Γράφει ο Εμμ. Συμιανάκης, φιλόλογος

Ολοι οι παλαιοί Λασιθιώτες θυμούνται ζωηρά το επιβλητικό κτίρο της ΑΤΕ στη δυτική πλευρά της Κεφάλας, που δυστυχώς σήμερα δεν υπάρχει. Η θρυλική αποθήκη κτίστηκε το 1936 με έξοδα της ΑΤΕ για να χρησιμοποιηθεί ως απεντομωτήριο και ως χώρος αποθήκευσης γεωργικών προϊόντων και εφοδίων.

Φαίνεται πως το πεπρωμένο της Κεφάλας ήταν να “φιλοξενεί” τέτοιας χρηστικότητας οικοδομήματα, όπως οι αποθήκες του Μόρου κατά την Ενετοκρατία και οι αποθήκες της ΑΤΕ τα τελευταία χρόνια, ανατολικά του Αγ. Νικολάου στου Μόρου.

Η αποθήκη του Αγουστή ήταν τετραώροφο οικοδόμημα με πυραμοειδές σχήμα. Οι τοίχοι της ήταν πολύ παχείς και πετρόκτιστοι με πλούσιο ασβεστοκονίαμα. Οι γωνίες των τοίχων ήταν κοσμημένες με πελεκητούς λίθους που μεταφέρθηκαν από λατομεία του Μεραμβέλλου και λαξεύτηκαν στο εργοτάξιο της αποθήκης από άριστους Μεραμπελλιώτες πελεκάνους με επικεφαλής το Νεαπολίτη κτίστη Σχοινιωτάκη Εμμαν. Οι οροφές ήταν με μπετόν και ισχυρότατο οπλισμό. Εσωτερικά χωριζόταν σε μεγάλες και μικρές αίθουσες. Η άνοδος στους ορόφους επιτυγχανόταν με ελικοειδή τσιμεντένια σκάλα. Υπήρχε και φρεάτιο για να ανεβοκατεβαίνει με τα φορτία του χειροκίνητο ασανσέρ. Ο φωτισμός των εσωτερικών χώρων ήταν άπλετος εξαιτίας της ύπαρξης δεκάδων παραθύρων. Η είσοδος γινόταν από την κεντρική πύλη στη νότια πλευρά του οικοδομήματος και η έξοδος από πύλη της βόρειας πλευράς.

Το 1941 οι Ιταλοί κατακτητές εγκαταστάθηκαν στο Λασίθι και χρησιμοποίησαν την αποθήκη ως φυλάκιο, φούρνο, χώρο φύλαξης τροφίμων και πατατών. Οι Λασιθιώτες υποχρεώνονταν να δηλώνουν εκ των προτέρων πόσες οκάδες πατατόσπορου είχαν πρόθεση να φυτέψουν και αποθήκευαν εκεί αυτές τις ποσότητες. Επειδή δεν ήταν βέβαιοι για την τύχη των προς πώληση πατατών εδήλωναν πάντα αναληθώς μεγαλύτερες ποσότητες ως πατατόσπορο. Οι Ιταλοί βέβαια έσχιζαν τα αποθηκευμένα τσουβάλια και έκλεβαν πατάτες για να τις μαγειρεύουν στα μαγειρεία της αποθήκης. Το καλοκαίρι του 1943 οι Ιταλοί είχαν επιτάξει και αποθηκεύσει στην αποθήκη αρκετά τσουβάλια πατατών, για να τις φυτέψουν στο γεωργικό κτήμα στου Λιονέτο. Ο θαρραλέος όμως Αγιοργιώτης Κρασονικόλης παραβίασε ένα από τα ανατολικά παράθυρα της αποθήκης και εισέβαλε μέσα προτείνοντας το πιστόλι του, χωρίς να γίνει αντιληπτός από τα λυκόσκυλα και τους Ιταλούς φρουρούς. Καθώς ήταν πολύ σβέλτος και χεροδύναμος δεν δυσκολεύτηκε να υφαρπάσει οχτώ τσουβάλια πατατών και να τα μεταφέρει στις παρακείμενες πεζούλες του Μιχέλη σε πρώτο χρόνο και σε δεύτερο με τη βοήθεια άλλων Αγιοργιωτών στον κούμο του Σπανοβασιλάκη. Την επομένη οι Ιταλοί αντιλήφτηκαν ότι έγινε “κλοπή” και άρχισαν να ανακρίνουν τους εργάτες της αποθήκης που είχαν αγγαρέψει για την αποθήκευση των πατατών. Κανείς τους όμως παρά τον ξυλοδαρμό τους, δεν είπε το παραμικρό. Εξίσου παράτολμος υπήρξε και ο Συμιανάκης Στέλιος που δεν άφηνε ανεκμετάλλευτη καμιά ευκαιρία αφαιρώντας από τους Ιταλούς ό,τι και αυτοί είχαν πρωτύτερα κλέψει από τους Λασιθιώτες.

Η αποθήκη υπήρξε την Κατοχή τόπος μαρτυρίου για τους Λασιθιώτες. Πολλοί έχυσαν μέσα σ’ αυτή τον ιδρώτα τους εκτελώντας καταναγκαστικά έργα με μόνη πληρωμή συχνά ξυλοδαρμούς και ταπεινώσεις από ανθρωπόμορφα τέρατα, όπως ο Κάρολος, ο Γαβριέλος κ.ά.

Μετά την απελευθέρωση η αποθήκη χρησιμοποιήθηκε ως χώρος αποθήκευσης και διανομής των γεωργικών λιπασμάτων με ευθύνη του Ψυχριανού αποθηκάριου Τσαγκαράκη Εμμ.

Τα φορτηγά αυτοκίνητα του Τσαμάνδουρα, του Σταματογιώργη, του Κυριακάκη κ.ά. μεγάλων αυτοκινητιστών της μεταπολεμικής εποχής, φορτώνονταν κατευθείαν από τα καράβια, ανέβαιναν ασθμαίνοντας τον ανηφορικό δρόμο της Αμπέλου και περίμεναν τη σειρά τους έξω στο προαύλιο για να τα ξεφορτώσουν οι εργάτες που συνήθως ήταν παιδιά ηλικίας άνω των 14 ετών, μεταξύ των οποίων ήμουν κι εγώ. Τα πέτρινα αυτά χρόνια προσπαθούσαμε να εξασφαλίσουμε το χαρτζιλίκι μας πουλώντας τα κολοκύθια, κάνοντας μεροκάματα, φορτώνοντας κοπριά και ξεφορτώνοντας λιπάσματα στην αποθήκη. Ο αποθηκάριος μας πλήρωνε 8 δρχ. για κάθε τόνο, που θα ξεφορτώναμε. Τα φορτία τότε ήταν πολύ βαριά. Το στενόμακρο τσουβάλι του θειϊκού καλίου ζύγιζε 100 κιλά. Η θειϊκή αμμωνία το ίδιο. Τα φωσφορικά λιπάσματα ζύγιζαν 50 κιλά αλλά σε δυσκόλευαν πολύ, γιατί ήταν πετρωμένα και ταλαιπωρούσαν αφάνταστα την πλάτη. Οι διαδρομές εντός της μεγάλης αποθήκης ήταν ατέλειωτες και εξουθενωτικές, όταν ήσουν υποχρεωμένος να ανεβαίνεις τις ρυπαρές και ελικοειδείς σκάλες, για να αποθέσεις το φορτίο σου στους 2ο, 3ο και 4ο όροφο. Πολλοί πληρώνομε σήμερα με δισκοκήλες του αυχένα και του οσφύος τις παιδικές μας ταλαιπωρίες στην αποθήκη. Τότε νιώθαμε απέραντη ευτυχία, αν και εξουθενωμένοι, όταν ο αποθηκάριος μας μοίραζε τα χρήματα. Συνήθως κολλαριστά δεκάρικα, εικοσάρικα ή γυαλιστερά αχρησιμοποίητα ακόμη κέρματα. Με αυτά αγοράζαμε παπούτσια, ρούχα, ρολόγια κ.ά. Γύρω στο 1960 αγόρασα το πρώτο μου ρολόι με τα ξεφορτωτικά, αντί 700 δρχ. που είχα συγκεντρώσει χύνοντας πολύ ιδρώτα στις σκάλες της αποθήκηςς, με πληγές στον αυχένα λόγω της καυστικότητας των λιπασμάτων, μη σιτιζόμενος με πρωτεϊνούχες τροφές αλλά μόνο με υδατάνθρακες.

Τις μέρες που γινόταν εκφόρτωση, ερχόντουσαν από όλα τα χωριά της επαρχίας Λασιθίου οι γεωργοί για να πάρουν τα λιπάσματά τους. Το προαύλιο της αποθήκης ήταν γεμάτο με γαϊδούρια και μουλάρια. Ο βοηθός του αποθηκάριου, ο Λευτέρης ο Στιβακτάκης έβγαλε έξω από την είσοδο τα λιπάσματα που αγόραζε κάθε γεωργός, παίρνοντας γι’ αυτή την εργασία μικρό φιλοδώρημα. Ο Λευτέρης ήταν πολύ πιστός βοηθός και του είχε τυφλή εμπιστοσύνη ο αποθηκάριος. Δεν ξέρω αν το έκανε και ο Λευτέρης αλλά έχω ακούσει ότι άλλοι βοηθοί σε άλλες αποθήκες κάρφωναν ένα μολύβι στο τσουβάλι, για να χύνεται από τη μικρή αυτή οπή λίγο λίπασμα στο πάτωμα. Φασούλι όμως το φασούλι γεμίζει το σακούλι. Στο τέλος σκούπιζε το πάτωμα και μάζευε αρκετό λίπασμα υπέρ του αποθηκάριου και εις βάρος βέβαια των γεωργών. Ως εργάτης της αποθήκης θήτευε και ο πατέρας μου Ευστάθιος.

Μετά τον Εμμ. Τσαγκαράκη θήτευσαν ως αποθηκάριοι ο Φαρσάρης ο Γιάννης, ο Κυριακάκης ο Βαγγέλης και ο Λευτέρης ο Φουκαράκης. Μετά το 1973 έπαψε να υπάρχει η αποθήκη. Η ΑΤΕ θεώρησε ασύμφορη τη συντήρηση του κτιρίου και προτίμησε να το κατεδαφίσει. Ολέθρια απόφαση. Οι τοίχοι ήταν αθάνατοι. Η οροφή μπορούσε να ενισχυθεί. Με την ισοπέδωση του ιστορικού κτιρίου η ΑΤΕ δεν κέρδισε τίποτα. Η οροφή μπορούσε να ενισχυθεί. Με την ισοπέδωση του ιστορικού κτιρίου η ΑΤΕ δεν κέρδισε τίποτα. Το οικόπεδο που έμεινε δεν έχει μεγάλη αξία, ούτε αξιοποιήθηκε ποτέ. Αντίθετα η ΑΤΕ έκτισε νέα αποθήκη σε άλλο οικόπεδο. Τα ερωτήματα παραμένουν αναπάντητα. Ποιοί εισηγήθηκαν στην ΑΤΕ την κατεδάφισή της; Τι κέρδισε απ’ αυτό η Τράπεζα; Αν υπήρχε σήμερα αυτό το στέρεο και δωρικό οικοδόμημα μπορούσε να εξυπηρετήσει πολλές ανάγκες: Οικονομικές, κοινωνικές, πολιτιστικές κ.α. πολλές και ποικίλες. Κρίμα! Το ίδιο είχε συμβεί και με την ιστορική πέτρινη εκκλησία του Αγ. Γεωργίου που κτίστηκε το 1813. Γκρεμίστηκε το 1963 για να κτιστεί στη θέση της καινούρια με σκυρόδεμα, ενώ υπήρχε οικόπεδο στο χωριό. Δύο φορές κρίμα.