Ρεπορτάζ Κορίνα Καφετζοπούλου
Νέος κίνδυνος στη θάλασσα της Μεσαράς και των Χανίων.
Απειλή για το μπαρμπούνι και την κουτσομούρα Ποιοι είναι οι νέοι εχθροί στις ακτές του νησιού
Ένα τροπικό φύκι με την ονομασία Caulerpa racemosa έχει ραγδαία εξάπλωση στους κόλπους των Χανίων και της Μεσαράς και απειλεί την επιβίωση της κουτσομούρας και του μπαρμπουνιού.
Ήδη υπάρχει μείωση των πληθυσμών τους, ενώ προς το παρόν δεν υπάρχει λύση για τον περιορισμό του συγκεκριμένου χλωροφύκους.
Αυτό δεν είναι το μόνο φύκι που εξαπλώνεται σταδιακά σε όλη τη Μεσογείο.
Υπάρχει και το Caulerpa taxifolia που είναι τοξικό έχει φτάσει μέχρι τα παράλια της Κροατίας και προκαλεί πιο σοβαρά προβλήματα τόσο στις παραθαλάσσιες περιοχές όσο και στους πληθυσμούς των ψαριών.
Για το σοβαρό αυτό θέμα μιλούν στην “Π” ο ιχθυολόγος- περιβαλλοντολόγος κ. Γιώργος Τίγκιλης και ο ερευνητής του Ινστιτούτου Θαλάσσιας Βιολογίας και Γενετικής του ΕΛΚΕΘΕ κ. Κ. Ντούνας.
Μετά τον τοξικό λαγοκέφαλο που ήρθε στη Μεσόγειο από τη διώρυγα του Σουέζ και άλλα είδη συνολικά 60 απειλούν τα θαλάσσια οικοσυστήματα και τη ιχθυοπαραγωγή, στο Αιγαίo.
Υπολογίζεται επίσης, ότι από τους 12.000 καταγεγραμμένους οργανισμούς τροπικών θαλασσών, περίπου 1.000 έχουν εισβάλει στη λεκάνη της Μεσογείου μέσω της διώρυγας του Σουέζ.
Το φαινόμενο της εισβολής ονομάστηκε Λεσεψιανή μετανάστευση από το όνομα του αρχιμηχανικού Φερδινάνδου Λεσέψ που κατασκεύασε το ιστορικό αυτό έργο.
Ένας από τους λεσεψιανούς είναι και το τροπικό φύκι Caulerpa racemosa που εξαπλώνεται ραγδαία σε όλη τη Μεσόγειο. Η εμφάνιση του στο Κρητικό πέλαγος, στους κόλπους των Χανίων και της Μεσαράς ήδη έχει μειώσει τους πληθυσμούς της κουτσομούρας και του μπαρμπουνιού. Όπως εξήγησε ο κ. Τίγκιλης, το φύκι αυτό αναπτύσσεται στους αμμώδεις βυθούς - όπως των κρητικών θαλασσών - μεταβάλλει το οικοσύστημα και απομακρύνει έτσι διάφορα, αλλά ενδημικά είδη όπως η κουτσομούρα και το μπαρμπούνι. Αυτό έγινε με τον εξής τρόπο: το φύκι εξαπλώθηκε στις λασπώδης περιοχές με αποτέλεσμα τα συγκεκριμένα είδη να μην μπορούν να τραφούν σε ένα μη λασπώδη βυθό και αναγκαστικά απομακρύνονται και ψάχνουν αλλού τροφή. Όσον αφορά την εγκατάσταση τροπικών ειδών υδρόβιας χλωρίδας καταγράφονται για πρώτη φορά συστάδες του τροπικού φύκους Caulerpa racemosa στην Παλαιόχωρα Χανίων (Λιβυκό πέλαγος) και αμέσως μετά στη Σητεία Ν.Λασιθίου, στα τέλη της δεκαετίας ʼ90. Στην Ιεράπετρα το φύκος καταγράφεται ήδη σε μεγάλες ποσότητες μέσα στο λιμάνι από το 2003. Δίνοντας περισσότερες πληροφορίες ο κ. Ντούνας αναφέρει ότι τα αποτελέσματα των ερευνών δείχνουν ότι βαθυμετρικά όρια εξάπλωσης του συγκεκριμένου “εισβολικού” είδους που φτάνει μέχρι και τα 80 περίπου μέτρα στην περιοχή της υφαλοκρηπίδας του κόλπου της Μεσαράς που είναι και το μεγαλύτερο βάθος στο οποίο έχει μέχρι σήμερα αναφερθεί στην Μεσόγειο! Παράλληλα επιβεβαιώνονται ορισμένες ενδείξεις από άλλες περιοχές που υποδηλώνουν ότι η συνεχής εγκατάσταση και επέκταση πυκνών πληθυσμών του είδους στα βαθύτερα σημεία του βυθού προκαλεί σημαντικές μεταβολές με απρόβλεπτες περιβαλλοντικές συνέπειες.
Ειδικότερα για την ανατολική λεκάνη της Μεσογείου, που χαρακτηρίζεται από την μεγάλη διαφάνεια των νερών της, η κάλυψη εκτεταμένων τμημάτων της ηπειρωτικής υφαλοκρηπίδας με πληθυσμούς του συγκεκριμένου είδους ενδεχόμενα προκαλεί σημαντικές επιπτώσεις στα πεδία δραστηριοποίησης της μέσης αλιείας, γεγονός που θα πρέπει να διερευνηθεί βαθύτερα και κατά προτεραιότητα, τόνισε ο κ. Ντούνας.
Εικάζεται ότι η εισβολή του χλωροφύκους Caulerpa racemosa στην Μεσόγειο θα πρέπει να έχει συμβεί σχετικά πρόσφατα καθώς μόλις το 2003 έγινε δυνατή η φυλογενετική ταυτοποίηση της παρουσίας του που το συνδέει άμεσα με μία ενδημική ποικιλία των ακτών της δυτικής Αυστραλίας. Η παρουσία της συγκεκριμένης μορφής του είδους έχει σήμερα αναφερθεί από ένα μεγάλο αριθμό παράκτιων περιοχών της Μεσογείου και σχετικά πρόσφατα από τα Κανάρια νησιά στις δυτικές ακτές της Αφρικής. Αναπτύσσεται σχεδόν σε κάθε τύπο υποστρώματος και σε βάθη μέχρι 50 μέτρα. Κατά την διάρκεια διάφορων ωκεανογραφικών πλόων με το Ε/Σ “ΦΙΛΙΑ” στην περιοχή του Νοτίου Αιγαίου και του Λιβυκού Πελάγους στα πλαίσια διάφορων ερευνητικών προγραμμάτων του Ινστιτούτου Θαλάσσιας Βιολογίας & Γενετικής του ΕΛΚΕΘΕ, συλλέχθηκαν ποσοτικά δείγματα ιζήματος στην επιφάνεια του οποίου βρέθηκαν εγκατεστημένοι πυκνοί πληθυσμοί του χλωροφύκους Caulerpa racemosa.
Συγκεκριμένα συλλέχθηκαν δείγματα από την θαλάσσια περιοχή μεταξύ Κώ-Καλύμνου, τον κόλπο Χανίων στην βορειο-δυτική Κρήτη και τον κόλπο της Μεσαράς στην νότια Κρήτη.
Ποια άλλα ξενικά είδη εισέβαλαν στην Κρήτη
Ο λαγοκέφαλος και τα τροπικά φύκια δεν είναι τα μόνα που εντοπίζονται στο Κρητικό πέλαγος σημείωσε ο ιχθυολόγος κ. Τίγκιλης . Μετά την δεκαετία του 1990, παγιώνεται η παρουσία των ειδών της οικογένειας Siganidae, στις ανατολικές και νότιες κρητικές θάλασσες, που όμως έχουν εμφανιστεί, εδώ και αρκετά χρόνια (περίοδο γερμανικής Κατοχής) αποκαλούμενα κοινώς ως “γερμανοί”. Την τελευταία 10ετία όλο και περισσότερο καταγράφονται ξενικά είδη σε δίχτυα παράκτιων αλιέων και ένα είδος γαυροσαρδέλας στα δίχτυα των κρητικών γριγρί. Στην Κρήτη οι πρώτες αναφορές για αλλόχθονα είδη σε γλυκά νερά, όπως τίγκες, γληνιά και κυπρίνια, γίνονται από τους Ενετούς (14-16ος αι.). Η επόμενη σκόπιμη εισαγωγή το διάστημα 1937-39, αφορά το κουνουπόψαρο [Gambusia (affinis) holbrooki] σε περιοχές με έλη ή εσωτερικά νερά που μαστίζονταν από την ελονοσία (όπως η Γεωργιούπολη και ο Κουρνάς Χανίων, το Τυμπάκι Μεσαράς κ.ά). Έκτοτε το είδος έχει εξαπλωθεί και σε άλλες περιοχές π.χ. Βότομος Ζαρού).Το 1997-98 έχουμε τυχαία εισαγωγή και εγκατάσταση χρυσόψαρων (Carassius auratus) στη λίμνη Κουρνά Χανίων. Την ίδια περίοδο παρατηρείται η εξάπλωση των βουβαλοβατράχων (Rana catesbianna) στη λίμνη Αγυιάς Χανίων, μετά τη διαφυγή τους από υπό ίδρυση βατραχοτροφείο και εξάπλωση τροπικών ειδών ποταμίσιας χελώνας σε περιοχές όπως η λίμνη Κουρνά κι ο Αλμυρός Ηρακλείου.
Πώς το περιβάλλον και τα πετρελαιοφόρα επηρέασαν το περιβάλλον
Η διάνοιξη της διώρυγας του Σουέζ πριν από 137 χρόνια δημιούργησε μια δίοδο επικοινωνίας της Μεσογείου με την Ερυθρά θάλασσα και τον Ινδο- Ειρηνικό Ωκεανό.
Εκτοτε παρατηρείται μια συνεχής είσοδος υδρόβιων ειδών.
Παράλληλα έχει παρατηρηθεί η είσοδος αρκετών ειδών από τον Ατλαντικό μέσω των στενών του Γιβραλτάρ ή μέσω της μεταφοράς προνυμφών και αβγών με τα νερά έρματος των πλοίων που απορρίπτονται στις θάλασσες. Εντονότερη παρουσία λεσεψιανών μεταναστών έχουμε στην Ν.Α ζώνη που επεκτείνεται από την έξοδο της διώρυγας μέχρι τον κόλπο της Αλεξανδρέτας στα συνοριακά παράλια Τουρκίας και Συρίας. Χαρακτηριστικά σχεδόν το 50% της Ισραηλινής μηχανότρατας αποτελείται από τα λεσαψιανά είδη. Την τελευταία πενταετία μάλιστα παρατηρείται ασυνήθιστη αύξηση της παρουσίας και άλλων μεταστατών, κυρίως ιχθυοπανίδας, στις παράκτιες περιοχές της Κρήτης και της Ρόδου. Τι έφταιξε; Πώς οι κλιματολογικές αλλαγές επηρέασαν την μετανάστευση των τροπικών ειδών στη Μεσόγειο από την Ερυθρά Θάλασσα; Η απάντηση είναι απλή. Οι θάλασσες της Μεσογείου έγιναν πιο ζεστές και πιο αλμυρές . Αυτή η αλλαγή δημιουργεί ευνοϊκές συνθήκες για την εξάπλωση των λεσεψιανών.
Η αλλαγή του κλίματος σύμφωνα με τον κ. Τίγκιλη είναι μια κύρια παράμετρος αυτής της κατάστασης “σαν να πάτησε κάποιος ένα κουμπί και αρχίζουν αυτά τα είδη να εξαπλώνονται προς εμάς”. Η άλλη αιτία αναζητείται στα πετρελαιοφόρα.
Η διώρυγα του Σουέζ από τότε που δημιουργήθηκε συνέχεια διαπλατύνεται και εκβαθύνεται. Τα μεγάλα τάνκερ αποκτούν όλο και μεγαλύτερο μέγεθος. Αυτό βοήθησε τους εισβολείς καθώς το ρεύμα που δημιουργείται από την πορεία των πλοίων έχει μεγαλύτερη ταχύτητα σε σχέση με το παρελθόν.
Αυτό προφυλάσσει τον εισβολέα και γλιτώνει από τους εχθρούς του και βοηθά στο να περάσουν πολλά είδη πιο εύκολα, δημιουργεί δε τη δυνατότητα να περάσουν περισσότερα είδη πιο γρήγορα.
Επίσης μικροοργανισμοί είτε αβγά, είτε προνύμφες έρχονται με τα νερά έρματος. Το έρμα των πλοίων χρησιμοποιείται στη ναυσιπλοΐα για την ευστάθεια, και τη σωστή πλεύση. Τα πλοία γεμίζουν τις δεξαμενές τους με νερό από το λιμάνι αναχώρησης και το απορρίπτουν στο λιμάνι προορισμού. Ετησίως, μεταφέρονται 3-5 δις. τόνοι θαλασσίου έρματος αφού μέσω της ναυτιλίας μεταφέρονται περί το 80 % των υλικών αγαθών. Το θαλάσσιο έρμα περιέχει θαλάσσιους μικροοργανισμούς, όπως φυτοπλαγκτόν, ζωοπλαγκτόν κλπ. Η εισαγωγή τους σε νέο θαλάσσιο οικοσύστημα αποτελεί ένα από τα μεγαλύτερα οικολογικά προβλήματα. Πολλοί από τους μικροοργανισμούς, δεν επιβιώνουν μετά το τέλος του ταξιδιού. Υπάρχουν βέβαια και μικροοργανισμοί που θανατώνονται αφού απορριφθούν στο νέο θαλάσσιο οικοσύστημα. Όμως, κάτω από ειδικές συνθήκες, πολλά είδη που επιβιώνουν δρουν ανταγωνιστικά ως προς άλλα τοπικά είδη της θαλάσσιας οικολογικής αλυσίδας.
Όλα αυτά τα θέματα συζητήθηκαν στην της Α΄ Πανελλήνιας συνάντησης για την εισβολή ξενικών ειδών (aliens) στην Αν. Μεσόγειο, που έγινε πριν μερικές ημέρες στο Ηράκλειο.Με την πρωτοβουλία του Παράρτηματος Κρήτης του Γεωτεχνικού Επιμελητηρίου Ελλάδας (ΓΕΩΤ.Ε.Ε), σε συνεργασία με το Ενυδρείο, το Ινστιτούτο Θαλάσσιας Βιολογίας & Γενετικής (ΙΘΑΒΙΓ) του ΕΛΚΕΘΕ και τις Νομαρχιακές Υπηρεσίες Αλιείας της Κρήτης.
Συμπερασματικά φάνηκε η αναγκαιότητα συστηματικής & οργανωμένης πλέον παρακολούθησης της εξέλιξης του φαινομένου, της μελέτης των επιπτώσεων και αλληλεπιδράσεων των εισβαλλόντων ειδών με το φυσικό περιβάλλον της Ανατολικής Μεσογείου και τα αυτόχθονα είδη καθώς και το σχεδιασμό μιας στρατηγικής για την αντιμετώπισή του.
Η συνεργασία των εμπλεκόμενων φορέων μεταξύ τους αλλά και με άλλους φορείς της Αν. Μεσογείου είναι απαραίτητη για τη μελέτη του φαινομένου και το σχεδιασμό στρατηγικής αντιμετώπισης του. Συμφωνήθηκε να ενεργοποιηθεί ένα εθνικό δίκτυο παρακολούθησης με επιδίωξη να είναι στενά συνδεδεμένο με αντίστοιχους φορείς της Αν. Μεσογείου ώστε να διασφαλισθεί η αλληλοενημέρωση των ειδικών της Αν. Μεσογείου.
Την εκδήλωση στήριξαν η Περιφέρεια & οι Νομαρχιακές Αυτοδιοικήσεις Κρήτης καθώς και ο Πανελλήνιος Σύλλογος Ιχθυολόγων Δημοσίου.

