Σʼ ένα χρόνο θα συζητηθούν οι αγωγές που αφορούν στη διεκδίκηση μεγάλης έκτασης, 8,5 στρεμμάτων στην παραλιακή, μετά από αίτημα αναβολής που ζήτησε χθες από το Πολυμελές Πρωτοδικείο, ο Οργανισμός Λιμένος προκειμένου να συζητηθεί μαζί και η δική του παρέμβαση η οποία κατατέθηκε πριν λίγες μέρες.
Πρόκειται για την περιοχή, που εκτείνεται κατά μήκος της παραλιακής από το χώρο όπου βρίσκεται το λούνα πάρκ ως την Τρυπητή και όπως προκύπτει από τα έγγραφα που κατατέθηκαν ήταν βακούφιο, περιήλθε το 1884 στον Ιμπραήμ Εδεχεμ Παπουτσαλάκη και μεταβιβάστηκε με πώληση στις αρχές του 20ου αιώνα στους Κων Λιανά, Παναγιώτη Ξενάκη, Ιωάννη Τριανταφυλλίδη, Πέτρο Κόρπη, Γεώργιο Λιαπάκη και Ανδρέα Καλοκαιρινό, οι οποίοι το μεταβίβασαν στους απογόνους τους και εκείνοι στους δικούς τους ή πώλησαν τμήματά του με αποτέλεσμα σήμερα να το διεκδικούν 70 άτομα.
Τα ποσοστά ιδιοκτησίας που υποστηρίζουν ότι έχουν είναι από πολύ μικρά ως πολύ σημαντικά. Το μεγαλύτερο μέρος, δηλαδή το 20% διεκδικούν από το Ελληνικό Δημόσιο, τα Φιλανθρωπικά Ιδρύματα Καλοκαιρινού, με συμβόλαιο του 1909 ενώ ποσοστά άνω του 3% διεκδικούν τέσσερα φυσικά πρόσωπα και δύο ανώνυμες εταιρείες που εδρεύουν στην Αθήνα και το Ρέθυμνο.
Το 1/60 της έκτασης διεκδικεί ο ναός του Αγίου Δημητρίου από δωρεά με διαθήκη της Ουρανίας Ξενάκη, το 1975.
Απαλλοτρίωση
Από την επιφάνεια αυτή, 2.058 τ.μ. έχουν απαλλοτριωθεί ήδη με τιμή ανα τετραγωνικό μέτρο 400 ευρώ, για την ανέγερση του δικαστικού μεγάρου. Η αποζημίωση έχει κατατεθεί στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων και θα μοιραστεί εφόσον ολοκληρωθεί δικαστικά η υπόθεση. Πάντως, η εκκρεμότητα που υπάρχει σε σχέση με το ιδιοκτησιακό καθεστώς, δεν καθυστερεί την πορεία ανέγερσης του δικαστικού μεγάρου.
Το δημόσιο διεκδικεί το σύνολο της έκτασης των 8,5 στρεμμάτων με το επιχείρημα ότι είναι παλιός αιγιαλός, όπως φαίνεται σε τοπογραφικό διάγραμμα του έτους 1936 και του 1914.
Την έκταση διεκδικεί και ο Οργανισμός Λιμένος, γιατί όπως αναφέρει στην παρέμβαση του, ο αιγιαλός αυτός, παραχωρήθηκε το 1960 από το Ελληνικό Δημόσιο στο τότε Λιμενικό Ταμείο και μπαζώθηκε. «Μάλιστα το 1966, η ανώνυμη εταιρεία ΞΕΚΤΕ (στην οποία μετείχαν επιχειρηματίες οι οποίοι ανήκουν στην ομάδα των διεκδικητών), πήρε άδεια από τη Λιμενική Επιτροπή για να εγκαταστήσει εκεί το εργοτάξιό της… και μετά την ολοκλήρωση του έργου κατασκευής του λιμένος αποχώρησε». Στη συνέχεια, η έκταση καταλήφθηκε από καταπατητές οι οποίοι αποβλήθηκαν το 1996 και δύο χρόνια αργότερα , το Λιμενικό Ταμείο (από το 2003 έγινε Οργανισμός) τη μίσθωσε στην επιχείρηση λούνα πάρκ.
Ο ΟΛΗ, υποστηρίζει ότι «ουδέποτε οι αντίδικοι διαμαρτυρήθηκαν για την χρήση την οποία έκανα και κάνω στο επίδικο. Ακόμα όμως και αν υποτεθεί ότι κάποτε το επίδικο αποτελούσε έστω και εν μέρει τμήμα της ιδιοκτησίας των αντιδίκων, κατέχω και νέμομαι ολόκληρο το επίδικο ήδη από το έτος 1966 και εκ του λόγου τούτου έχω γίνει κύριος με έκτακτη χρησικτησία».
Από τους Τούρκους
Είναι φανερό ότι τα επόμενα χρόνια θα υπάρξει έντονη αντιδικία για αυτή την έκταση αξίας άνω των 3.500.000 ευρω, με βάση την τιμή των 400 ευρώ ανα τμ που όρισε το δικαστήριο για το απαλλοτριωμένο τμήμα της. Σημειώνεται ότι η οικοπεδική αξία στην περιοχή αυτή είναι σαφώς υψηλότερη.
Οι διεκδικητές της έκτασης πάντως επικαλούνται συμβόλαια που έχουν συνταχθεί σε συμβολαιογραφεία του Ηρακλείου , τα περισσότερα από τα οποία αφορούν σε γονικές παροχές.
Έχει ωστόσο ενδιαφέρον να παραθέσουμε την ιστορία αυτής της έκτασης όπως παρουσιάζεται στο κείμενο της αγωγής των 70, κατά του Ελληνικού Δημοσίου.
Σύμφωνα λοιπόν με τους φερόμενους ως κληρονόμους, όταν οι Τούρκοι κατέλαβαν τον Χάνδακα, το 1669, το ακίνητο αυτό, όπως και πολλά άλλα μέσα και έξω από την πόλη, αφιερώθηκε από τον Φαζιλ Αχμετ Πασά (Κιοπρουλή) για τη συντήρηση των ιερών τεμενών που ίδρυσε και έτσι απέκτησαν την ιδιότητα του βακουφίου. Στον δε Φαζίλ , που εκπόρθησε τον Χάντακα, δόθηκε με αυτοκρατορικό αυτόγραφο.
Ο Ιμπραήμ Παπουτσαλάκης, το απέκτησε το 1884 «δυνάμει φεραγατίου του εβκαφίου Ηρακλείου) και από αυτόν το αγόρασαν αργότερα οι πρόγονοι των σημερινών διεκδικητών. Για παράδειγμα, ο Γεώργιος Λιαπάκης, φέρεται το 1918, να έχει αγοράσει από τον Τούρκο κάτοχο της έκτασης αυτής, το 50%.
Η περιοχή αυτή, περιγράφεται στους τίτλους κτήσης ως εξής: « Το ακίνητο αυτό αποτελούμενο από αγρούς καλλιεργήσιμους και χέρσους, κείμενους έξωθι της πόλεως του Ηρακλείου εκ του μέρους της πύλης του Λαζαρέτου, απέναντι του νεκροταφείου των Δυτικών και τη θέση Τρυπητή, πλησίον του λιμένος Ηρακλείου εκτάσεως εικοσιδύο ως έγγιστα ντουλουμίων , περιέχοντας μια ταβέρνα, τρεις μαγαράδες, εν πηγάδιον και εν καμίνι με όρια δυτικώς ρύακα Χρυσοπηγής, κατερχόμενο προ του οικοπέδου του νεκροταφείου των καθολικών και του Εργοστασίου Αθηνάς, ανατολικώς με ρύακα διερχόμενον πλησίον των σπηλαίων Τρυπητής, νοτίως με αμαξιτήν οδό και περιφραγμένη δια τοίχου περιοχή εργοστασίου Ξενάκη-Λιανά και βορείως με χείλος θαλάσσης.»
Υπενθυμίζεται ότι πρόσφατα, ένα άλλο μεγάλο τμήμα της παραλιακής ζώνης ακόμα και ο δρόμος κατοχυρώθηκαν ως ιδιοκτησία μετά από πολλά δικαστήρια.
Και στα δικόγραφα αυτά, οι διεκδικητές υποστήριξαν ότι οι πρόγονοί τους το αγόρασαν από ένα Τούρκο και ότι επρόκειτο για βακούφιο με απόφαση του Κιοπρουλή πασά.

