Της Κατερίνας Μυλωνά

Τα πιο συγκλονιστικά Χριστούγεννα της ζωής του αναπολεί κάθε χρόνο τέτοιες ημέρες ο επιχειρηματίας, Δημήτρης Σακαλής, ο οποίος περιγράφει στην «Π» το ταξίδι που του έμεινε αξέχαστο και μπορεί να αποδώσει με κάθε λεπτομέρεια τις εικόνες που αντίκρισε στη διαδρομή που διένυσε μέχρι να «κατακτήσει» την κορυφή του Κιλιμάντζαρου.

Ο Δ. Σακαλής αναχώρησε για την Τανζανία πριν από πέντε χρόνια με ενδιάμεσο σταθμό την Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου και την Κένυα. Όπως χαρακτηριστικά θυμάται, στη διαδρομή που ακολούθησαν με το πούλμαν έβλεπε από το παράθυρο απέραντες πεδιάδες, όπου οι τερμίτες σχημάτιζαν ολόκληρες πυραμίδες, ενώ στους χωματόδρομους υπήρχαν Αφρικανοί με κόκκινους, ριγωτούς μανδύες και τεράστια σκουλαρίκια και κρατούσαν στα χέρια τους βέργες για να οδηγούν τα βόδια τους. Μερικοί από αυτούς προσπαθούσαν να προσελκύσουν τους ταξιδιώτες για να τους πουλήσουν διάφορα αντικείμενα.

Την επόμενη μέρα, όλα τα μέλη του γκρουπ ξεκίνησαν τη διαδρομή τους με προορισμό το χωριό Machame, όπου βρίσκεται και η πύλη της ομώνυμης ορειβατικής διαδρομής σε υψόμετρο 1800 μέτρα. Πολύτιμοι συνοδοιπόροι τους στάθηκαν οι επονομαζόμενοι «Βαστάζοι», οι άνθρωποι, δηλαδή, που κρατούν τον απαραίτητο εξοπλισμό που χρειάζεται κάποιος για την ορειβασία. «Το εντυπωσιακό ήταν ότι είχαν μια ζυγαριά κρεμασμένη σε ένα δέντρο και ζύγιζαν το κάθε φορτίο που σήκωνε ο κάθε βαστάζης για να μην αδικηθεί κανείς και να είναι μοιρασμένο το βάρος εξίσου σε όλους», αναφέρει ο Δ. Σακαλής. Με αυτές τις συνθήκες και με τη σιγανή βροχή να πέφτει ασταμάτητα ξεκίνησε το ανέβασμα από παρθένα δάση μέχρι το βουνό ενώ η ομάδα περπατούσε για οχτώ ώρες με τη λάσπη να έχει φτάσει ως τους αστραγάλους τους αλλά το ηθικό τους να παραμένει ακμαίο. Εν τω μεταξύ, οι βαστάζοι προηγούνταν παρόλο που κρατούσαν στα χέρια τις σκηνές και το φαγητό. Η πρώτη διανυκτέρευση έγινε στα 2980 μέτρα υπό τους ήχους της φυσαρμόνικας του επικεφαλής της ομάδας.

Ανήμερα των Χριστουγέννων, η ομάδα ξεκίνησε και πάλι μετά από μια καλή προετοιμασία. Επί μιάμιση ώρα περπατούσαν και κατάφεραν να καλύψουν το ένα τρίτο της διαδρομής, όμως, ο ήλιος έδωσε τη θέση του στην καταρρακτώδη βροχή, κάτι που στάθηκε μικρό εμπόδιο στα μέλη της ομάδας. Σιγά –σιγά άρχισαν να διακρίνονται από ψηλά τα χωριουδάκια και οι λίμνες ενώ τα σύννεφα ήρθαν χαμηλότερα και ξεπρόβαλε όλη η ομορφιά της Σαβάνας. Τώρα, η ομάδα είχε φτάσει τα 3840 μέτρα, σημείο που κατάφερε να έρθει μετά από πέντε ώρες διαδρομή. Από εκεί φαινόταν και το χιονισμένο Κιλιμάντζαρο, η κορυφή του οποίου ήταν και το όνειρο των ταξιδευτών…

Όσο απομακρύνονταν από το υψόμετρο προσαρμογής, τα 4500 μέτρα, τα προβλήματα πολλαπλασιάζονταν, «ο φόβος να μη χαθεί κανένας της ομάδας μας ανάγκαζε να μετριόμαστε ταχτικά», περιγράφει ο Δ. Σακαλής. Ακολούθησαν πέντε ώρες ανηφορικού δρόμου, «εκεί η μαγεία του βουνού ήταν απερίγραπτη», αναφέρει. Περιγράφει, στη συνέχεια, το τοπίο που αντίκριζε όταν κατέβαινε από διαφορετική διαδρομή «άρχιζε η βλάστηση με κακτοειδή φυτά και τα φυτά της μπανανιάς είχαν στις κορυφές τους πολύ ωραία λουλούδια».

Σιγά- σιγά φτάσανε στην τέταρτη ημέρα ανάβασης με την ομίχλη και τη βροχή να τους κρατάει συντροφιά. Τις πρώτες ώρες σκαρφάλωσαν τον ογκώδη απότομο δρόμο πάνω από το Bappawco camp ενώ η βροχή έπεφτε τόσο δυνατή που επί τέσσερις ώρες δεν μπορούσαν να κάνουν ούτε μία στάση. «Τα σκαμπανεβάσματα, η πυκνή ομίχλη και η μικρή ορατότητα κατέβασαν το ρυθμό μας ενώ προσπαθούσαμε να έχουμε οπτική επαφή μεταξύ μας για να μη χαθούμε», αναφέρει ο Δ. Σακαλής. Κάποια στιγμή, μετά από πολλή ταλαιπωρία, έφτασαν στη βάση Baratu camp στα 4550 μέτρα, από εκείνο το σημείο ακολούθησαν το τελευταίο κομμάτι της διαδρομής Μwake μετά από δίωρη στάση για να «γεμίσουν» τις μπαταρίες τους.

Η ταλαιπωρία τους, όμως, ήταν ακόμα μεγαλύτερη καθώς ακολουθούσαν το δρόμο που οδηγούσε στην κορυφή του βουνού. Εκεί η θερμοκρασία ήταν στους -5ο C, το νερό που είχαν μέσα στα παγούρια τους διαρκώς πάγωνε και χρειάστηκαν σουγιάδες που έσπαγαν τον πάγο και οι ορειβάτες έπιναν στάλα- στάλα τις απαραίτητες ποσότητες νερού. «Όσο ανεβαίναμε, τα βήματά μας ήταν όλο και πιο βαριά και η υπνηλία μας πιο έντονη», περιγράφει.

Το ξημέρωμα της επόμενης μέρας τους βρήκε εξασθενημένους, σχεδόν υπνοβατούσαν όσο πλησίαζαν την κορυφή, ενώ ο αέρας έκανε τη διαδρομή τους ακόμα πιο δύσκολη ενώ σιγά –σιγά ο αριθμός των μελών της ομάδας μειώθηκε από τους δεκαέξι στους δεκατέσσερις. Ο Δ. Σακαλής κάνει ιδιαίτερη αναφορά στις ικανότητες των συνοδών τους, οι οποίοι έδιναν στην ομάδα των κατάλληλο ρυθμό ούτως ώστε να μην εγκαταλείψουν την προσπάθεια που ξεκίνησαν αλλά και να μην τους πάρει ο ύπνος λόγω της έλλειψης οξυγόνου στο ύψος που βρίσκονταν. Μόλις βγήκε ο ήλιος στην κορυφογραμμή του ηφαιστείου είδαν ένα θέαμα που άξιζε όλες τις δυσκολίες που πέρασαν μέχρι να φτάσουν εκεί. «Είδαμε στα ανατολικά μας, στην κορυφή Mawenzi σε σχήμα πυραμίδας να κόβεται στα δύο πέρα από τα σύννεφα η καταπράσινη Σαβάνα και οι ηλιαχτίδες του ήλιου να βγαίνουν σα χρυσάφι…», περιγράφει. Λίγο αργότερα, το όνειρο όλων των μελών της ομάδας έγινε πραγματικότητα, πάτησαν την κορυφή και αντίκρισαν κάτι μοναδικό, «από τις διάφορες εναλλαγές των θερμοκρασιών σχηματίζονταν παγωμένες κουρτίνες, ο ήλιος ανέβαινε και ενώ το θερμόμετρο άγγιζε τους -15ο C ο ήλιος έκαιγε το δέρμα μας ενώ η βροχή εξατμιζόταν…», αναφέρει.

Από εκείνο το σημείο το ηφαίστειο έμοιαζε με λεκάνη στη μέση του βουνού με τους παγετώνες να το κυκλώνουν ενώ από το τοπίο δεν έλειπαν και τα ηφαιστειογενή πετρώματα. Λίγο αργότερα ξεκίνησε η κατάβαση ενώ ήρθε και το πρώτο φως της μέρας οπότε και οι ορειβάτες κατάφεραν να δουν τους καταρράκτες. Η επιστροφή επεφύλασσε ανάλογες δυσκολίες με την ανάβαση και, όπως χαρακτηριστικά λέει ο Δ. Σακαλής, έπρεπε οι ορειβάτες να έχουν τα μάτια τους 400.

Την έκτη μέρα στήθηκε ένα μικρό γλέντι με τους Έλληνες και τους Αφρικανούς να ανταλλάσουν ευχές και να τραγουδάνε ο καθένας κομμάτια της χώρας τους. «Η κατάβαση ήταν πολύ πιο εύκολη, με την άνεσή μας απολαύσαμε την ομορφιά της ζούγκλας που θύμιζε άνοιξη», περιγράφει.

Ακολούθησε μια άλλη περιπέτεια, το σαφάρι στην άγρια ζούγκλα ενώ η αλλαγή του χρόνου βρήκε τους ταξιδιώτες να διασκεδάζουν μαζί με Άγγλους, Γερμανούς, Αυστριακούς και Αφρικανούς. Αφού περιόδευσαν σε διάφορα μέρη της περιοχής, συνομίλησαν με τους ντόπιους, είδαν τον τρόπο που ζουν, τις συνήθειες και τη διατροφή τους τράβηξαν το δρόμο της επιστροφής στην πατρίδα…