Του Θάνου Περβολαράκη

Ενας 35χρονος κτηνοτρόφος- έμπορος τυροκομικών ειδών κρατείται από χθες το πρωί στην Ασφάλεια Ηρακλείου και ανακρινόταν όλο το βράδυ ως βασικός ύποπτος για τη δολοφονία του 43χρονου Μιχάλη Γαβαλά από το Βοριά, καθώς το δείγμα αίματος του ταυτοποιήθηκε με το γενετικό υλικό (αίμα και τρίχα) που βρέθηκε στην κουκούλα που φορούσε κατά την αστυνομία ο δολοφόνος του 43χρονου άνδρα.

Η κουκούλα αυτή είχε βρεθεί σε μικρή απόσταση από το ποιμνιοστάσιο που δολοφονήθηκε ο Γαβαλάς, μπλεγμένη σε θάμνους και εκτιμήθηκε από την ΕΛΑΣ ότι ανήκει στο δράστη του στυγερού εγκλήματος.

Σύμφωνα με πληροφορίες, στην Υποδιεύθυνση Ασφαλείας Ηρακλείου έφτασαν προχθές τα αποτελέσματα από τα εγκληματολογικά εργαστήρια της Αθήνας που έδειχναν ότι το DNA της κουκούλας ήταν το ίδιο με αυτό του 35χρονου, στον οποίο είχε ληφθεί αίμα πριν λίγο καιρό.

Μετά από αυτή την εξέλιξη, αστυνομικοί της Ασφάλειας και της ΕΙΔΑΣΥΔΕ πήγαν νωρίς χθες το πρωί στο σπίτι που μένει τα τελευταία χρόνια στο Ασήμι και προχώρησαν στη σύλληψή του για την κατοχή ενός μαχαιριού που βρέθηκε κατά τη διάρκεια της έρευνας

Στο ίδιο άτομο, αναφέρουν αστυνομικές πηγές, είχε γίνει έρευνα από αστυνομικούς στη διάρκεια της οποίας είχε κατασχεθεί όπλο, το οποίο εστάλη για βαλλιστική εξέταση, το αποτέλεσμα της οποίας εκκρεμεί.

Ο 35χρονος είναι συγγενής με το θύμα και η σύλληψή του προκάλεσε έκπληξη σε αρκετούς από τους συγχωριανούς του. Όπως έλεγαν χαρακτηριστικά, τους προκαλεί εντύπωση το γεγονός αυτό, καθώς ο συγχωριανός τους βρισκόταν τόσο στην κηδεία του Γαβαλά, αλλά και στις έρευνες που γίνονταν τις πρώτες ώρες που έγινε γνωστή η δολοφονία.

Αναφορικά με τα κίνητρα του εγκλήματος, τα οποία ήταν αυτά που κατεύθυναν την εξέλιξη των ερευνών της Ασφάλειας, ανώτερος αξιωματικός της ΕΛΑΣ μας είπε ότι αυτά έχουν να κάνουν με τις προσωπικές διαφορές του θύματος με το φερόμενο ως δράστη.

Ο Μιχάλης Γαβαλάς δολοφονήθηκε τον περασμένο Απρίλη μέσα στη μάντρα του. Ο δολοφόνος του από τον τρόπο που έδρασε έδειξε πως είχε άσβεστο μίσος για το θύμα του. Αυτό προέκυπτε τόσο από τα σημεία του σώματος όπου τον πυροβόλησε όσο και από τον τρόπο που έφυγε. Όπως είχε γράψει η «Π», αμέσως μετά την πράξη του, ο δράστης έφυγε ατάραχος και με αργά βήματα και ούτε γύρισε να κοιτάξει πίσω του, όταν η σύζυγος του Γαβαλά βγήκε από την μάντρα και τον καταριόταν.



Η εν ψυχρώ δολοφονία



Ο Μιχάλης Γαβαλάς μαζί με τη γυναίκα του Βάσω Κοσμαδάκη- Γαβαλά, 32 ετών και τον μέλλοντα γαμπρό του Μανώλη Καράτζη 33 ετών από το Μελιδοχώρι βρίσκονταν στο υπόστεγο για το άρμεγμα των προβάτων.

Το καθημερινό αυτό πρόγραμμα φαίνεται πως το γνώριζε ο δολοφόνος που καραδοκούσε και περίμενε την κατάλληλη στιγμή για να σκοτώσει. Νοτίως της μάντρας αποτυπωμένα στη πυκνή βλάστηση σε δύο σημεία ήταν εμφανή τα σημάδια που άφησε το σώμα του, όταν χρειάστηκε να ξαπλώσει για να κρυφτεί βλέποντας να πλησιάζει το θύμα προς το ποιμνιοστάσιο και προκειμένου να το παρακολουθεί. Ενδεχομένως, θα έμενε εκεί αρκετή ώρα, περιμένοντας την κατάλληλη στιγμή, όμως έγινε αντιληπτή η παρουσία του από τη 32χρονη σύζυγο του Γαβαλά. Εκείνη, σύμφωνα με πληροφορίες από κατοίκους του χωριού, τον είδε από το παράθυρο και είπε στο σύζυγο και στο γαμπρό της, ότι έξω βρίσκεται κάποιο άτομο με κουκούλα.

Ο Γαβαλάς που εκείνη την ώρα άρμεγε, παραξενεύτηκε με αυτό που είπε η γυναίκα του και κινήθηκε αρχικά προς το παράθυρο για να δει και μετά πήγε προς την ανατολική είσοδο του ποιμνιοστασίου. Εκεί, το θύμα ήρθε πρόσωπο με πρόσωπο με το δολοφόνο του και το μόνο που πρόλαβε να πει ήταν «ποιος είσαι». Ο δράστης, αρκετά ψύχραιμος, δε μίλησε καθόλου, αποφασισμένος και οπλισμένος με κυνηγετική καραμπίνα πυροβόλησε από κοντινή απόσταση. Το άτομο που τον πυροβόλησε, έφυγε, όπως ακριβώς πλησίασε τον 43χρονο, ψύχραιμος με αργά και σταθερά βήματα, ακολουθώντας ένα χωματόδρομο κοντά σε δεξαμενή που οδηγεί σε αγροτικές περιοχές του Βοριά και της Πλακιώτισσας και σε δρόμο για το Τσιφούτ Καστέλι. Σε δηλώσεις του τότε ο αστυνομικός διευθυντής Ηρακλείου Π. Γιαννακόπουλος είχε πει ότι ο δράστης αναφέρεται από τους μάρτυρες ως άτομο νεαρής ηλικίας. Σημειώνεται ότι ο γαμπρός του θύματος, όπως έλεγαν αστυνομικοί, βλέποντας τον πεθερό του να κείτεται αιμόφυρτος έφυγε τρέχοντας από το ποιμνιοστάσιο.

Από τις πενιχρές περιγραφές της συζύγου του θύματος ο δράστης φορούσε πολλά ρούχα σκούρου χρώματος , ήταν μετρίου αναστήματος, γύρω στο 1.65 μ. και εκτός από την κουκούλα φορούσε και γάντια. «Φορούσε σακάκι και πάνω από αυτό ένα ακόμη ρούχο που τον έκανε αρκετά εύσωμο. Όμως μπορεί να φόρεσε τόσα ρούχα για να μην κρυώνει ή για να παραπλανήσει για το σουλούπι του” μας είχε πει κάτοικος της περιοχής. Ο Γαβαλάς ήταν πατέρας τεσσάρων παιδιών, τριών κοριτσιών κι ενός αγοριού.