
«Υπάρχουν και σήμερα μεγάλες προσωπικότητες, αρκεί κανείς να τις αναζητήσει, να μην ψάχνει στην τηλεόραση. Πάντα υπάρχουν και είτε θα τις ανακαλύψουν μετά από κάποια χρόνια, είτε είναι δίπλα μας και δεν τις βλέπουμε.
Ο Ψαραντώνης, ας πούμε, είναι ένα μεγάλο μέγεθος, αυτό που κάνει είναι πολύ μεγαλύτερο απʼ ό,τι φαίνεται σήμερα.
Ο Βαγγέλης Παπαθανασίου, ο Νανόπουλος, ο καθηγητής, ακόμα και οι ανώνυμοι, οι Ανωγειανοί που φτιάχνουν τις μαντινάδες, ο Λουδοβίκος που μαζεύει τον ανθό του τόπου μας.
Μην τα υποτιμάμε. Ο Μόραλης ο ζωγράφος, σπουδαίος. Μεγάλων διαστάσεων… Συντελούνται πράγματα, δεν είμαι απαισιόδοξος»
Έχετε πει ότι επιτελείτε ένα χρέος με αυτή την ταινία, μας το εξηγείτε αυτό;
«Ο ελληνικός πολιτισμός είναι ενιαίος, ξεκινάει από τους Μινωίτες ως και το μέλλον μας, ένας καλλιτέχνης του ελληνικού αισθήματος δεν μπορεί παρά να αισθάνεται ένα κομμάτι του ελληνικού πολιτισμού, μια ψηφίδα του μεγάλου μωσαϊκού που είναι ο ελληνικός πολιτισμός. Ουσιαστικά, η ανώτερη τιμή που θα μπορούσε να έχει ένας καλλιτέχνης του ελληνικού αισθήματος είναι να συμβάλλει με το έργο του ως κόκκος άμμου, δεν έχει σημασία το μέγεθος, στο σχηματισμό του προσώπου της δικιάς μας φυσιογνωμίας. Αυτό είναι το χρέος του κάθε δημιουργού. Δεν έχει σχέση ο,τι κάνεις με το εγώ σου, τις επιθυμίες ή τις βλέψεις σου. Είσαι ένας στρατιώτης, ουσιαστικά, ένας ακροβολιστής πραγμάτων ανώτερων από σένα και πρέπει να τα υπηρετείς. Αυτό θεωρώ ότι είναι το μέγιστο χρέος αλλά και τιμή του καθενός μας.»
Στην ταινία βλέπουμε έναν δικό σας Γκρέκο;
«Κάθε φορά που μπαίνει ένα ανθρώπινο είναι, μια οντότητα, είναι φυσικό να περνάνε τα δικά της στοιχεία στο έργο αλλά και πάλι το έργο είναι ανεξάρτητο από μένα στην πραγματικότητα. Στην ουσία, οι πράξεις μας, τα έργα μας καθορίζουν κι όχι εμείς αυτά.»
Γιατί έγινε η πρεμιέρα του έργου στο Ηράκλειο;
«Είναι η πόλη που γέννησε το Δομίνικο Θεοτοκόπουλο αλλά και η πόλη που με γέννησε. Έχουμε δει τον ίδιο ουρανό κι εγώ και ο Δ. Θεοτοκόπουλος, τα ίδια σύννεφα πριν δύσει ο ήλιος στον Ψηλορείτη… και η ταινία δεν πρέπει να ξεκινήσει κάτω από αυτό τον ουρανό, την ευλογία, δεν πρέπει η ταινία να ευλογηθεί, να βαπτιστεί; Πρέπει να βαπτιστεί εκεί που ξεκίνησε ο ήρωας και συγχρόνως είναι μια ένδειξη τιμής προς τους ανθρώπους τους Κρητικούς που ουσιαστικά έκαναν την ταινία. Ηρακλειώτες την έκαναν, οι πρώτοι χρηματοδότες και η αγάπη του κόσμου, η προσφορά του έκαναν την ταινία κι εγώ το λιγότερο που μπορώ να κάνω είναι να φέρω την ταινία εκεί να τη βαπτίσω και να τη δείξω στους ανθρώπους που αφιλοκερδώς βοήθησαν. Στην πραγματικότητα είναι μια πρώτη παγκόσμια προβολή προς τιμή των ανθρώπων που βοήθησαν, η επίσημη πρεμιέρα θα γίνει τη Δευτέρα στην Αθήνα»
Οι βοηθητικοί ηθοποιοί από το Ηράκλειο έδωσαν ένα άλλο χρώμα στην ταινία;
«Έφεραν την αγάπη τους και το φιλμ εισπράττει τις ενέργειες και τις αρνητικές και τις θετικές. Άλλωστε, το φιλμ ενέργεια είναι. Φέρανε μια φωτεινότητα, την αγάπη τους και τη δροσιά τους, την πίστη τους για αυτή την ταινία, δεν είναι λίγο αυτό.»
Στα γυρίσματα το Ηράκλειο αγκάλιασε την ταινία, θα γίνει το ίδιο και στις αίθουσες;
«Ελπίζω, δεν μπορώ να ξέρω, η ταινία είναι αυτοδίδακτη, αυτόνομη και από δω και μετά εξαρτάται από τον τρόπο που η ίδια η ταινία θα επικοινωνήσει με τους ανθρώπους και εκείνοι πώς θα επικοινωνήσουν με την ταινία. Είναι τώρα πια έξω από μένα. Είναι σαν ένα παιδί που έχεις κάνει και παντρεύεται, υπάρχει αλλά δε σου ανήκει. Και ευτυχώς που συμβαίνει αυτό, τα έργα καμιά φορά είναι μεγαλύτερα από τους δημιουργούς.»
Τα γυρίσματα ήταν «πολυεθνικά» με Άγγλο πρωταγωνιστή και Ισπανίδα ενδυματολόγο, πόσο δύσκολο ήταν;
«Καθόλου, είναι σα να πάνε να κάνουν μια συνεργασία Χανιώτες με Ηρακλειώτες μετά από λίγο όλα πάνε νεράκι. Είναι καλή η πρόθεση και η ταινία, οι άνθρωποι που ήρθαν πίστευαν στην ταινία και έβαλαν την καλή τους ενέργεια, όλα κύλησαν πολύ ομαλά.»
Το γεγονός ότι ο Γκρέκο είναι οικουμενικός έχει σχέση με την πολυπολιτισμικότητα των συντελεστών;
«Ο Γκρέκο ήταν ένας ογκόλιθος, μεγάλος Έλληνας, Κρητικός που ανήκει στην Ελλάδα όπως ανήκει και στην Ευρώπη γιατί σε άλλες δύο χώρες, μεγάλες εκείνη την εποχή, τη Βενετία και κυρίως την Ισπανία, δημιούργησε και ανήκει στην Οικουμένη διότι η τέχνη του συνεχίζει να ωθεί την ανθρώπινη πνευματικότητα προς το Θείο μέσα από το έργο του και αυτό είναι μέσα στους αιώνες. Είναι οικουμενικός γιατί είναι μεγάλος και γιατί είναι Έλληνας.»
Η ταινία μιλάει για την προσπάθεια του νεαρού Θεοτοκόπουλου να σταθεί στο καλλιτεχνικό στερέωμα της εποχής. Οι δυσκολίες για έναν Ηρακλειώτη είναι οι ίδιες και σήμερα;
«Οι ίδιες δυσκολίες είναι σε όλες οι εποχές. Στην πραγματικότητα τι συμβαίνει; Το φως πάντα με το σκοτάδι παλεύει όπως πάλευε ο Δ. Θεοτοκόπουλος που είναι η πλευρά του φωτός, κατά τον ίδιο τρόπο παλεύει ο Βαγγέλης Παπαθανασίου. Δεν το λέω τυχαία γιατί είχε ακριβώς την ίδια διαδρομή. Ο Δ. Θεοτοκόπουλος πάλευε να πάει στο κέντρο, τότε τη Βενετία, προσπαθώντας να ζωγραφίσει με τον τρόπο που κατείχε, ήταν μαέστρος ας πούμε της βυζαντινής αγιογραφίας που καθόλου δεν ενδιέφερε τότε την Ευρώπη και έμαθε πώς ζωγραφίζουν οι Δυτικοί, Αναγεννησιακοί ζωγράφοι και είπε «όπως ζωγραφίζουν αυτοί, εγώ θα γίνω πρώτος» και έγινε. Το ίδιο έκανε ο Βαγγέλης, πήγε να παίξει στο Παρίσι τότε και προσπάθησε να επιβληθεί με το δημοτικό μας τραγούδι και σκέφτηκε «τι μουσική κάνουν τώρα, ηλεκτρονικό;» και έγινε πρώτος. Με χίλιες δυσκολίες και ο ένας και ο άλλος. Πάντα υπάρχουν αυτά αλλά νομίζω είναι μέσα στη σκηνοθεσία του Θείου, εκεί που δίνει πολύ ταλέντο δίνει και πολλά προβλήματα.»
Πώς είναι για σας το γεγονός ότι η ταινία βγαίνει στις αίθουσες με μεγάλο απόντα το Σωτήρη Μουστάκα;
«Η ταινία είναι αφιερωμένη στο Σωτήρη Μουστάκα και σε άλλους δύο που χάθηκαν εν τω μεταξύ, στο Δαμιανό Ζαρίφη που έκανε τα σκηνικά και στο Δημήτρη Σιατόπουλο, το βιβλίο του οποίου έκανα ταινία. Ήταν φίλος μου πολλά χρόνια. Εκτός του ότι ήταν ένας σπουδαίος ηθοποιός, ήταν ένας ευφυής άνθρωπος και ένας σπουδαίος Έλληνας που ζήτησε να βάλουν πάνω στο φέρετρό του την ελληνική σημαία, είναι μεγάλη πράξη αυτή. Ο Σωτήρης νομίζω ότι σκηνοθέτησε τον τρόπο που έφυγε από αυτό τον κύκλο ζωής. Ξεκίνησε την κινηματογραφική του καριέρα από μια ταινία κατά περίεργο τρόπο που είχε σχέση με την Κρήτη, ήταν αγγλόφωνη και είχε ελληνικό θέμα, τελείωσε τη ζωή του με μια ταινία που έχει σχέση με την Κρήτη, ελληνικού θέματος και αισθήματος, το τελευταίο του ίχνος το άφησε εδώ και σχηματίζεται ένας κύκλος, υπάρχει μια σκηνοθεσία. Αυτό που είναι πολύ συγκινητικό με το Σωτήρη Μουστάκα είναι ότι ήξερε ότι είναι βαριά άρρωστος και δε μας το είπε. Δεν ήθελε καταρχάς να πληρωθεί. Και αργότερα κατάλαβα γιατί. Ο Σωτήρης ήθελε να αφήσει ως προσφορά την τελευταία του καλλιτεχνική παρουσία. Όταν έμαθα ότι είναι άρρωστος, αφού τέλειωσαν τα γυρίσματα από ένα τυχαίο περιστατικό και τον ρώτησα γιατί δε μας το είπες, είπε ότι δεν ήθελε να του φερόμαστε ξεχωριστά. Αυτή την αξιοπρέπεια είχε ο Σωτήρης. Λείπει αλλά είναι παρών συγχρόνως».
Συνήθως, αφιερώνετε τη δουλειά σας σε σημαντικές προσωπικότητες, έχετε σκεφτεί την επόμενη;
«Η επόμενή μου ταινία λέγεται «Ο Θεός αγαπάει το χαβιάρι» και το θέμα της είναι η ιστορία του Ιωάννη Βαρβάκη, ενός ευεργέτη της Ελλάδας και Ρωσίας που έκανε μόδα το χαβιάρι και ενεπλάκη θετικά στην Επανάσταση του '21. Είναι τεραστίου μεγέθους πρόσωπο. Ήταν ένας ζάμπλουτος άνθρωπος, ήταν πειρατής και κατέληξε άγαλμα ως ευεργέτη μέσα στο Κρεμλίνο. Αυτός ο άνθρωπος έλεγε ότι τα χρήματα δε μου τα έδωσε ο Θεός για να τα χρησιμοποιώ αλλά για να τα δίνω στους άλλους. Αυτή την ανώτερη ποιότητα του ανθρώπου θέλω να αναδείξω.»
Αυτό κάνετε με τα έργα σας;
«Είναι φωτεινά παραδείγματα, δεν είναι τυχαίο που οι αγιογράφοι μας έγραφαν «δείξας» όπως και ο Δ. Θεοτοκόπουλος. Δείχνουν και πάντα προς τη μεριά του καλού. Αυτοί οι άνθρωποι και αυτά τα μεγέθη έχουν ενδιαφέρον. Η ανθρωπότητα χρειάζεται το καλό. Χωρίς το καλό, την αρμονία, την αγάπη θα επικρατήσει το χάος, δηλαδή ο θάνατος.»
Σήμερα λείπουν οι μεγάλες προσωπικότητες από τον κόσμο;
«Όχι, υπάρχουν αρκεί κανείς να τους αναζητήσει, να μην ψάχνει στην τηλεόραση. Πάντα υπήρχαν είτε θα τους ανακαλύψουν μετά από κάποια χρόνια είτε είναι δίπλα μας και δεν το βλέπουμε. Ο Ψαραντώνης, ας πούμε, είναι ένα μεγάλο μέγεθος, αυτό που κάνει είναι πολύ μεγαλύτερο απ ο,τι φαίνεται σήμερα. Ο Βαγγέλης Παπαθανασίου, ο Νανόπουλος, ο καθηγητής, ακόμα και οι ανώνυμοι, οι Ανωγειανοί που φτιάχνουν τις μαντινάδες, ο Λουδοβίκος που μαζεύει τον ανθό του τόπου μας. Μην τα υποτιμάμε. Ο Μόραλης ο ζωγράφος σπουδαίος μεγάλων διαστάσεων… συντελούνται πράγματα, δεν είμαι απαισιόδοξος».

