάλιστα έγιναν και κάποιες εκδηλώσεις, σε συνεργασία με τον Δήμο Ηρακλείου, στον χώρο του Πολύκεντρου Νεολαίας. Είχε γίνει επίσης το καλοκαίρι μια συνάντηση με τον κ. Ανδρέα Σαββάκη στη Βικελαία, για το ίδιο θέμα, με αφορμή τον ερχομό του κ. Απόστολου Δοξιάδη και τη διοργάνωση Ημερίδας στο Ηράκλειο των Λεσχών Ανάγνωσης Μαθηματικής Λογοτεχνίας, συντονίστρια της οποίας ήταν η καθηγήτρια Αρετή Παπαδογιαννάκη. Πολύ ενδιαφέρον κομμάτι αυτής της ιδέας είναι η εφαρμογή της στους μαθητές. Οι μαθητικές λέσχες ανάγνωσης είναι επίσης μια σημαντική πρόκληση!

«Π»: Η ποίηση τα τελευταία χρόνια διαβάζεται λιγότερο. Πού οφείλεται αυτό και πώς θα μπορούσε να αλλάξει η κατάσταση;

Μαρία Φραγκιαδάκη: Δεν είμαι σίγουρη πως παλιότερα διαβαζότανε περισσότερο. Έχω την αίσθηση ότι σήμερα διαβάζουμε περισσότερο. Βέβαια αυτές οι γενικεύσεις είναι πολύ επισφαλείς. Γιατί πάλι μπαίνει το ερώτημα: Και σήμερα ποιοι διαβάζουν, τι διαβάζουν κ.τ.λ

Ένα όμως είναι σίγουρο, ότι γράφουν πολλοί. Γράφουν πολλοί, διαβάζουν λιγότεροι. Μοιάζει οξύμωρο, μα έτσι δείχνουν οι στατιστικές. Έχουμε ένα καταιγισμό εκδόσεων. Βέβαια αφορούν περισσότερο την πεζογραφία, προπαντός το μυθιστόρημα και πολύ λιγότερο την ποίηση. Όμως μάλλον ʽφτενόʼ είναι το σώμα της ποίησης (συγχωρήστε μου τον χαρακτηρισμό). Μπορώ λοιπόν να ισχυριστώ, έστω χαριτολογώντας, ότι διαβάζουν τουλάχιστον αυτοί που γράφουν. Οι αιτίες βέβαια του φαινομένου είναι πολλές. Θα περιοριστώ μόνο σε τούτο. Μην ξεχνάμε, πως ζούμε στον καιρό του εύπεπτου, του γρήγορου, του χρήσιμου, του αποτελεσματικού, πάντα με όρους της αγοράς... Ε, αυτά δεν είναι χαρακτηριστικά της ποίησης. Επίσης η ποίηση και μάλιστα αυτή που ονομάζουμε σύγχρονη, μοντέρνα ή υπερρεαλιστική, είναι ʽμια άλλη γλώσσαʼ. Με την πύκνωση του λόγου, την αφαιρετικότητα και την πολυσημία της, γίνεται “σκοτεινή”, δυσκολεύει στην κατανόηση ή θεωρείται μια τέχνη για ʽμυημένουςʼ. Χρειάζεται, η αλήθεια, μια στοιχειώδης γνώση και εξοικείωση. Αλλά η ποίηση δεν είναι αποκλειστικός χώρος κανενός, δεν έχουμε εδώ εξειδικευμένους.

«Π»: Η διδασκαλία της Λογοτεχνίας στο σχολείο με τον τρόπο που γίνεται φέρνει τους νέους κοντά στο λογοτεχνικό βιβλίο;

Μαρία Φραγκιαδάκη: Το θέμα της διδασκαλίας είναι ένα μεγάλο ζήτημα. Ακούγονται διάφορες απόψεις, μέχρι και ακραίες, κατά τη γνώμη μου. Τέτοια είναι και κείνη που πρεσβεύει πως η λογοτεχνία δεν πρέπει να διδάσκεται γιατί χάνει τη μαγεία της. Το έλεγα κι εγώ αυτό κάποτε. Μα τώρα είμαι κατηγορηματική. Πρέπει να διδάσκεται. Εξάλλου όλες οι τέχνες διδάσκονται. Και τις αγαπούμε αν τις γνωρίσουμε περισσότερο και καλύτερα. Αυτό λοιπόν που ίσως πρέπει να κουβεντιάσουμε, είναι αυτό ακριβώς που βάζετε και σεις, ως ερώτημα. Είναι σωστός ο τρόπος διδασκαλίας; Είναι μεγάλη συζήτηση αυτή. Θα περιοριστώ μόνο στα παρακάτω. Βεβαίως εδώ έχουμε και εμείς τις ευθύνες μας. Γιατί χρειάζεται γνώση, συνεχής αυτομόρφωση και αγάπη. Μην ξεχνάτε όμως ότι ο φιλόλογος είναι φορτωμένος με πάρα πολλά και διαφορετικά γνωστικά αντικείμενα. Χρειάζεται βοήθεια, συνεχή και ουσιαστική επιμόρφωση. Απʼ την άλλη, στο σχολείο, με την εντατικοποίηση της γνώσης, με το ʽσκόρπισμαʼ των παιδιών σε πολλά, χαρακτηριστικό των ημερών μας, με την κυρίαρχη χρησιμοθηρική αντίληψη, η αγάπη στην ουσιαστική γνώση διακυβεύεται. Δυστυχώς αυτό δεν υπάρχει μόνο στο Λύκειο, ξεκινά και από το Δημοτικό ακόμα. Είναι γνωστά πράγματα αυτά. Και δυστυχώς δεν διορθώνονται εύκολα, για να μην πω πως χειροτερεύουν. Άρα αυτό αφορά και τη λογοτεχνία, κι ακόμα χειρότερα. Συχνά μπαίνει σε υποδεέστερη μοίρα απʼ αυτήν που της αξίζει, ως γλώσσα, ως στοιχείο εθνικής και πολιτισμικής ταυτότητας. Νομίζω όμως πως, παρόλʼ αυτά τα αρνητικά, μπορεί η διδασκαλία να γίνει το ερέθισμα για τη συνάντηση του παιδιού με τη λογοτεχνία. Και εννοώ βεβαίως πως η προσφορά του εκπαιδευτικού είναι καθοριστική. Μπορεί να φανεί αυτό πολύ αργότερα. Στην ενήλικη ζωή τους. Όσο πιο νωρίς όμως γευτούν αυτή την εμπειρία, τόσο καλύτερα.

«Π»: Πώς προέκυψε η έκδοση της «Ανθολογίας Κρητικής Ποίησης»;

Μαρία Φραγκιαδάκη: Είχαμε ήδη δειλά-δειλά ξεκινήσει κάποιες συναντήσεις, άνθρωποι που ενδιαφερόντουσαν για την ποίηση. Ανάμεσα σʼ αυτούς η συνάδελφός μας φιλόλογος του 3ου Γυμνασίου, Ελένη Μωυσιάδου και η δικηγόρος η Βούλα η Επιτροπάκη οι οποίες συμμετείχαν στο Συμπόσιο ποίησης στην Πάτρα και βραβεύτηκαν, οπότε γίνανε οι σύνδεσμοι του θεσμού αυτού στο Ηράκλειο. Το Συμπόσιο είχε ήδη εκδώσει δύο τοπικές ανθολογίες, υπήρξε λοιπόν πρόταση από το 26ο Συμπόσιο Ποίησης και τον κ.Σωκράτη Σκαρτσή να γίνει και μια Κρητική Ανθολογία. Παρά τις δυσκολίες και τους ενδοιασμούς μας αγκαλιάσαμε από την αρχή αυτή την ιδέα και βοηθήσαμε στην υλοποίησή της. Βέβαια, δεν ήταν εύκολη υπόθεση, αλλά νομίζω πως άξιζε τον κόπο.

«Π»: Λέγεται ότι λιγότεροι νέοι επιλέγουν τις θεωρητικές σπουδές όσο περνούν τα χρόνια. Υπάρχουν τρόποι να επιβιώσουν και να αναπαραχθούν στην εποχή της τεχνολογίας;

Μαρία Φραγκιαδάκη: Είναι η φυσιογνωμία της εποχής. Οι θεωρητικές σπουδές περνάνε κρίση, όπως λέγεται, όχι μόνο στη χώρα μας, παντού. Στην τεχνοκρατούμενη εποχή μας δεν παρέχουν πολλές επαγγελματικές διεξόδους, τέτοιες που ανοίγονται από άλλους τομείς. Η επαγγελματική αποκατάσταση και ο φόβος της ανεργίας οδηγεί τους νέους και τους γονείς τους σʼ αυτή την επιλογή. Η υποβάθμιση των σπουδών αυτών όπως λένε, είναι συνάρτηση αυτών. Δεν έχει να κάνει, νομίζω, με την πραγματική αξία αυτών των επιστημών. Να αναφέρω ενδεικτικά μόνο ότι καμιά επιστήμη, τέχνη ή τεχνική δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς τη σκέψη, άρα τη γλώσσα. Η καλή χρήση της γλώσσας και η καλλιέργειά της είναι πρωτίστως εθνικό θέμα μα είναι και προσωπική κατάκτηση. Είναι και διδασκαλία. Δεν μπορούμε δηλαδή να βγάζουμε τεχνοκράτες, εξειδικευμένους, απαίδευτους και μονόχνωτους… Δε γίνεται.

Αλλά, για σκεφτείτε ότι τα τελευταία χρόνια στη χώρα μας έχουμε πολλούς ξένους μετανάστες. Αυτοί οι άνθρωποι πρέπει να μάθουν τη γλώσσα μας. Ανοίγονται δηλαδή περιπτώσεις διδασκαλίας της ελληνικής γλώσσας που δεν τις φανταζόμαστε πριν μερικά χρόνια.

Επίσης έχουμε ένα παρελθόν για το οποίο καμαρώνουμε. Έχουμε στη γλώσσα μας μια καταπληκτική γραμματεία αρχαία και νέα. Έχουμε πάμπολλους αρχαιολογικούς θησαυρούς και τόπους. Αν υπήρχε μια άλλη πολιτική και αξιοποιούσαμε επαρκώς αυτό το παρελθόν μας, αυτό θα έδινε πολλές διεξόδους στα νέα παιδιά που ενδεχομένως θέλουν νʼ ασχοληθούν με τις ανθρωπιστικές επιστήμες. Θέλω να τονίσω ότι οι νέοι που έχουν μια κλίση και έχουν ενδιαφέρον για τομείς που σχετίζονται με αυτές τις επιστήμες, δεν πρέπει να αποτρέπονται γιατί σίγουρα πάντα θα υπάρχει ανάγκη για ψυχολόγους, δασκάλους, καθηγητές, νομικούς, κοινωνικούς λειτουργούς. Αν τους αρέσει και το κάνουν με μεράκι θα είναι για το καλό τους και σίγουρα δε θα το μετανιώσουν.

«Π»: Ποιες είναι οι άμεσες προτεραιότητες της Ένωσης Φιλολόγων νομού Ηρακλείου;

Μαρία Φραγκιαδάκη: Αν και το τωρινό Διοικητικό Συμβούλιο της ΕΦΝΗ βρίσκεται στο τέλος της θητείας του, είχε προγραμματίσει τη διοργάνωση μαθημάτων-σεμιναρίων που αφορούν στη διδακτική των νέων βιβλίων του Γυμνασίου. Τα βιβλία αυτά ήταν και πολλά και έβαζαν ένα καινούριο πνεύμα, ήρθαν αργά στα σχολεία, οπότε υπάρχει ακόμα ανάγκη επιμόρφωσης των φιλολόγων, πέρα από εκείνη του Παιδαγωγικού Ινστιτούτου. Επίσης, είχαμε σχεδιάσει μια διημερίδα για την Ιστορία όλων των βαθμίδων της εκπαίδευσης, αλλά και τις νέες μεθόδους προσέγγισής της, πράγμα όμως που δεν έγινε και μετατίθεται μελλοντικά, επειδή η φετινή σχολική χρονιά ήταν ιδιόμορφη και χάθηκαν πολλές διδακτικές ώρες για διάφορους λόγους. Ακόμη, αυτό που έχει συζητηθεί και έχει ήδη ξεκινήσει είναι η καταγραφή λογοτεχνών του νομού Ηρακλείου από τις αρχές του 20ου αιώνα μέχρι σήμερα. Αυτό αποτέλεσε αντικείμενο μιας εργασίας που παρουσιάστηκε στο περσινό Κρητολογικό Συνέδριο και το οποίο συμπληρώνεται και φιλοδοξούμε να γίνει η ίδια προσπάθεια μελλοντικά και στον τομέα της Ιστορίας και της Λαογραφίας, όπου έχουν υπηρετήσει και αναδειχθεί πολλοί και σπουδαίοι άνθρωποι του τόπου μας. Επίσης, έχουμε συζητήσει την έκδοση ενός περιοδικού όπου θα είναι ένα βήμα σταθερό για τους ανθρώπους που ασχολούνται με όλα τα λογοτεχνικά είδη στην πόλη μας και ίσως να συνεργαστούμε με κάποιους φορείς για την υλοποίησή του.