Μία «έκρηξη» σημειώθηκε πριν από μερικά χρόνια στην αγορά του Ηρακλείου όταν άνοιγε η μία μετά την άλλη αλυσίδα αξεσουάρ που προσέφερε φο κοσμήματα σε πολύ χαμηλές τιμές. Στην αρχή το κύμα φάνηκε να παρασύρει τα χρυσοχοεία της πόλης, τα οποία, όμως, σιγά- σιγά επανήλθαν στις παλαιότερες «δόξες» τους αφού, όπως υποστηρίζουν ορισμένοι χρυσοχόοι στην «Π», υπάρχει ένα σταθερό κοινό που αναζητάει την ποιότητα και τη διαχρονικότητα στα κοσμήματα που αγοράζει.

Η κ. Χριστίνα Λεμονάκη θεωρεί ότι τα χρυσοχοεία επηρεάστηκαν μόνο στην αρχή όταν έγινε ένα άνοιγμα στο χώρο των accessorize και ο κόσμος θέλησε να αγοράσει πράγματα που ήταν σε πολύ χαμηλές τιμές. Αναφέρει, όμως, ότι τα τελευταία δύο με τρία χρόνια η κατάσταση έχει ηρεμήσει, «διότι πιστεύω ότι πάντα υπάρχει ο πελάτης που θα έρθει να πάρει κάτι που να είναι χρυσό ή με διαμάντια, κάτι πιο καλό», εξηγεί. Προκειμένου να ανταπεξέλθουν στον ανταγωνισμό από τα accessorize και να προσελκύσουν και πιο νεαρές ηλικίες, δημιουργήθηκε μια κίνηση με πιο ανάλαφρα και οικονομικά εμπορεύματα. Ο ανταγωνισμός, φυσικά, δεν μπορεί να υπάρχει όταν πρόκειται για ιδιαίτερες περιστάσεις, όπως είναι ένας γάμος, όπου όλοι αναζητούν την υψηλή ποιότητα σε αυτό που θα αγοράσουν και δε λογαριάζουν το πόσο θα τους κοστίσει.

Για δύο τελείως διαφορετικά πράγματα κάνει λόγο η κ. Τούλα Γιαλαμά, η οποία αναφέρει ότι τα χρυσοχοεία απευθύνονται σε ένα κοινό που αναζητάει κάτι διαχρονικό, υψηλής ποιότητας που προσφέρει εγγύηση και σέρβις. «Η νεολαία ή κάποια άτομα άλλης οικονομικής κατάστασης θα βολευτούν με το φο», εξηγεί.

«Ο κόσμος δεν απευθύνεται τόσο στα ακριβά αλλά στα φθηνά προϊόντα χωρίς να λογαριάζει ότι παίρνει ψεύτικα», υποστηρίζει ο κ. Γιάννης Δραμυτινός, ο οποίος θεωρεί ότι κάθε χρυσοχοείο έχει τους πελάτες του αλλά όλοι βρίσκονται σε κακή οικονομική κατάσταση. «Αυτό σημαίνει ότι μαζί με τους πελάτες μας υποφέρουμε κι εμείς», αναφέρει χαρακτηριστικά.