“To μικρό, μόλις είδε τη Χρωματιστή με τα ξανθά μαλλιά, τα πράσινα μάτια και τα κατακόκκινα μαγουλάκια, άρχισε να κλαίει. Ξέρετε, εκείνο το κλάμα που βάζουν τα δικά μας παιδιά, όταν κάτι το τρομάξει πολύ.

Μα το φοβερό δεν ήταν ότι είχε τρομάξει. Αυτό ήταν φυσιολογικότατο, γιατί η Χρωματιστή για εκείνο τον κόσμο ήταν σαν αυτό που λέμε “σαν τη μύγα μες το γάλα”.

Το φοβερό, λοιπόν, ήταν ότι τα δάκρυα ή αυτό τέλος πάντων που έβγαινε από τα ματάκια εκείνου του γκρίζου μικρού πλάσματος ήταν ένα κατάμαυρο υγρό! Ένα κατάμαυρο υγρό, που έπεφτε στη γκρίζα γη και σχημάτιζε πολύ όμορφα σχήματα.

Κάποια ανθρωπάκια ήθελαν να αγγίξουν τα μαλλιά της, το δέρμα της, τα δάκρυα της.

Κάθε ανθρωπάκι γκρίζο που την άγγιζε στα μαλλιά ή στο δέρμα, ξαφνικά, όπως σας το λέω, και χωρίς να υπάρχει καμία, μα καμία απολύτως εξήγηση, μέσα ή έξω από τα παραμύθια, γινόταν έγχρωμο.

Αλλο αποκτούσε μπλε μάτια, άλλο πράσινα, άλλο καφέ, άλλο μαύρα. Άλλο αποκτούσε ξανθά μαλλιά, άλλο μαύρα, άλλο κόκκινα.

Την ιστορία μου την είπε ένας γνωστός μου, που είχε φίλο το γεράκι, που όλη αυτή την ώρα πετούσε ψηλά και τα έβλεπε όλα με ασφάλεια.

Ένας λοιπόν, έβγαλε πράσινα, καταπράσινα μαλλιά.

Άλλος απέκτησε άσπρο δέρμα, άλλος έγινε λίγο πιο σκούρος, άλλος πιο καφετί και άλλος ένα χρώμα που ήταν όπως τα δάκρυά τους.

Και λέω ήταν όπως τα δάκρυά τους, γιατί τα ανθρωπάκια κλάψανε από τη χαρά τους για το τόσο χρώμα που ξαφνικά μπήκε στη ζωή τους, μα τα δάκρυά τους δεν ήταν πια μαύρα.

Ήταν πώς το λένε αυτό που δεν έχει χρώμα καθόλου; Τέτοια...

Και μόλις εκείνα τα καινούρια δάκρυα έπεααν στη γη, έγινε η συνέχεια του δεύτερου φοβερού πράγματος.

Το χώμα έγινε καφέ. Ξέρετε τι καφέ εννοώ. Το κανονικό καφέ που έχει το χώμα.

Το γρασίδι πράσινο”.