Πέμπτο μέρος σήμερα της έρευνας της «Π» για την αστυνόμευση στο νομό Ηρακλείου και οι δήμαρχοι περιοχών που υπάγονται στο αστυνομικό τμήμα Αρκαλοχωρίου, μιλούν για τα δεδομένα που τους δικούς τους δήμους χαρακτηρίζουν στο θέμα. Οι δήμαρχοι Αρκαλοχωρίου, Θραψανού και Ν. Καζαντζάκη θέτουν κι εκείνοι στο επίκεντρο των προβλημάτων την ανεπάρκεια του έμψυχου δυναμικού της αστυνομίας, η οποία και στην ευρύτερη περιοχή του Αρκαλοχωρίου οδηγεί στην εκδήλωση παραβατικών φαινομένων και συμπεριφορών όπως κλοπές, διαρρήξεις, οπλοχρησίες και εμπρησμούς. Όπως σημειώνει χαρακτηριστικά ο δήμαρχος Θραψανού, οι αστυνομικές δυνάμεις δίνουν τον καλύτερο τους εαυτό, ωστόσο τις περισσότερες φορές αυτό δεν είναι αρκετό, με το δήμαρχο Ν. Καζαντζάκη να επισημαίνει ως σημαντική αιτία του προβλήματος την αδυναμία επικοινωνίας αστυνομίας και της σημερινής διοικητικής μορφής των δήμων. Ο δήμαρχος Αρκαλοχωρίου, δε, καταδεικνύει ακόμα περισσότερο το μέγεθος του προβλήματος αποκαλύπτοντας σκέψεις ακόμα και για τη σύσταση ομάδων πολιτοφυλακής προκειμένου αυτό να μπορέσει να αντιμετωπιστεί αποτελεσματικά.

Ο δήμαρχος Ν. Καζαντζάκη, κ. Ρούσσος Κυπριωτάκης, λοιπόν, σημείωσε αρχικά για το θέμα ότι «αυτό που πρέπει αρχικά να σημειώσει κανείς μιλώντας για το επίπεδο της αστυνόμευσης και τα φαινόμενα παραβατικότητας που αυτή επιτρέπει ή όχι στην ευρύτερη περιοχή μας είναι ότι η αστυνομία πλέον εδώ δείχνει να έχει αποστασιοποιηθεί εντελώς και να μην έχει πλέον σε καμία περίπτωση τη δυνατότητα που είχε στο παρελθόν να γνωρίζει από κοντά τα πράγματα και να μπορεί να παρεμβαίνει έτσι αποτελεσματικά για την επίλυση των προβλημάτων». Όπως εξήγησε ο ίδιος, «τα προβλήματα αυτά που παρουσιάζονται έχουν να κάνουν με κλοπές, ζωοκλοπές, τροχαίες παραβάσεις, ληστείες, διαρρήξεις και εμπρησμούς», με την όλη αυτή κατάσταση να οφείλεται, «όπως έχουμε συμφωνήσει και στις αρκετές συναντήσεις μας με αρμόδιους φορείς της Αστυνομίας, στο γεγονός ότι υπάρχει μεγάλο πρόβλημα στη στελέχωση του Σώματος και απέχει πάρα πολύ το εύρος της οργανικής δυνατότητας του από εκείνο που οι ανάγκες της Κρήτης απαιτούν».

Στην επιδείνωση, δε, αυτών των φαινομένων, κατά τον κ. Κυπριωτάκη, «σημαντική ήταν και η επίδραση της πλήρους αποδιοργάνωσης των τοπικών αστυνομικών σταθμών», ενώ, επίσης, «ένα από τα στοιχεία που θα έπρεπε να υπογραμμίσει κανείς είναι πώς με τον τρόπο που έχει οργανωθεί η Αστυνομία σήμερα δεν έχει πολλά περιθώρια να μπορεί να συνεργάζεται αρμονικά με τη διοικητική μορφή των δήμων της ενδοχώρας, με την αύξηση των κρουσμάτων εγκληματικότητας να οφείλεται σε ένα σημαντικό βαθμό και σε αυτή την αδυναμία επικοινωνίας των δύο πλευρών».

Ο Δήμαρχος Θραψανού, κ. Μανόλης Λαδωμένος στη συνέχεια, αφού σημείωσε ότι «η περιοχή η δική μας είναι αρκετά φιλήσυχη και δεν αντιμετωπίζει σε γενικές γραμμές ιδιαίτερα προβλήματα εγκληματικότητας», επεσήμανε, ωστόσο, στη συνέχεια το γεγονός ότι «το επίπεδο της αστυνόμευσης σε αυτή δεν είναι σε καμία περίπτωση εκείνο που θα έπρεπε». Συνεχίζοντας ο ίδιος ανέφερε ότι «οι αστυνομικές υπηρεσίες, βέβαια, δεν μπορεί κανείς να πει ότι δεν αποδίδουν το μέγιστο από εκείνο που το έμψυχο δυναμικό τους επιτρέπει», ωστόσο «το κακό είναι ότι κάποιες φορές αυτό δεν είναι αρκετό». Έτσι, όπως εξήγησε ο ίδιος, «ακόμα και σε αυτές τις λίγες και τις περιορισμένης, όπως προανέφερα, εντάσεως περιπτώσεις παραβατικότητας, η παρουσία της αστυνομίας είναι από ανεπαρκής έως ανύπαρκτη», με αποτέλεσμα «ο μέσος πολίτης να μη μπορεί σε καμία στιγμή να νιώθει απολύτως ασφαλής».

Ο Δήμαρχος Αρκαλοχωρίου, κ. Χαράλαμπος Γιαννόπουλος, τέλος, ήταν πιο αναλυτικός, σημειώνοντας αρχικά για το θέμα ότι «υπάρχουν τεράστια προβλήματα στο θέμα της αστυνόμευσης στην περιοχή μας, με εκείνο, ωστόσο, που μας λυπεί ακόμα περισσότερο να είναι πώς δε βλέπουμε καμία διάθεση για μέριμνα από την πλευρά της πολιτείας προκειμένου να τα αντιμετωπίσει». Όπως εξήγησε ο κ. Γιαννόπουλος, «το θέμα της ανεπάρκειας της αστυνομικής δύναμης είναι ασφαλώς και στη δική μας περιοχή αυτό που προκαλεί τα περισσότερα προβλήματα», καθώς «αν δεν υπάρχουν καν αστυνομικοί, πώς να συζητήσουμε έπειτα για το αν αυτοί μπορούν να αστυνομεύσουν μια περιοχή». Αναφερόμενος, έπειτα, στις ενέργειες που η δημοτική Αρχή μέχρι σήμερα έχει κάνει για να αντιμετωπίσει αυτή την κατάσταση ο κ. Γιαννόπουλος τόνισε ότι «εμείς από την πλευρά μας σαν Δήμος, πέρα από τις υπόλοιπες επαφές μας με τις τοπικές αρχές, απευθυνθήκαμε λόγω της έντασης του προβλήματος και στον αρμόδιο Υπουργό, τον κ. Πολύδωρα», ωστόσο «το μόνο που εισπράξαμε ήταν αδιαφορία και περιφρόνηση μιας κι εκείνος μας παρέπεμψε για το θέμα στον τότε Αστυνομικό Διευθυντή κ. Μιχαλάκη ο οποίος ήδη το γνώριζε και ασφαλώς δεν είχε τη δυνατότητα να το επιλύσει μόνος του».

Επικεντρώνοντας στη συνέχεια στο πώς ακριβώς διαμορφώνεται η κατάσταση στον τομέα της αστυνόμευσης στην περιοχή, ο δήμαρχος Αρκαλοχωρίου σημείωσε ότι «μπορεί να μην έχουμε μεν τη βαριάς μορφής εγκληματικότητα, ωστόσο υπάρχουν πάρα πολλά και συχνά περιστατικά ζωοκλοπών, διαρρήξεων, οπλοχρησίας και ακόμα και διακίνησης ναρκωτικών», ενώ «δεν μπορεί να μην αναφερθεί και το πολύ σημαντικό πρόβλημα της τροχαίας κίνησης». Ερωτώμενος, έπειτα, για τις αιτίες που, κατά τη γνώμη του, έχουν οδηγήσει τα πράγματα στο χώρο της αστυνόμευσης ως εδώ ο κ. Γιαννόπουλος τόνισε αρχικά ότι «δε μπορώ να ξέρω αν γιʼ αυτή την κατάσταση ευθύνεται περισσότερο η αστυνομία ή το κράτος», για να υπογραμμίσει, ωστόσο, στη συνέχεια ότι «το αστυνομικό Σώμα θα ήταν, πάντως, άδικο να επικριθεί αφενός λόγω των σοβαρών ελλείψεων του δυναμικού του και αφετέρου διότι έχει και τα ελαφρυντικά ότι η περιοχή μας από το 1976 έχει πενταπλασιαστεί σε μέγεθος, έχει εισρεύσει σε αυτή πλήθος αλλοδαπών, ενώ έχουν εξελιχθεί αρκετά και οι κακοποιοί, με αποτέλεσμα να έχει αυξηθεί κατά πολύ ο βαθμός δυσκολίας του έργου του». Κλείνοντας, δε, ο δήμαρχος Αρκαλοχωρίου σημείωσε ότι «όπως και να έχουν τα πράγματα, το πρόβλημα όσο περνάει ο καιρός διογκώνεται και όλοι φοβόμαστε τις συνέπειες που πιθανώς θα έχει στο μέλλον», ενώ συμπλήρωσε χαρακτηριστικά πώς «βλέποντας ότι δε μπορούμε να περιμένουμε βοήθεια από κανέναν, έχουμε φτάσει στο σημείο να σκεφτούμε ακόμα και τη σύσταση ομάδων πολιτοφυλακής προκειμένου να κάνουμε κάτι για να συμμαζευτεί η κατάσταση».