Του Νίκου Τσαγκαράκη

Eρχεται κανείς αντιμέτωπος με διλήμματα, αντιφάσεις, τον αποχωρισμό, αλλά και την ομορφιά, τη δημιουργία, τον έρωτα. Η 27χρονη Δάφνη Λαμπρινού γεννήθηκε στην Αθήνα, όμως για σπίτι της έχει το Ηράκλειο, αφού εδώ έζησε και μεγάλωσε, εδώ έφτιαξε τον κόσμο που θα χρησίμευε αργότερα ως εφόδιο και πηγή της κινηματογραφικής της διαδρομής, η οποία ξεκίνησε με την τρυφερή, πολυβραβευμένη ταινία μικρού μήκους «Paperboat» και, εκτός αν ο ήλιος ξαφνικά ένα πρωί ανατείλει απʼ τη δύση, θα συνεχιστεί με εντυπωσιακό τρόπο.

Αυτό τον καιρό η Λαμπρινού δε σκηνοθετεί κάτι συγκεκριμένο. Έχοντας ολοκληρώσει τις σπουδές της στη Σχολή Κινηματογράφου του Πανεπιστημίου της Νότιας Καλιφόρνιας (USC), παραμένει στο Λος Άντζελες όπου απολαμβάνει την τύχη να εργάζεται στη Jerry Bruckheimer Films, παραγωγό εταιρεία μερικών από τις μεγαλύτερες εμπορικές επιτυχίες των τελευταίων χρόνων όπως «Τα Κακά Παιδιά», «Ο Βράχος», «Αρμαγεδδών», «Περλ Χάρμπορ», «Πειρατές της Καραϊβικής», «National Treasure», «Déjà vu» και πολλών άλλων.

Γνωρίσαμε από κοντά τη Δάφνη πριν από λίγες μέρες στη διάρκεια των διακοπών της εδώ στο Ηράκλειο, επιδιώξαμε να μιλήσουμε μαζί της για να μάθουμε τι υποστηρίζει το ταλέντο της, και το ένστικτό μας επιβεβαιώθηκε.



«Π»: Καταρχάς, θα θέλαμε μερικές προσωπικές πληροφορίες για το ξεκίνημά σου.

Δ.Λ.: Γεννήθηκα στην Αθήνα αλλά μεγάλωσα στο Ηράκλειο. Για σπουδές επέστρεψα στα 18 μου πια στην Αθήνα, στο Αμερικανικό Κολέγιο (Deree), όπου έκανα Μ.Μ.Ε., ασχολήθηκα ιδιαίτερα με τη διαφήμιση και παράλληλα τα δύο τελευταία έτη των σπουδών μου άρχισα να δουλεύω σε κινηματογραφικές παραγωγές. Το ενδιαφέρον για το σινεμά το είχα από μικρή, για παραστάσεις και για τέτοιες δραστηριότητες. Ήθελα πάντα να εμπλέκομαι σε μαθήματα υποκριτικής, διαφήμισης, ό,τι μπορώ να κάνω σχετικά μʼ αυτούς τους τομείς… Έτυχε να βρω μια καλή καθηγήτρια θεάτρου στη σχολή, η οποία επειδή ήξερε το πάθος μου για το σινεμά με συνέδεσε μʼ έναν βοηθό σκηνοθέτη ο οποίος με πήγε στο πρώτο μου γύρισμα.

«Π»: Με τι καθήκοντα;

Δ.Λ.: Καντίνα, νερά, κουβάλημα.

«Π»: Σε τι ηλικία;

Δ.Λ.:19 ετών.

«Π»: Και η απόφαση για ένα τόσο μεγάλο βήμα όπως η Αμερική πώς προέκυψε;

Δ.Λ.: Επειδή πάντοτε μʼ απασχολούσε η τεχνική αρτιότητα, κι αφού ερεύνησα τις δυνατότητές μου εντός κι εκτός Ευρώπης, κατέληξα ότι στην Αμερική έχεις τη δυνατότητα να είσαι τεχνικά άρτιος και να κάνεις σινεμά. Δεν ήθελα ποτέ να εγκαταλείψω την ευρωπαϊκή κουλτούρα τη δική μου και του κινηματογράφου που έβλεπα και μάθαινα, αποφάσισα λοιπόν να πάω στην Αμερική να μάθω τεχνικώς αυτά που μπορώ εγώ να εκφράσω απʼ όσα ήξερα εδώ. Όταν άρχισα να κοιτάω για πανεπιστήμια στην Αμερική ήταν εντελώς τυχαίο σε ποιο θα πήγαινα, δηλαδή έπαιξε και λίγο ο παράγοντας τύχη. Κοιτώντας, όπως όλοι, την κατάταξη των πανεπιστημίων, έστειλα αίτηση στα τρία-τέσσερα πρώτα, κι έτυχε να μπω στο καλύτερο- αν και δεν ήθελα να πάω στο Λος Άντζελες, εγώ ήθελα Νέα Υόρκη κι όταν δε μπήκα έζησα μεγάλο δράμα...

«Π»: Νομίζω ότι έχει σημασία να μας πεις λίγα πράγματα για το πρόγραμμα σπουδών εκεί.

Δ.Λ.: Οι σπουδές που έκανα εκεί ήταν μεταπτυχιακές, που σημαίνει ότι ήταν σχετικώς εξειδικευμένες. Το μεταπτυχιακό καθαυτό διαρκεί τρία χρόνια, και μετά έχεις το χρόνο σου να κάνεις την πτυχιακή σου. Πηγαίνοντας εκεί έχεις τη δυνατότητα να εξετάσεις όλους τους τομείς του κινηματογράφου, πρακτικούς και θεωρητικούς. Το πανεπιστήμιο εχει τη φήμη ότι παράγει σκηνοθέτες και παραγωγούς κυρίως. Μπορείς όμως επίσης να κανείς μοντάζ, ήχο, διεύθυνση φωτογραφίας... Το υπέρ του πανεπιστήμιου είναι ότι στο πρώτο έτος σε βάζει σε ρυθμό απίστευτο να εξετάσεις όλους τους δημιουργικούς τομείς του κινηματογράφου κι αναλαμβάνεις την ίδια ευθύνη σε όλους. Δηλαδή οφείλεις να γράψεις την ταινία σου, να την κινηματογραφήσεις και να τη μοντάρεις, μαζί με τα καθήκοντα παραγωγής. Οφείλεις να τα κάνεις όλα για να τα μάθεις όλα. Το mentalité της σχολής είναι ότι όσο ξέρεις όλους τους τομείς, τόσο πιο καλός είσαι σʼ αυτό που θες να κάνεις, ό,τι κι αν είνʼ αυτό. Το έζησα αυτό, έχεις πολύ διαφορετική αντίληψη από κάποιον που δεν εχει εμπειρία παρά μόνο στη δική του ειδικότητα.

«Π»: Πώς έφτασες στο «Paperboat»;

Δ.Λ.: Το «Paperboat» ήταν η πτυχιακή μου. Τα γυρίσματα έγιναν στην Ελλάδα, με ιδιωτική χρηματοδότηση από την Ελλάδα και την Αμερική, την οποία έπρεπε νʼ αναζητήσω εγώ στο πλαίσιο των καθηκόντων μου ως -και- παραγωγού. Εδώ πάντως πήραμε χορηγία απʼ τη Dewarʼs, από τα καταστήματα «Περβολαράκης», βοήθησε η οικογένεια μου, ο θειος μου, ο νονός μου και πολλοί άλλοι. Αυτό όμως που ʽέδωσεʼ στην ταινία, είναι ότι την αγάπησαν και δούλεψαν πολύ, σα να ήμουν εγώ πολλαπλασιασμένη.

«Π»: Πού ακριβώς γυρίστηκε;

Δ.Λ.: Γυρίστηκε σε μια παράλια στο Παλιόκαστρο, στο χωριό Αβδού -έχουμε κάνει το Αβδού παραθαλάσσιο!- και σʼ ένα σπίτι της οικογένειάς μου στον Καρτερό.

«Π»: Δεν είχες άγχος για την πρώτη ταινία σου;

Δ.Λ.: Το συνεργείο ήταν γύρω στα 30 άτομα. Ναι μεν ήταν η πρώτη μου ταινια με 35mm, με σοβαρό καστ και με στόχο να την κυκλοφορήσω μετά, αλλά από τον πρώτο μήνα του πανεπιστημίου σʼ αναγκάζουν να κάνεις οντισιόν, να βρεις συνεργείο, να κάνεις όλη τη διαδικασία. Οπότε δεν ήταν ακριβώς το πρώτο μου γύρισμα.

«Π»: Ναι, αλλά το άγχος ότι αυτή θα είναι η πρώτη που θα βγει και εκτός σχολής;

Δ.Λ.: Φυσικά, αυτό σʼ αγχώνει σʼ όλη τη διάρκεια, αλλά κυρίως όταν γράφεις, γιατί αν γράψεις κάτι που είναι μισό-μισό, θα σου βγει χάλια. Αν γράψεις κάτι που είναι καλό, θα σου βγει… αρκετά καλό. Εκεί καταλήγουν όλα, στην ιστορία σου.

«Π»: Πώς αισθάνεται κανείς σʼ αυτό το σημείο της καριέρας του με τόση αναγνώριση;

Δ.Λ.: Αισθάνεσαι πολλή χαρά γιʼ αυτούς που έχουν δουλέψει στην ταινία, δεν περιγράφεται. Δεν τίθεται θέμα εγωισμού, δηλαδή δεν είναι δική μου ταινία. Όσο είναι δική μου είναι και της Φένιας, είναι και του Γιώργου που κουβαλάγανε νερά στις 3 το πρωί για να πάμε στο Αβδού επειδή εγώ τους είχα πει να πάμε να κάνουμε μια ταινία… Και τότε εγώ δεν είχα αποδείξει σε όλους αυτούς τους ανθρώπους ότι θα κάναμε κάτι το οποίο θα αποδώσει κάπως. Τέσσερις άνθρωποι ήρθαν από την Αμερική, ο διευθυντής φωτογραφίας, ενας gaffer (ηλεκτρολόγος του συνεργείου υπεύθυνος για τη σωστή τοποθέτηση, ρύθμιση και λειτουργία του φωτισμού), μία συμπαραγωγός μου και ο ήχος, όλοι οι υπόλοιποι ήταν από ʽδω ή απʼ την Αθήνα ένας-δυο τεχνικοί που χρειαστήκαμε, η μαμά μου που μαγείρευε, ο θείος μου μας έφερνε γαρίδες, κι όλοι μου οι φίλοι και οι φίλες.

Με το που τελείωσαν τα γυρίσματα, το μόνο που κάναμε εδώ ηταν να εμφανίσουμε το μισό φιλμ για να δούμε αν πάει καλά το υλικό, και μετά στείλαμε το αρνητικό από την Αθήνα στο Λος Άντζελες, το οποίο είναι τρομερό ρίσκο, αλλά το telecine έγινε εκεί τέλος πάντων. Τον Ιούλιο του 2005 έγιναν τα γυρίσματα, μετά έφυγα στο Ομάν για ένα άλλο πρότζεκτ, τέλη Αυγούστου γύρισα στην Αμερική, ξεκίνησα μοντάζ Σεπτέμβρη του 2005 και τελείωσα τέλη Νοέμβριου, μετά μιξάζ κτλ., και η ταινία είχε ολοκληρωθεί περίπου τον Απρίλιο του 2006.

«Π»: Και τα φεστιβάλ;

Δ.Λ.: Τον Αύγουστο του 2006 έπαιξε στο φεστιβάλ της Χερμόσα όπου πήρε βραβείο Καλύτερης Φωτογραφίας, μετά πήγε στο Διεθνές Φεστιβάλ Μικρού Μήκους του Λος Άντζελες όπου πήρε Γυναίκας Σκηνοθέτιδας, τον Οκτώβριο βραβεύτηκε από την Ένωση Αμερικανών Σκηνοθετών κι έκτοτε έχει παιχτεί σε 40-45 φεστιβάλ διεθνώς.

«Π»: Θα μπορούσε κανείς αν ήθελε, να κάνει μεγάλου μήκους για πτυχιακή;

Δ.Λ.: Δεν το συνιστά η σχολή, αν και έχεις τη δυνατότητα να το κάνεις, αλλά σχεδόν κανείς δεν το έχει επιχειρήσει. Εξάλλου, επειδή το σενάριο το γράφεις στη σχολή, δεν προλαβαίνεις να γράψεις μεγάλου μήκους σενάριο παράλληλα με τα μαθήματα. Ενώ μικρού μήκους μπορείς και σε επιβλέπουν ένα χρόνο πριν.

«Π»: Είναι υποχρεωτικό να γυρίζετε σε φιλμ;

Δ.Λ.: Επειδή η σχολή δέχεται τη νέα τεχνολογία, σου επιτρέπουν και σε προτρέπουν να χρησιμοποιήσεις DV, High-Def (λήψη βίντεο, υψηλής ευκρίνειας), αλλά σʼ αυτό που καταλήγεις πάντοτε, είναι ανάλογα με την ιστορία σου. Το σενάριό σου σε οδηγεί στα πάντα.

«Π»: Εσύ γιατί διάλεξες φιλμ;

Δ.Λ.: Έχει πάρα πολύ φως η ταινία, το 95% είναι γυρισμένη εξωτερικά. Συνεπώς όταν έχεις φιλμ, η γκάμα αποτύπωσης του φωτός που έχεις στη διάθεσή σου είναι σαφώς μεγαλύτερη. Επίσης, το φιλμ προσδίδει μια υφή λίγο πιο “παλιά”, ένα “ρομάντζο” στην ποιότητά της.

«Π»: Αυτή την περίοδο τι κάνεις;

Δ.Λ.: Αποφοίτησα τον Δεκέμβριο του ʼ06, και 1η Μαΐου ξεκίνησα να δουλεύω σʼ αυτή την εταιρεία που λέγεται Jerry Bruckheimer Films. Θα μπορούσα να τα εγκαταλείψω όλα και να κάθομαι να γράφω, να προσπαθώ να κάνω μεγάλου μήκους. Αλλά για μένα ηταν πολύ σημαντικό να εργαστώ άμεσα και όχι να περιμένω, αφού για να επιβιώσεις σε μια χώρα σαν την Αμερική θέλει προσπάθεια ειδικά αν είσαι αλλοδαπός. Εξίσου σημαντικό ηταν για μένα να βρεθώ ανάμεσα σε ανθρώπους που είναι οι καλύτεροι στη δουλειά τους. Εκεί εργάζομαι στον τομέα post-production. Ταυτόχρονα κάνω διάφορα μικρά πρότζεκτ, εργάζομαι σε διαφημιστικά, γράφω λίγο, έχω ξεκινήσει ένα σενάριο μεγάλου μήκους το οποίο πιάνω και αφήνω κατά διαστήματα. Επίσης, το καλό που μου έκανε το «Paperboat» είναι ότι με διαφήμισε χωρίς να το επιδιώξω. Δηλαδή κατά καιρούς μου στέλνουν σενάρια νέοι σεναριογράφοι τα οποία διαβάζω, οπότε περιμένω να δεθώ συναισθηματικά με κάτι.

«Π»: Ως θεατής, έβλεπες πολλές ταινίες, ή η ενασχόλησή σου ηταν κάτι που προέκυψε ξαφνικά ως δημιουργικό ένστικτο, πάθος;

Δ.Λ.: Σαφώς ηταν δημιουργικό ένστικτο. Επιπλέον, έχω αυτό που λέμε ʽφωτογραφικήʼ μνήμη που μου επιτρέπει να μη θυμάμαι γενικώς πολλά πράγματα, αλλά νʼ αποτυπώνω στιγμές σε μεμονωμένες εικόνες. Αλλά και με την ίδια τη φωτογραφία, θυμάμαι από το γυμνάσιο κιόλας που συνήθιζα να τραβάω υπερβολικά πολλές. Θυμάμαι τον πατέρα μου να μιλάει με σεβασμό για τον κινηματογράφο, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι είχε φανταστεί ποτέ πως θα καταλήξω εκεί. Επίσης, ανέκαθεν είχα την τάση να στήνω παραστάσεις όπου κι αν ήμουνα, με τις φίλες μου, χορογραφίες, θέατρο, στο δρόμο. Και στην Αθήνα πια ως φοιτήτρια έβλεπα σινεμά σαν τρελή- τρεις ταινίες την ημέρα.



PAPERBOAT



Σκηνοθεσία, σενάριο, μοντάζ: Δάφνη Λαμπρινού

Παραγωγή: Ερίκα Κάλλας, Δάφνη Λαμπρινού

Διεύθυνση φωτογραφίας: Τζέσι Άιζενχαρτ

Σχεδιασμός παραγωγής: Γιολάντα Μαρκοπούλου

Μουσική: Άλντο Σλάκου

Ιστοσελίδα:

www.paperboatmovie.com

Πρωταγωνιστούν: Αλεξάνδρα Αϊδίνη, Κωνσταντίνος Μαρκουλάκης, Γιώτα Φέστα, Κώστας Τριανταφυλλόπουλος

Η Μελένια ζει στη Νέα Υόρκη, επιδιώκοντας καριέρα δημοσιογράφου. Η ταινία την παρακολουθεί στο σύντομο ταξίδι διακοπών στην πατρίδα της, ένα ελληνικό παραθαλάσσιο χωριό, όπου ξαναθυμάται τον έρωτα και της υπενθυμίζεται το καθήκον.

Νοσταλγία, διχασμός, αποχωρισμός. Αυτά είναι τα τρία κυρίαρχα συναισθήματα που χαρακτηρίζουν την 18λεπτη ταινια της Λαμπρινού, παρά τα ηλιόλουστα πλάνα και την αίσθηση ελευθερίας που αποπνέει η καλοκαιρινή ατμόσφαιρα. Όντας κι η ίδια μια κοπέλα που ζει κι εργάζεται στην Αμερική, η νεαρή σκηνοθέτρια επέλεξε να γράψει και να γυρίσει μια ταινία για το δίλημμα ανάμεσα στον εφησυχασμό, την ασφάλεια του επαναπατρισμού και στην αγωνία, τη μάχη για την κατάκτηση της καριέρας σε μια μακρινή ξένη χώρα. Χωρίς να γνωρίζουμε ή να έχει καθόλου σημασία κατά πόσο αντανακλώνται δικά της συναισθήματα, η Λαμπρινού αποδίδει την αφήγησή της με μεθοδικότητα και δεξιοτεχνία, καταφέρνοντας να φτιάξει μια τρυφερή και συγκινητική ιστορία.

Η Μελένια έχει φύγει από επιλογή της. Οι γονείς της έχουν μοχθήσει ώστε να στηρίξουν οικονομικά την απόφασή της να πάει στις Η.Π.Α. για να σταδιοδρομήσει στη δημοσιογραφία. Ο τρόπος με τον οποίο επιχειρεί να τη νουθετήσει ο πατέρας της στη σκηνή του δείπνου, αφήνει να εννοηθεί ότι επρόκειτο για δικό της όνειρο στο οποίο συμφώνησαν με μεγάλη προθυμία οι γονείς της, αφού εξάλλου είναι το μοναδικό τους παιδί- και μάλιστα κόρη. Παρά το απότομο φέρσιμό του, σκοπός του πατέρα της δεν είναι να την κάνει να αισθανθεί άσχημα αλλά να της υπενθυμίσει μια πλευρά του εαυτού της που υποχωρεί κάτω από την επαφή με τον τόπο και τα πρόσωπα που αγαπάει περισσότερο και που η ίδια ίσως να μη μπορεί νʼ αξιολογήσει καθαρά.

Επιστρέφοντας στο χωριό, θυμάται το μέτρημα των αποστάσεων με βήματα, κατά τις οδηγίες της γιαγιάς της, και βλέπει τους γονείς της για πρώτη φορά μετά από πολύ καιρό. Πιο σημαντικό απʼ όλα όμως είναι ότι συναντά τον παιδικό της φίλο και έρωτα, Ιάσωνα, συμβολική σύνδεση με τον οποίο αποτελεί το χάρτινο καραβάκι του τίτλου, το οποίο αποκτά και λειτουργική χρήση μέσα στην ιστορία που ενισχύει τον συμβολισμό του, αφού τα γράμματα που ανταλλάσσουν οι δύο νέοι είναι διπλωμένα στο σχήμα του.

Η σχέση με τον Ιάσωνα είναι ίσως το πιο ζωτικό από τα πράγματα που η Μελένια άφησε ʽστη μέσηʼ φεύγοντας για την Αμερική. Μαθαίνουμε για τα αμοιβαία τους αισθήματα με μία πολύ λεπτή σκηνοθετικά κίνηση από μέρους του Ιάσωνα (ένα απλό βλέμμα), ενώ για τη Μελένια χρησιμοποιείται μια πιο προφανής -εξίσου όμως περιεκτική- αφορμή όταν τον βλέπει από απόσταση με μια άλλη κοπέλα. Τα αισθήματά τους παρουσιάζονται με ειλικρίνεια και εξασφαλίζεται ότι το παιχνίδι μεταξύ τους παίζεται ενδόμυχα, ώστε η βραδινή συνάντησή τους στην παραλία είναι όχι μόνο αναμενόμενη αλλά και προσδοκώμενη.

Αξίζει μια μικρή παρένθεση για την παραλία ως χώρο όπου διακυβεύεται η σχέση των δύο νέων. Μια παραλία σε γενικότερο πλαίσιο, είναι ενας χώρος ξενοιασιάς, ονειροπόλησης, ελευθερίας. Ένας άνθρωπος που έχει ζήσει τη ζωή του σε νησί καταλαβαίνει ίσως πολύ περισσότερο τη σημασία μιας τέτοιας τοποθεσίας, απʼ ό,τι κάποιος άλλος για τον οποίο αποτελεί απλώς εξωτικό στοιχείο των ετήσιων διακοπών του. Θέλω να καταλήξω στο ότι μου φαίνεται απολύτως ταιριαστό για τους δύο φίλους να πραγματευτούν τη σχέση τους σʼ ένα τέτοιο χώρο. Ο ανοιχτός ορίζοντας και το ατέλειωτο γαλάζιο του ουρανού, πλημμυρισμένα από το κρητικό εκτυφλωτικό φως, παρέχουν ένα ιδανικό σκηνικό για την επανένωση των δύο φίλων.

Ο φωτισμός της παραλίας μάλιστα αντανακλά τα συναισθήματα της Μελένιας. Στις δύο πρώτες συναντήσεις, οι αποχρώσεις του θαλάσσιου μπλε που λαμπυρίζει και κατακλύζει τα πλάνα της, τα κάνει αισιόδοξα και ανοίγει τις επιλογές της για το επόμενο βήμα της. Όταν πλέον έχει μπει στη μέση η αυστηρά λογική φωνή του πατέρα της, η επόμενη συνάντηση θα γίνει βράδυ, και παρότι πιο εκδηλωτική (η λεπτομέρεια του κύματος δεν εγκαταλείπεται), θα είναι και η πιο δύσκολη, αφού η Μελένια αποφασίζει νʼ ακολουθήσει τη λογική της και θα ξεγλιστρήσει διακριτικά από την αγκαλιά του Ιάσωνα κάτω από το μελαγχολικό βαθύ πορτοκαλί της ανατολής.

Το χωριό είναι ένας μικρός παράδεισος- ένα καταφύγιο σχεδόν αποκομμένο από τον υπόλοιπο κόσμο, εξοπλισμένο μόνο με τα στοιχειώδη, που φαίνεται προς στιγμήν νʼ αρκούν στη Μελένια για την υπόλοιπη ζωή της. Παρουσιάζεται ειδυλλιακό ώστε νʼ αποκτήσει νόημα το δίλημμα της ηρωίδας και να τη συμπονέσουμε γιʼ αυτό. Ακριβώς όμως επειδή γνωρίζουμε ότι έξω απʼ αυτόν βρίσκεται το επαγγελματικό -επίσης σημαντικό- κομμάτι του εαυτού της, πρόκειται για έναν μικρόκοσμο που είναι αμφίβολο αν θα την ικανοποιεί μετά από μερικά χρόνια- αν και η ταινία δεν προχωράει σε μια τόσο βαθιά θεώρηση της προοπτικής της. Εξαιτίας της ευκολίας με την οποία φαίνεται νʼ αποδέχεται την προτροπή του πατέρα της, δεν είμαστε σίγουροι δηλαδή, αν αυτό που αφήνει πίσω η Μελένια είναι μια πραγματική εναλλακτική -και πιο αυθεντική σύμφωνα με τις επιθυμίες της- ή απλώς μια βραχύχρονη φαντασίωση διαφυγής. Η αναχώρησή της εκτείνεται στους τίτλους τέλους με το υπέροχο τραγούδι του Άλντο Σλάκου που ερμηνεύει η Ιωάννα Φορτη.

Ένα μελαγχολικό φιλμ που ποτέ όμως δεν καταφεύγει σε συναισθηματική ευτέλεια και μελοδραματισμό. Ακόμη και στην αρχή, όπου το κλίμα είναι σαφώς πιο ευδιάθετο, οι ρυθμοί είναι απαλοί, οι σκηνές λακωνικές και η ηθοποιία συγκρατημένη. Οι δύο κεντρικοί πρωταγωνιστές παίζουν ήρεμα και προσγειωμένα. Είναι αδύνατο να αντισταθεί κανείς στη γλυκύτητα της Αϊδίνη, ενώ για πρώτη φορά μετά από αρκετό καιρό, ο Μαρκουλάκης είναι εξίσου συμπαθής σʼ έναν πιο προσηνή -και πιο ταιριαστό γιʼ αυτόν κατά τη γνώμη μας- χαρακτήρα απʼ ό,τι τον έχουμε συνηθίσει τα τελευταία χρόνια.

Σε 15 λεπτά καθαρής αφήγησης (χωρίς τους τίτλους), η Λαμπρινού επιδεικνύει συναισθηματική ακρίβεια, υποκριτική ευστοχία, συνέπεια ρυθμού, καθώς και σκηνοθετική καλαισθησία και πληρότητα. Δε μένει λοιπόν παρά να δούμε αν θα εξακολουθήσει παρομοίως στο μέλλον, ενώ περιμένουμε να δούμε το ταλέντο της μεγεθυσμένο πια στα μέτρα και της απαιτήσεις μιας μεγάλου μήκους ταινίας. Της ευχόμαστε καλή επιτυχία.