Ποσό ύψους 200 εκατ. ευρώ, χάνουν κάθε χρόνο οι Έλληνες ελαιοπαραγωγοί αλλά και η εθνική οικονομία, επειδή το ελληνικό ελαιόλαδο πωλείται σε μορφή χύμα και όχι τυποποιημένο στις αγορές του εξωτερικού. Αυτά είναι ορισμένα από τα στοιχεία που παρουσιάστηκαν χθες κατά τη διάρκεια της ημερίδας την οποία διοργάνωσε η Γενική Γραμματεία Διεθνών Οικονομικών Σχέσεων και Αναπτυξιακής Συνεργασίας του υπουργείου Εξωτερικών σε συνεργασία με τον ΣΕΒΙΤΕΛ.

Όπως είπε μάλιστα ο πρόεδρος της Ελληνικής Ένωσης Συσκευαστών Ελαιόλαδου (ΕΣΒΙΤΕ), Βασίλης Κρανιάς, από τους 145.000 τόνους ελαιόλαδου που εξάγει η Ελλάδα, μόλις το 13,8% αντιπροσωπεύει το τυποποιημένο, ενώ οι 125.000 τόνοι εξάγονται υπό τη μορφή χύμα (κυρίως στις αγορές της Ιταλίας και της Ισπανίας). Αν το σύνολο του ελαιόλαδου εξαγόταν τυποποιημένο, η ελληνική οικονομία θα κέρδιζε 200 εκατ. ευρώ ετησίως, λόγω της προστιθέμενης αξίας.



Ακριβότερο το ελληνικό ελαιόλαδο



Σύμφωνα με τα στοιχεία της μελέτης για το ελαιόλαδο που παρουσίασε η Γενική Γραμματεία Διεθνών Οικονομικών Σχέσεων και Αναπτυξιακής Συνεργασίας, τα τελευταία χρόνια παρατηρείται στροφή προς τα προϊόντα υγιεινής διατροφής σχεδόν σε όλες της ανεπτυγμένες και τις αναπτυσσόμενες χώρες, εκτός της Τουρκίας και της Γεωργίας.

Παράλληλα αυξάνεται και η κατανάλωση του ελαιόλαδου. Η Ιταλία και η Ισπανία είναι οι κυρίαρχοι στις εξαγωγές τυποποιημένου ελαιόλαδου προς τις περισσότερες χώρες, εκτός της ΠΓΔΜ όπου ο κύριος όγκος των εισαγωγών προέρχεται από την Ελλάδα.

Το ελληνικό ελαιόλαδο είναι κατά κανόνα ακριβότερο από το ιταλικό και το ισπανικό. Από τα ελληνικά εξαγόμενα ελαιόλαδα προτιμάται το εξαιρετικό παρθένο. Σύμφωνα με τους μελετητές αν πράγματι αναδειχθεί η θρεπτική αξία του ελληνικού έξτρα παρθένου ελαιόλαδου, οι καταναλωτές συνειδητοποιήσουν τις διαφορές, τότε θα επιτευχθεί σταδιακά η αύξηση της κατανάλωσης. Με δεδομένο μάλιστα ότι πολλές χώρες επενδύουν κατά τα τελευταία χρόνια στην ελαιοκαλλιέργεια, αυτό που θα ξεχωρίσει το ελληνικό ελαιόλαδο είναι η άριστη ποιότητα του, η υγιεινή και διαφορετική συσκευασία του.



Ενδιαφέρον για βιολογικό

από τις ευρωπαϊκές χώρες



Αύξηση των εισαγόμενων ελαιόλαδων παρατηρείται στις ευρωπαϊκές χώρες και συγκεκριμένα στις Αυστρία, Βέλγιο, Γαλλία, Γερμανία, Μ. Βρετανία, Ιρλανδία, Σουηδία, Δανία, Κύπρος και Πολωνία. Τα χαρακτηριστικά των αγορών σε αυτές τις χώρες, σύμφωνα πάντα με τη μελέτη των αρμοδίων διευθύνσεων του υπουργείου Εξωτερικών, είναι:

-Παρατηρείται υψηλό επίπεδο καταναλωτικής συνείδησης και κατανάλωση του ελαιόλαδου από υψηλά και μεσαία εισοδηματικά στρώματα

-Διαρκώς αυξάνεται το ενδιαφέρον για το βιολογικό ελαιόλαδο, κυρίως από την Ιταλία και την Ισπανία. (Οι Δυτικοευρωπαίοι καταναλωτές έχουν την εντύπωση ότι το καλύτερο ελαιόλαδο στον κόσμο είναι το ιταλικό)

-Η αναγνωρισιμότητα του ελληνικού ελαιόλαδου είναι εξαιρετικά χαμηλή

Σύμφωνα με τους μελετητές, ενδιαφέρον παρουσιάζει η περίπτωση της Γαλλίας, της μικρότερης ελαιοπαραγωγικής χώρας στην Ευρώπη, όπου το 2005 η κατανάλωση έφθανε τους 98.500 τόνους με τάσεις ανόδου. Η Ελλάδα εξάγει στη χώρα αυτή μόλις 606 τόνους. Και στην Πολωνία όπου υπάρχει αξιόλογη παραγωγή διαφόρων λαδιών και λιπαρών φυτικής και ζωικής προέλευσης, το ελαιόλαδο χαίρει εκτίμησης λόγω της διατροφικής αξίας του, αλλά η Ελλάδα καλύπτει μόλις το 0,12% επί των εισαγωγών. Στη Μ. Βρετανία όπου παρατηρείται αύξηση του ατομικού εισοδήματος και μείωση της μέσης τιμής λιανικής πώλησης λόγω έντασης του ανταγωνισμού, υπάρχουν θετικές προοπτικές για το ελαιόλαδο και τις επιτραπέζιες ελιές με την Ελλάδα να κατέχει το 20% της συγκεκριμένης αγοράς.



Σημαντικές προοπτικές

στις βαλκανικές χώρες



Στις χώρες αυτές καλλιεργούνται διάφοροι ελαιούχοι σπόροι όπως καλαμπόκια, ηλιοτρόπια κλπ. Με την άνοδο του βιοτικού επιπέδου όμως και με δεδομένη την ελληνική επιχειρηματική παρουσία και τη γειτνίαση με τις χώρες αυτές, αναμένεται να αυξηθούν οι εξαγωγές της Ελλάδας. Στη Σλοβενία για παράδειγμα υπάρχει μικρή αλλά αυξανόμενη ζήτηση για ελαιόλαδο, ειδικά παρθένο, όπου η παρουσία του ελληνικού θα μπορούσε να ενισχυθεί. Σήμερα το ελληνικό ελαιόλαδο αποτελεί το 18% επί του συνόλου των εξαγωγών στη Σλοβενία.

Στη Σερβία παρατηρείται αύξηση της ζήτησης κατά 365% την τελευταία πενταετία. Οι ελληνικές εξαγωγές όμως το 2005 ήταν μόλις 70 τόνοι, ενώ η χώρα αυτή εισήγαγε 2.098 τόνους.

Σημαντική παρουσία έχει η χώρα μας στην ΠΓΔΜ όπου ο κύρος όγκος των εισαγωγών ελαιόλαδου προέρχεται από την Ελλάδα που κατέχει το 85% της αγοράς. Η ζήτηση παρουσιάζει αύξηση, οι ελληνικές φίρμες αρχίζουν να γίνονται αναγνωρίσιμες και διατίθενται κυρίως από πολυκαταστήματα ελληνικής ιδιοκτησίας.



Αύξηση κατανάλωσης

στις ασιατικές χώρες



Σε Ουκρανία, Γεωργία και Ρωσία παράγονται κατά κύριο λόγο σπορέλαια και μόλις την τελευταία πενταετία το ελαιόλαδο αρχίζει να κάνει πιο αισθητή την εμφάνιση του. Κυρίαρχοι και σε αυτές τις αγορές είναι η Ισπανία και η Ιταλία. Σε Κίνα και Ν. Κορέα παρατηρείται τελευταία ραγδαία αύξηση της ζήτησης παρθένου ελαιόλαδου, το οποίο χρησιμοποιείται στα φαγητά και τις σαλάτες αλλά και ως καλλυντικό. Οι προοπτικές σε αυτές τις χώρες θεωρούνται σημαντικές και ήδη η Ελλάδα έχει ξεκινήσει εκστρατείες ενημέρωσης. Παρόλα αυτά, μόνο ένας στους δέκα Κινέζους έχει ακούσει για το ελαιόλαδο. Αποτρεπτικό της αγοράς του ελληνικού ελαιόλαδου είναι και πάλι η υψηλή τιμή του.

Στα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, το Ιράν και το Ισραήλ, λόγω των υψηλών τελωνειακών δασμών (Ισραήλ), των δυσχερειών πρόσβασης σε δίκτυα διανομής (ΗΑΕ) και της περιορισμένης χρήσης ελαιόλαδου (Ιράν) οι ελληνικές εταιρείες εξαγωγής δεν δραστηριοποιούνται ιδιαίτερα.



ΗΠΑ – Καναδάς



Στις ΗΠΑ το 99% του ελαιόλαδου είναι εισαγόμενο. Απόλυτο προβάδισμα έχει η Ιταλία με μερίδιο 65,3%. Η Ελλάδα μαζί με άλλες 11 χώρες, μεταξύ αυτών και η Ισπανία, μοιράζονται το 17% της αγοράς.

Στον Καναδά η συνολική κατανάλωση η οποία καλύπτεται αποκλειστικά από εισαγωγές, υπολογίζεται σε 26.000 τόνους. Πρωτοκαθεδρία έχουν και στον Καναδά οι Ιταλοί και ακολουθούν οι Ισπανοί με επιθετικής μορφής προώθηση τα τελευταία χρόνια. Εντυπωσιακή άνοδο στον Καναδά έχουν οι λεγόμενες νέες παραγωγικές χώρες, όπως η Αυστραλία και η Αργεντινή. Το ελληνικό ελαιόλαδο κατέχει μερίδιο άνω του 10% των συνολικών εισαγωγών στη χώρα αυτή και έχει αρχίσει να εμφανίζεται σταθερά στους καταλόγους ορισμένων πολυκαταστημάτων.



Οι δράσεις που προτείνονται



Η Γενική Γραμματεία Διεθνών Οικονομικών Σχέσεων και Αναπτυξιακής Συνεργασίας του υπουργείου Εξωτερικών, προτείνει να αναπτυχθούν οι εξής δράσεις:

- Πραγματοποίηση εβδομάδων ελληνικών τροφίμων στα πολυκαταστήματα, ειδικά σε βαλκανικές χώρες όπου υπάρχουν ελληνικά καταστήματα.

-Τοποθέτηση στα ράφια των πολυκαταστημάτων της χώρας υποδοχής των ελληνικών προϊόντων με υποχρεωτικές ενδείξεις (Π.Ο.Π., τρόπου παρασκευής και ποιοτικής κατάταξης) στη γλώσσα της χώρας εισαγωγής.

-Ενημέρωση μέσω αφιερωμάτων σε εφημερίδες και περιοδικά, ανάδειξη και προβολή ων πλεονεκτημάτων της ελληνικής κουζίνας και των ευεργετικών επιδράσεων της στην υγεία, αξιοποίηση της τάσης για υγιεινή διατροφή.

-Οργάνωση εβδομάδων / φεστιβάλ ελληνικής γαστρονομίας σε μεγάλα ξενοδοχεία για την ανάδειξη της γεύσης της ελληνικής επιτραπέζιας ελιάς και του ελαιόλαδου

-Συμμετοχή σε διεθνείς εκθέσεις με ελληνικό περίπτερο.