Του Ν. Τσαγκαράκη

Μια εβδομάδα φτάνει για νʼ αλλάξει εντελώς το κινηματογραφικό σκηνικό της πόλης. Μια δημοτική και οχτώ ιδιωτικές οθόνες προστίθενται στη μάλλον ασθενική κινηματογραφική ζωή του Ηρακλείου, με την υπόσχεση να την αναζωογονήσουν όπως αναμενόταν πολλά χρόνια τώρα. Θα τα καταφέρουν;



ΝΕΟΙ ΧΩΡΟΙ



Το Ηράκλειο έχει μια περίεργη σχέση με τον κινηματογράφο. Από τη μία, πρόκειται για μια πόλη 150.000 κατοίκων όπου διαπιστωμένα υπάρχει ένας πυρήνας ανθρώπων που ενδιαφέρονται για το σινεμά, το αγαπούν πραγματικά, σε βαθμό που θα ήταν διατεθειμένοι να αναβάλουν άλλες υποχρεώσεις τους ώστε να παρακολουθήσουν μια συγκεκριμένη προβολή αλλά κι ένα πρόγραμμα τακτικών προβολών στο διάστημα μιας σεζόν. Από την άλλη, υπάρχουν ήδη έντεκα υπάρχουσες χειμερινές αίθουσες και δύο θερινές οθόνες, όλες ιδιωτικές και αρκετές για να φιλοξενήσουν αρκετά ευρεία ποικιλία ταινιών που να ικανοποιεί όλα τα γούστα, ανάλογα με την ηλικία και τις αισθητικές προτιμήσεις. Όμως, παρά το πληθυσμιακό μέγεθος της πόλης, φαίνεται ότι δεν υπάρχει αρκετά μεγάλη μερίδα θεατών που, χωρίς νʼ ανήκουν στην κατηγορία των πιστών σινεφίλ, εντάσσουν την επίσκεψη στον κινηματογράφο στο εβδομαδιαίο τους πρόγραμμα. Δεν υπάρχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον για ταινίες, εκτός αν πρόκειται για κάτι πολυ-διαφημισμένο, είτε μιλάμε για αμερικανικά blockbuster είτε για καλλιτεχνικού χαρακτήρα εμπορικές εκπλήξεις, τύπου «Οι Ζωές των Άλλων».

Για περίπου δεκαπέντε χρόνια λοιπόν, ο πυρήνας των σινεφίλ δεν ήταν αρκετά ισχυρός, με αποτέλεσμα να σταματήσει η δραστηριότητα της κινηματογραφικής λέσχης, κι ακόμα χειρότερα, να μην συγκλίνουν οι προϋποθέσεις ώστε να ανασυσταθεί από άλλους. Οι ιδιωτικές επιχειρήσεις -ιδιαιτέρως οι θερινές- έκλειναν η μία μετά την άλλη, ενώ το μόνο θετικό σʼ αυτή την τελευταία εικοσαετία υπήρξε η αποφασιστικότητα και το μεράκι των εναπομείναντων επιχειρηματιών, μερικοί από τους οποίους ανακαίνισαν τις επιχειρήσεις τους, ενώ άλλοι, ακόμα πιο τολμηροί, ρίσκαραν επεκτείνοντας τη δραστηριότητά τους με πολυδάπανες επενδύσεις.

Οι διάφοροι πολιτικοί συνδυασμοί που πέρασαν από την ηγεσία του Δήμου Ηρακλείου έκαναν ελάχιστα ώστε να εξασφαλίσουν στους πολίτες τουλάχιστον μια δημοτική κινηματογραφική αίθουσα (αν όχι και μια αντίστοιχη θερινή), αφού πέρα από τη ρητά εκφρασμένη προθυμία και ενδεχόμενες συζητήσεις ανάμεσα σε εμπλεκόμενους φορείς, τίποτα δεν είχε υλοποιηθεί τα προηγούμενα χρόνια. Επιπλέον, από τα μέσα της δεκαετίας του ʼ90, όταν ξεκίνησε η ʽεπέλασηʼ των πολυ-κινηματογράφων (multiplex) από την Αθήνα προς την υπόλοιπη χώρα, το Ηράκλειο φημολογείτο εξαρχής ότι θα ήταν ένας από τους επόμενους ʽστόχουςʼ είτε της Village είτε μιας άλλης εταιρείας.

Μετά από πολλά χρόνια στασιμότητας, το 2005 άνοιξε το πρώτο συγκρότημα πολυ-κινηματογράφων στην πόλη («Τεχνόπολις») και μάλιστα από τοπικό επιχειρηματία χωρίς τη συνεργασία ξένης εταιρείας (τα ρίσκα που λέγαμε πριν). Αφενός, πολλαπλασιάστηκαν οι διαθέσιμοι χώροι προβολής και βελτιώθηκαν ακόμη περισσότερο οι συνθήκες προβολής (οι πρώτες αμφιθεατρικές αίθουσες της πόλης), ενώ η επιχείρηση κατάφερε να προσελκύσει το κοινό μακριά από το κέντρο της πόλης, όχι μόνο για ταινίες αλλά και για άλλες καλλιτεχνικές δραστηριότητες που διοργανώνονται εκεί, κυρίως το καλοκαίρι. Αφετέρου, η έλξη του κόσμου έγινε σε βάρος των τριών άλλων αιθουσών του επιχειρηματία («Studio», «Βιτσέντζος Κορνάρος») η επισκεψιμότητα των οποίων έπεσε κατακόρυφα, τη στιγμή μάλιστα που πρόβαλλαν λίγο-πολύ τις ίδιες ταινίες, με εξαίρεση το «Studio» που διαφοροποιήθηκε ως ένα βαθμό. Ουσιαστικά δηλαδή, οι θεατές δεν πλήθυναν αλλά απλώς μετακινήθηκαν, ενώ η ποιότητα του προγράμματος δε διαφοροποιήθηκε ανάλογα με την αύξηση των αιθουσών. Βεβαίως, στους αιθουσάρχες αναλογεί μόνο μέρος από την ευθύνη για τον προγραμματισμό την αιθουσών, με συνυπεύθυνους τις εταιρείες διανομής που τυπώνουν ελάχιστες κόπιες για να δοθούν εγκαίρως σε όλη τη χώρα, και στους ίδιους τους θεατές, οι οποίοι ακόμη κι όταν τους δίνεται η ευκαιρία να δουν σπάνια και δύσκολα φιλμ, δε δείχνουν το απαιτούμενο ενδιαφέρον με αποτέλεσμα ο αιθουσάρχης να βρίσκεται σε αδιέξοδο και να αναγκάζεται να κατεβάσει την ταινία σε σύντομο διάστημα (ο «Κρόνος» είναι χαρακτηριστικό παράδειγμα).

Έτσι, φέτος και μέσα σʼ αυτό το κλίμα, εγκαινιάζεται αυτή την Πέμπτη ο πρώτος δημοτικός κινηματογράφος στην ιστορία της πόλης -που τυχαίνει να είναι θερινός- ενώ παράλληλα, κατά πάσα πιθανότητα την Τετάρτη, ανοίγει τις πύλες του ο πολυ-κινηματογράφος της ODEON, της γνωστής εταιρείας διανομής που πριν από μερικά χρόνια επεκτάθηκε στο χώρο της προβολής. Το πρόγραμμα του δημοτικού κινηματογράφου «Βηθλεέμ» εχει ήδη ανακοινωθεί και δε θα ήθελα να κάνω περισσότερα σχόλια εκτός από το ότι προσφέρει ταινίες που δύσκολα οι θεατές θα έβρισκαν την ευκαιρία να ξαναδούν στις αίθουσες. Όσο για τον χώρο της ODEON, αυτός επιβάλλει την παρουσία του με οχτώ αίθουσες που για αρχή τουλάχιστον έχουν προγραμματίσει μερικές από τις φετινές υπερ-παραγωγές που δεν είδαμε ακόμη στην πόλη, χωρίς να ξέρουμε αν και κατά πόσο θα δοθεί χώρος σε πιο ʽεναλλακτικέςʼ επιλογές στη διάρκεια της επόμενης σεζόν.

Σχετικά με τη δημοτική οθόνη, μπορεί από τη μία να πολλαπλασιάζει τις κινηματογραφικές επιλογές των πολιτών με γνωστές και καλές ταινίες, από την άλλη η δημιουργία της αποτελεί μόνο ένα πρώτο βήμα όπως έχουμε ξαναπεί πολλές φορές από τη στήλη, και δε θα σταματήσουμε να επισημαίνουμε την ανάγκη για μια κλειστή δημοτική αίθουσα προβολών, με δραστηριότητες που θα καλύπτουν έναν ολόκληρο χρόνο. Η ανταπόκριση του κοινού φέτος το καλοκαίρι αναμένεται να βοηθήσει ώστε να ισχυροποιηθεί το σχετικό αίτημα.

Τέλος, η επόμενη χρονιά θα είναι εξαιρετικά κρίσιμη για τη βιωσιμότητα των τοπικών αιθουσών, αφού περιμένουμε να δούμε πώς το μεγαθήριο της ODEON θα επηρεάσει την κίνηση σʼ αυτές και πώς θα απαντηθεί το ερώτημα αν το Ηράκλειο μπορεί να ʽσηκώσειʼ περισσότερες αίθουσες. Το ένα -και πιο ανώδυνο- ενδεχόμενο είναι να προσελκύσει κυρίως νεότερες ηλικιακές ομάδες και να καταστήσει τον κινηματογράφο εβδομαδιαία συνήθειά τους, αυξάνοντας το ενδιαφέρον και διαφοροποιώντας έτσι το κοινό βάσει προγράμματος και κατʼ επέκτασιν αίθουσας. Το άλλο είναι η απορρόφηση μιας αρκετά μεγάλης πλειοψηφίας, ώστε οι τοπικές αίθουσες να βρεθούν σε δυσχέρεια, που θα τους οδηγήσει στην καλύτερη περίπτωση σε συνεργασίες, είτε μεταξύ τους είτε με ξένες εταιρείες.

Το Ηράκλειο αναμφισβήτητα χρειάζεται περισσότερες ταινίες, που με τη σειρά τους εχουν ανάγκη από σύγχρονους και κατάλληλα εξοπλισμένους χώρους προβολής. Τώρα, αν η αύξηση των αιθουσών θα σημάνει και την ποιοτική αναβάθμιση του προσφερομένου προϊόντος, είναι ένα ερώτημα που δε θα βιαστούμε να προδικάσουμε αλλά θα περιμένουμε να δούμε στην πράξη πώς θʼ αλληλεπιδράσουν οι παράγοντες θεατής, αίθουσα, πρόγραμμα. Όσο για την κινηματογραφική λέσχη, κάτι στήνεται αυτό τον καιρό και θα σας ενημερώσουμε σύντομα.



ΘΕΡΙΝΟΣ ΔΗΜΟΤΙΚΟΣ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣ

ΗΡΑΚΛΕΙΟΥ «ΒΗΘΛΕΕΜ»

(Χαμηλή πλατεία προμαχώνα «Βηθλεέμ»- απέναντι από το Πανάνειο.

Ώρα έναρξης: 21.30. Είσοδος: 5 ευρώ)

12-14 Ιουλίου: Ο ΤΑΧΥΔΡΟΜΟΣ

(IL POSTINO, Μάικλ Ράντφορντ, 1994, 108 λεπτά)