Του Κώστα Μπογδανίδη

Υπό κάποιες (ιστορικές) συνθήκες ο Κωνσταντίνος Γλύξμπουργκ ο Β’ είναι ένα φαινόμενο. Είναι αλήθεια ότι ανέβηκε στο θρόνο έχοντας τις καλύτερες προϋποθέσεις: Αρκετά νέος, πολύ δημοφιλής και με Δημοκρατική Κυβέρνηση στην εξουσία.

Δεν ήταν λίγοι εκείνοι που θεωρούσαν πως ο Κωνσταντίνος θα ήταν ένας πραγματικά Συνταγματικός και Δημοκρατικός Βασιλιάς, ο οποίος θα κρατιόταν μακριά από την πολιτική.

Γρήγορα όμως αποδείχτηκε ότι διαπνεόταν από το ίδιο μοναρχικό πνεύμα που χαρακτήριζε όλους τους προγόνους του. Ήθελε μόνο να βασιλεύει αλλά και να κυβερνά.

Ο Κωνσταντίνος συνδέθηκε με το συνταγματικό πραξικόπημα του 1965 , αποδέχτηκε τη χούντα των συνταγματαρχών και το Δεκέμβριο του 1967 προσπάθησε με ένα κίνημα-οπερέτα να ανατρέψει τον Παπαδόπουλο! Έφυγε στην Ιταλία απολαμβάνοντας τις βασιλικές χορηγίες και αργότερα το όνομά του αναμείχθηκε σε ένα κίνημα που κάποιοι ετοίμασαν το 1975 για να ρίξουν τον Καραμανλή.

Για τα ολέθρια λάθη του Κωνσταντίνου Β', ίσως θα μπορούσε να προβληθεί ως δικαιολογία η νεανική του απειρία και η επιρροή που ασκούσε η μητέρα του Φρειδερίκη. Η κατάργηση όμως της Βασιλείας δεν ήταν η «τιμωρία» του Κωνσταντίνου για τις οποιεσδήποτε πράξεις του. Ήταν η φυσική συνέπεια της αντιδημοκρατικής στάσεως όλων των Βασιλιάδων της Δυναστείας των Γκλύξμπουργκ, που είχαν πάντοτε αποδείξει ότι δεν μπορούσαν να προσαρμοστούν στο πνεύμα του 20ου αιώνα. Άλλες Ευρωπαϊκές Βασιλείες εξακολουθούν να υπάρχουν γιατί παρακολούθησαν τις δημοκρατικές εξελίξεις της εποχής μας. Ένας όμως οργανισμός που δεν μπορεί να προσαρμοστεί σε οποιαδήποτε εξέλιξη είναι καταδικασμένος να πεθάνει, αργά η γρήγορα. Και αυτό ακριβώς έγινε με την Ελληνική Βασιλεία.

Ο Καραμανλής ήταν η αρχή. Ο επικίνδυνος για τα Ανάκτορα αρχηγός της Ε.Ρ.Ε. είχε απομακρυνθεί με την άνοδο του κόμματος της «Ενώσεως Κέντρου» που με τη σειρά του, έπρεπε επίσης ν' απομακρυνθεί από την εξουσία, γιατί στους κόλπους του αναπτύσσονταν φιλελεύθερες και προοδευτικές τάσεις. Με αφορμή μία δήθεν συνωμοτική οργάνωση Δημοκρατικών Αξιωματικών καλλιεργήθηκε σύγκρουση του Βασιλιά με τον Πρωθυπουργό έτσι, που στο δεύτερο δεν απέμενε παρά να δώσει την παραίτηση της Κυβερνήσεως του (1965). Οι Ανακτορικοί κύκλοι, με τη βοήθεια των Αμερικανών, δε δίστασαν να χρησιμοποιήσουν και τα πιο ταπεινά μέσα συναλλαγής, για να αποσπάσουν τον απαραίτητο αριθμό Βουλευτών από την «Ένωση Κέντρου». Στις 24 Σεπτεμβρίου, μετά από δύο αποτυχίες, στήθηκε η Κυβέρνηση των «Αποστατών».

Μέσα στην ταραγμένη από την οξύτητα των πολιτικών παθών και τη λαϊκή αγανάκτηση ατμόσφαιρα, άρχισαν να κινητοποιούνται διάφοροι δικτατορικοί μηχανισμοί. Ο Κωνσταντίνος, τρομαγμένος από τη θύελλα, συνωμοτούσε με τους Στρατηγούς, για κατάλυση του Δημοκρατικού Πολιτεύματος, ενώ η C.I.A. προτιμούσε να κάνει το ίδιο με τους Συνταγματάρχες του Γ. Παπαδόπουλου. Το κατεστημένο έτρεμε τις εκλογές, που έπρεπε να γίνουν μέσα στο 1967, γιατί αντιλαμβανόταν πως η «Ένωση Κέντρου» θα τις κέρδιζε θριαμβευτικά…

Οι δύο πολύπειροι Αρχηγοί των μεγαλύτερων κομμάτων, Παπανδρέου και Κανελλόπουλος, αντιλήφθηκαν τον επερχόμενο κίνδυνο και, για να τον αποτρέψουν, συμφώνησαν να προχωρήσουν σε εκλογές και μετά να σχηματίσουν μαζί Κυβέρνηση, οποιοδήποτε κι αν ήταν το εκλογικό αποτέλεσμα(αρκετοί θυμήθηκαν το 1935, μόλις ο Θεοτόκης και ο Σοφούλης συμφώνησαν να σχηματίσουν μαζί Κυβέρνηση, ο Γεώργιος Β' έκαμε τη Δικτατορία του Μεταξά. Το ίδιο ακριβώς έγινε και το 1967, με τη μικρή διαφορά πως οι Συνταγματάρχες της C.I.A. πρόλαβαν τους Στρατηγούς του Βασιλιά).



Το πραξικόπημα



Τη νύχτα της 20ης προς 21η Απριλίου 1967 εκδηλώθηκε το στρατιωτικό πραξικόπημα. Η αναποφασιστικότητα του Κωνσταντίνου τη νύχτα του πραξικοπήματος αντικατοπτρίζεται στις τηλεφωνικές συνομιλίες του από τα θερινά Ανάκτορα του Τατοΐου, όπου διέμενε. Στις 2.30, ξύπνησε από το τηλεφώνημα του Αθανάσιου Σπανίδη, απόστρατου ναυάρχου, ο οποίος βρισκόταν στο ναύσταθμο της Σαλαμίνας. Ο Σπανίδης, αφού ενημέρωσε το Βασιλιά για τα γεγονότα, εισηγήθηκε απόπλου του στόλου για την Κρήτη και το σχηματισμό εκεί νόμιμης κυβέρνησης. Στη συνέχεια τηλεφώνησε στον Κωνταντίνο ο υπουργός Δημοσίας Τάξεως, Γεώργιος Ράλλης, από το κέντρο αμέσου δράσεως της Χωροφυλακής, στο Μαρούσι. Και αυτός με τη σειρά του εισηγήθηκε να μετακινηθούν από την επαρχία νομιμόφρονες στρατιωτικές δυνάμεις κυρίως της αεροπορίας, όπου οι κινηματίες δεν είχαν ερείσματα, όσο υπήρχε ακόμη χρόνος. Και στις δύο περιπτώσεις ήταν κατηγορηματικά αντίθετος, θέλοντας να αποφύγει την αιματοχυσία και να μάθει τα κίνητρα των πραξικοπηματιών.

Αντίθετα, ακολούθησε τη συμβουλή του τρίτου συνομιλητή του, Σπύρου Μαρκεζίνη, αρχηγού ενός μικρού συντηρητικού κόμματος, να επιδιώξει τη συνδιαλλαγή μαζί τους. Έτσι, όταν στις 5.30 το πρωί δέχτηκε τους επικεφαλής, Γεώργιο Παπαδόπουλο, Στυλιανό Παττακό και Νικόλαο Μακαρέζο, οι συνομιλίες του ήταν διαπραγματευτικού χαρακτήρα και περιορίστηκαν στη σύνθεση της νέας δικτατορικής κυβέρνησης. Την ημέρα εκείνη στο Πεντάγωνο είπε στους πραξικοπηματίες: "Είμαι βέβαιος πως ό,τι εκάνατε, το εκάνατε για να σώσετε την χώραν", υπονοώντας την πιθανή εκλογική νίκη του Γ. Παπανδρέου στις επερχόμενες εκλογές. Στην προσφώνησή του της 26ης Απριλίου 1967, για το νέο καθεστώς δήλωσε: "Είμαι βέβαιος ότι με την ευχήν του Θεού, με την προσπάθειαν υμών και προπαντός με την βοήθειαν του λαού, θα επιτευχθή ταχέως η οργάνωσις Κράτους Δικαίου, μιας αληθούς και υγιούς Δημοκρατίας".

Η οπερέτα

Ο Κωνσταντίνος συμβιβάστηκε αμέσως με τους πραξικοπηματίες, δίνοντας τους έτσι τη δυνατότητα να στερεωθούν στην εξουσία. Όταν ήταν πια πολύ αργά επιχείρησε να τους ανατρέψει με ένα πραξικόπημα -οπερέτα, που την ετοιμασία του γνώριζε όλη η Ελλάδα. Πάντως το πραξικόπημα αυτό παρουσιάζει μια ιστορική πρωτοτυπία: Είναι η μοναδική περίπτωση που Αρχηγός Κράτους έκαμε στρατιωτικό κίνημα εναντίον της Κυβερνήσεως του.

Στις 13 Δεκεμβρίου ο Βασιλιάς συνοδευόμενος από μέλη της οικογένειάς του και τον Πρωθυπουργό Κ. Κόλλια, αποπειράθηκε να κάνει το πραξικόπημα. Διέφυγε από την Αθήνα προς την Καβάλα και προσπάθησε να αναλάβει την ηγεσία των Ενόπλων Δυνάμεων με στόχο την ανατροπή της δικτατορίας. Αλλά ενώ το Ναυτικό και η Αεροπορία συντάχτηκαν μαζί του ο Στρατός παρέμεινε πιστός στη Χούντα και το πραξικόπημα κατέρρευσε, αναγκάζοντας τον Κωνσταντίνο να διαφύγει μαζί με όσους τον συνόδευαν στη Ρώμη. Αμέσως μετά ο Παπαδόπουλος ανέλαβε Πρωθυπουργός, διορίζοντας το στρατηγό Γεώργιο Ζωιτάκη Αντιβασιλέα.

Αφού εγκατέλειψε την Ελλάδα, ο Κωνσταντίνος θέλησε αρχικά να αποστασιοποιηθεί από τους συνταγματάρχες. Δήλωνε επανειλημμένως ότι πλαστογράφησαν την υπογραφή του και ότι τον εκβίαζαν απειλώντας τον για τη ζωή των μελών της οικογένειάς του. Επίσης δήλωνε ότι εξέφρασε εξ' αρχής την αντίθεσή του στο πραξικόπημα ποζάροντας συνοφρυωμένος στη φωτογραφία ορκωμοσίας της χουντικής κυβέρνησης, σε αντίθεση με τη συνήθη πρακτική του να ποζάρει χαμογελαστός, και ότι μέσω αυτής της φωτογραφίας έστελνε το μήνυμα της δυσαρέσκειάς του στον ελληνικό λαό.

Τα ψέματα

Στις 3 Ιουλίου 2006 η εφημερίδα Ελευθεροτυπία δημοσίευσε σημαντικά νέα στοιχεία[1] που αποδεικνύουν ότι η εικόνα του βασιλέα που μάχεται στην εξορία για την αποκατάσταση της δημοκρατίας στην πατρίδα του και τηρεί εχθρική στάση προς τους πραξικοπηματίες είναι ένας μύθος. Αυτό το μύθο, μαζί με τον ισχυρισμό ότι τον εκλιπαρούσε η χούντα να επιστρέψει αλλά αυτός αρνιόταν, καλλιεργεί συστηματικά μέχρι σήμερα και ο ίδιος ο τέως βασιλιάς σε συνεντεύξεις του. Τα νέα στοιχεία, που προέρχονται από τις αποχαρακτηρισμένες αναφορές Γερμανών και Αμερικανών αξιωματούχων προς τα προϊστάμενα υπουργεία των χωρών τους και δεν επιδέχονται αμφισβήτηση, δείχνουν αντίθετα ένα Κωνσταντίνο που εκλιπαρεί να επιστρέψει υπό οποιουσδήποτε όρους. Τα έγγραφα ερευνήθηκαν συστηματικά από τον καθηγητή Ιστορίας του Πανεπιστημίου της Κοπεγχάγης Μόενς Πελτ στη μελέτη του Προσδένοντας την Ελλάδα στη Δύση (Tying Greece to the West)[2] και σε αυτή τη μελέτη βασίζεται και το σχετικό άρθρο της Ελευθεροτυπίας. Από τα αποχαρακτηρισμένα έγγραφα προκύπτει ότι ο Κωνσταντίνος προσπαθούσε να επικοινωνήσει με τη χούντα και ιδιαίτερα με τον Παπαδόπουλο μέσω του Γερμανού και του Αμερικανού πρέσβη στην Ελλάδα για να καταστήσει σαφές ότι:

Ήταν πρόθυμος να επιστρέψει άνευ όρων στην Ελλάδα και να συγκυβερνήσει με τους πραξικοπηματίες. Δεχόταν μάλιστα, όταν επιστρέψει, να τεθεί υπό εικοσιτετράωρη καθημερινή επιτήρηση από ανθρώπους έμπιστους της χούντας.

Ήταν αντίθετος με κάθε διεθνή πίεση προς τη χούντα για αποκατάσταση των δημοκρατικών θεσμών. Στις πιέσεις αυτές συμπεριλαμβάνονταν η αποπομπή της Ελλάδας από το Συμβούλιο της Ευρώπης και η διακοπή της αμερικανικής στρατιωτικής βοήθειας. Ο Κωνσταντίνος προσφερόταν μάλιστα να εργαστεί για την αναστολή κάθε διεθνούς κριτικής εναντίον της επανάληψης της αμερικανικής στρατιωτικής βοήθειας. Χαρακτήρισε «αντιπατριωτική πράξη» κάθε τέτοια κριτική από Έλληνες.

Αποδεχόταν το χουντικό Σύνταγμα του 1968 και το θεωρούσε ως ένα ικανοποιητικό πλαίσιο άσκησης των πολιτικών ελευθεριών.

Δεν σκόπευε να αποκαταστήσει τους αξιωματικούς που είχαν υποστηρίξει τον ίδιο στο λεγόμενο αντιπραξικόπημα του Δεκεμβρίου 1967.

Επιδίωκε συνάντηση με τον Παπαδόπουλο εκτός Ελλάδας για το διακανονισμό της επιστροφής του.



Οι χορηγίες



Μετά την παταγώδη αποτυχία του ο Κωνσταντίνος κατέφυγε λοιπόν στη Ιταλία. Το κωμικό ήταν ότι τυπικά εξακολουθούσε να είναι βασιλιάς, που στην Ελλάδα τον αντικαθιστούσε ο «Αντιβασιλεύς». Η χούντα εξακολουθούσε να του στέλνει τη «Βασιλική χορηγία» και προσπαθούσε να τον πείσει να γυρίσει.

Ο Παπαδόπουλος συγκέντρωσε όλη την εξουσία στα χέρια του, παραμερίζοντας τους πραξικοπηματίες συντρόφους του. Αλλά το 1973 φαίνεται πως άρχισε ν' αντιλαμβάνεται το αδιέξοδο στο οποίο είχε οδηγήσει τη χώρα: Η Ελλάδα είχε απομονωθεί διεθνώς, η Κύπρος είχε εγκαταλειφθεί στη διάθεση της Τουρκίας, η οικονομία είχε κλονιστεί από τους ερασιτεχνισμούς και τη διαρπαγή. Έτσι, αποφάσισε να προχωρήσει σε κάποια «πολιτικοποίηση». Η Βασιλεία καταργήθηκε με ... Συντακτική πράξη του Υπουργικού Συμβουλίου (1.6.1973), που ο λαός κλήθηκε να επικυρώσει με Δημοψήφισμα στις 29 Ιουλίου. Με το ίδιο νόθο «Δημοψήφισμα» ο Παπαδόπουλος «εξελέγη» Πρόεδρος της Δημοκρατίας.

Φυσικά, το αποτέλεσμα εκείνου του «Δημοψηφίσματος» δεν ήταν δυνατό να λογαριαστεί στα σοβαρά, ως προϊόν βίας και νοθείας. Για τούτο μετά την αποκατάσταση της Δημοκρατίας έγινε ένα πραγματικό Δημοψήφισμα, για να αποφασίσει ελεύθερα ο λαός για το Πολίτευμα της χώρας. Στις 8 Δεκεμβρίου 1974 ο Ελληνικός λαός, με πλειοψηφία 69,2%, αποφάσισε την κατάργηση της Βασιλευόμενης και προτίμησε τη «σκέτη» Δημοκρατία.

Ο αμετανόητος

Το δημοψήφισμα αυτό δεν μπορούσε να το χωνέψει ο Κωνσταντίνος και φαίνεται πως ετοίμαζε στρατιωτικό πραξικόπημα με στόχο την παλινόρθωση των Γλύξμπουργκ στην Ελλάδα .

Πρωταγωνιστής των κινήσεων και της εν γένει συνωμοσίας ο ήδη μακαρίτης Μιχαήλ Αρναούτης, απόστρατος τότε αξιωματικός του Ελληνικού Στρατού. Το κίνημα απετράπη διότι ένας τουλάχιστον αξιωματικός, από εκείνους που ο Μ. Αρναούτης προσπάθησε να μυήσει στη συνωμοσία, ο ναύαρχος εν αποστρατεία και πρώην υπουργός κ. Ι. Βασιλειάδης, απεκάλυψε στην τότε Κυβέρνηση Κ. Καραμανλή τα σχέδια του έκπτωτου βασιλέως.

Μετά από αυτό η Κυβέρνηση Καραμανλή έλαβε τα μέτρα που έπρεπε και επίσης ειδοποίησε τον έκπτωτο βασιλέα στο Λονδίνο ότι η συνωμοσία του είχε αποκαλυφθεί και ήταν καταδικασμένη σε αποτυχία.

Ο πρέσβης Λεωνίδας Παπάγος, γιος του στρατάρχη και μετέπειτα (1952) πρωθυπουργού Αλέξανδρου Παπάγου (τον οποίο διεδέχθη στην ηγεσία του κόμματος του Ελληνικού Συναγερμού και στην πρωθυπουργία το 1955 ο Κωνσταντίνος Καραμανλής), υπηρετούσε ως πρεσβευτής της Ελλάδας στο Κάιρο το 1967. Μετά το πραξικόπημα των συνταγματαρχών τον εκάλεσε ο τότε βασιλεύς Κωνσταντίνος στην Ελλάδα και τον διόρισε Αυλάρχη. Ο κ. Λ. Παπάγος ακολούθησε τον Κωνσταντίνο στην Ιταλία μετά το αποτυχημένο πραξικόπημα-οπερέτα της 13ης Δεκεμβρίου 1967 και έζησε από κοντά τις διάφορες έκτοτε δραστηριότητες του τέως βασιλέως, του οποίου μάλιστα συχνά υπήρξε απεσταλμένος είτε προς τον δικτάτορα Γ. Παπαδόπουλο είτε προς τον Κ. Καραμανλή και άλλες πολιτικές προσωπικότητες που μάχονταν την απριλιανή χούντα. Προσφάτως ο κ. Λ. Παπάγος εξέδωσε βιβλίο με τις αναμνήσεις του από εκείνη την εποχή. Το βιβλίο αυτό είναι και η αφορμή για τη δημοσιευόμενη σήμερα επιστολή του ναυάρχου Ι. Βασιλειάδη, ο οποίος αποκαλύπτει τη συνωμοσία Κωνσταντίνου - Αρναούτη την άνοιξη του 1975.

Ο ναύαρχος ε.α. κ. Ι. Βασιλειάδης ήταν αξιωματικός του Πολεμικού Ναυτικού την εποχή της συνωμοσίας, στην οποία και εκλήθη να λάβει μέρος. Ως έντιμος αξιωματικός στάθηκε πιστός στον όρκο του και ειδοποίησε την Κυβέρνηση η οποία και αντιμετώπισε επιτυχώς τη συνωμοσία. Μετά την αποστρατεία του ο ναύαρχος Ι. Βασιλειάδης πολιτεύθηκε με τη Νέα Δημοκρατία και υπηρέτησε ως υπουργός επί πρωθυπουργίας Κωνσταντίνου Μητσοτάκη.

Ο συνωμότης απόστρατος τότε ταγματάρχης του Ελληνικού Στρατού Μιχαήλ Αρναούτης ήταν από τα πλέον μισητά πρόσωπα στην προδικτατορική Ελλάδα, εποχή κατά την οποία υπήρξε μυστικοσύμβουλος του νεαρού τότε βασιλέως Κωνσταντίνου. Με τον τέως απέκτησε φιλία (και, προφανώς, συνωμοτικούς δεσμούς) από την εποχή που εκλήθη (δεκαετία του '50) στα Ανάκτορα και ανέλαβε στρατιωτικός εκπαιδευτής του νεαρού διαδόχου Κωνσταντίνου. Η απριλιανή χούντα θεωρώντας τον (αδίκως!, ως απεδείχθη...) ικανό και επαγγελματία... συνωμότη τον απεμάκρυνε ουσιαστικώς από το Στράτευμα αμέσως μετά το πραξικόπημα. Εν συνεχεία ακολούθησε τον τέως στην αυτοεξορία του στη Ρώμη πρώτα και στο Λονδίνο αργότερα, όντας διαρκώς ο διευθυντής του γραφείου του τέως βασιλέως. Ηδη έχει αποβιώσει. Ο σκοτεινός ρόλος του Μιχαήλ Αρναούτη απεικονίζεται σαφώς στην επιστολή του ναυάρχου που δεν δέχθηκε να πάρει μέρος στη συνωμοσία.

Ο πρώην πρωθυπουργός Γεώργιος Ράλλης υπήρξε ο αποδέκτης των πληροφοριών για το κίνημα που ετοίμαζαν Κωνσταντίνος και Αρναούτης. Ηταν τότε υπουργός Προεδρίας Κυβερνήσεως και ο πρωθυπουργός (Κ. Καραμανλής) του είχε εκχωρήσει την εποπτεία της Κρατικής Υπηρεσίας Πληροφοριών (ΚΥΠ). Ακουσε όσα του είπε ο ναύαρχος Ι. Βασιλειάδης και ενημέρωσε τον πρωθυπουργό. Αργότερα, κατ' εντολήν του Κ. Καραμανλή, πήγε στο Λονδίνο για να συναντήσει τον έκπτωτο βασιλέα διά τα περαιτέρω. Ο Γ. Ράλλης είχε την ατυχία να είναι δηλωμένος φιλοβασιλικός ¬ και το πλήρωσε: όταν αργότερα έγινε πρωθυπουργός (1980) είχε την ατυχία επί των ημερών του να αποβιώσει η μητέρα του Κωνσταντίνου, η Φρειδερίκη. Εδωσε την άδεια να τη θάψουν στο Τατόι και παρ' ολίγον να πέσει η κυβέρνησή του.



ΠΗΓΕΣ:

*Ελευθεροτυπία

*ΤΟ ΒΗΜΑ

*ΒΙκιπεδία

*από τον εμφύλιο στη χούντα, Σπ.Λιναρδάτου

* Επίσημη ιστοσελίδα του τέως βασιλιά και της οικογένειάς του

• Ιστοσελίδα αφιερωμένη στην Ελληνική Βασιλική Δυναστεία

• Σειρά άρθρων της δημοσιογραφικής ομάδας Ιός της Ελευθεροτυπίας σχετικά με τον Κωνσταντίνο

• Άρθρο του αμερικανικού περιοδικού TIME για τον Κωνσταντίνο

• ΑΛ. ΠΑΠΑΧΕΛΑΣ: Μιλάει ο Κωνσταντίνος: H Αποστασία και οι σχέσεις του με τον K. Καραμανλή, τον Γ. Παπανδρέου και τον K. Μητσοτάκη, Εφημερίδα Το ΒΗΜΑ.