Μπορεί η μισή Ελλάδα να ξύπνησε χθες από τον ισχυρό σεισμό 6,5 βαθμών της κλίμακας Ρίχτερ και να επικράτησε πανικός, όμως οι κορυφαίοι σεισμολόγοι της χώρας εμφανίζονται αρκετά καθησυχαστικοί.

Ο πρόεδρος του ΟΑΣΠ καθηγητής Σεισμολογίας Κωνσταντίνος Μακρόπουλος είπε ότι αυτός είναι κατά πάσα πιθανότητα ο κύριος σεισμός και το ότι έγινε αισθητός σε όλη την Ελλάδα. Αυτό οφείλεται στο μεγάλο εστιακό του βάθος το οποίο υπολογίζεται στα 60 με 70 χιλιόμετρα. Ο κ. Μακρόπουλος είπε ότι ο ΟΑΣΠ είναι σε επιφυλακή για όλα τα ενδεχόμενα αλλά κατά την εκτίμησή του "αυτός ήταν ο σεισμός και πέρασε" , όπως ανέφερε χαρακτηριστικά.

Ο διευθυντής του Γεωδυναμικού Ινστιτούτου Γιώργος Σταυρακάκης είπε ότι ήταν ένας πολύ ισχυρός σεισμός ενδιαμέσου εστιακού βάθους 70 χιλιομέτρων και αυτό ήταν που έσωσε την Ελλάδα. "Ο Θεός της Ελλάδας μας έσωσε και πάλι" είπε χαρακτηριστικά ο κ. Σταυρακάκης. Αν ο σεισμός ήταν επιφανειακός με βάθος 15-20 χιλιόμετρα θα ακολουθούσε άλλος ένας μετασεισμός 6 Ρίχτερ και θα είχαμε αρκετές συνέπειες.

Τέτοιοι σεισμοί ενδιαμέσου εστιακού βάθους, είπε, δεν έχουν αξιόλογη μετασεισμική δραστηριότητα, μπορεί να γίνονται αισθητοί σε μεγάλη κλίμακα αλλά δεν προκαλούν ουσιαστικές ζημιές. Τον παρομοίασε μάλιστα, με τον σεισμό που είχε σημειωθεί αρχές Ιανουαρίου του 2006 στα Κύθηρα και είχε μέγεθος 6,9 Ρίχτερ. Ο σημερινός σεισμός προήλθε από την περιοχή του Μυρτώου Πελάγους που είναι μια περιοχή που την ξέρουμε και κατά διαστήματα μας δίνει τέτοια μεγάλα συμβάντα.

Σε ερώτηση γιατί υπήρξε μια καθυστέρηση στην ανακοίνωση του μεγέθους, ενώ ξένα δίκτυα μέσω Ιντερνετ είχαν δώσει στοιχεία για το σεισμό, ο κ. Σταυρακάκης είπε ότι και εμείς έχουμε τέτοιο αυτόματο δίκτυο, αλλά θέλουμε να είμαστε ακριβείς στις καταγραφές μας γι αυτό και τσεκάρουμε τα δεδομένα , ξαναμετράμε τα μεγέθη για να είμαστε υπεύθυνοι σε ό,τι λέμε.

Από την πλευρά του ο καθηγητής Σεισμολογίας του Πανεπιστημίου Πατρών Άκης Τσελέντης δήλωσε ότι κατά πολύ μεγάλη βεβαιότητα δεν θα έχουμε κάποιον ουσιαστικό μετασεισμό. Ο σεισμός ήταν μεγάλου εστιακού βάθους γι αυτό έγινε αισθητός σε όλη την Ελλάδα και τέτοιοι σεισμοί δεν δίνουν ουσιαστική μετασεισμική δραστηριότητα.

Ο σεισμολόγος του Γεωδυναμικού Ινστιτούτου Γεράσιμος Δρακάτος μίλησε για μια σφοδρή δόνηση ενδιαμέσου μεγέθους που το επίκεντρο της ήταν στην παράκτια περιοχή νότια του Λεωνιδίου. Σύμφωνα με τον κ. Δρακάτο μία ώρα μετά τον αρχικό σεισμό δεν είχε καταγραφεί κάποια αξιόλογη μετασεισμική δραστηριότητα.

Το ίδιο καθησυχαστικοί εμφανίζονται και οι σεισμολόγοι του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης (ΑΠΘ). Όπως δήλωσε ο σεισμολόγος του Γεωδυναμικού Ινστιτούτου του ΑΠΘ, Μανόλης Σκορδίλης, σεισμοί ενδιαμέσου βάθους, όπως αυτός στην περιοχή του Λεωνιδίου, συνήθως, δε συνοδεύονται από έντονη μετασεισμική ακολουθία και δεν προκαλούν ζημιές.

Επισήμανε δε ότι δονήσεις αυτού του είδους δεν μπορούν να συσχετιστούν με οποιαδήποτε δράση επιφανειακών σεισμών, εκτός εάν υπάρχει διέγερση γειτονικών περιοχών. Για να συμβεί, ωστόσο, αυτό, όπως εξήγησε ο κ. Σκορδίλης, θα πρέπει να είναι ώριμη η περιοχή να δώσει κάποιον σεισμό, κάτι που ο ίδιος εκτιμά ότι δεν συμβαίνει σʼ αυτήν την περίπτωση.

Ο κ. Σκορδίλης χαρακτήρισε «μάλλον ακίνδυνο» τον πρωινό σεισμό, καθώς, όπως είπε, οι δονήσεις ενδιαμέσου βάθους, πρέπει να ξεπερνούν τα 7 Ρίχτερ, ώστε να θεωρηθεί πως μπορούν να προκαλέσουν ζημιές. Σύμφωνα με τον ίδιο, δεν υπάρχει, μέχρι στιγμής, καμία ενημέρωση που να αποδεικνύει ότι ο σεισμός έγινε αισθητός στη βόρεια Ελλάδα.