Συνέντευξη στον Άκη Καπράνο

Είναι πάντα όμορφη μια κουβέντα με τον Κώστα Γαβρά. Δημιουργός διεθνώς αναγνωρισμένος, που ουδέποτε «έκοψε» τις ρίζες του με την Ελλάδα, συνεχίζει να ανακαλύπτει τον εαυτό του, εμφανώς ανανεωμένος από την εμπορική, αλλά και κριτική επιτυχία της τελευταίας του σκηνοθετικής δουλειάς, "Το Τσεκούρι".

Τώρα επιστρέφει ως σεναριογράφος με το Mon Colonel επιλέγοντας ως πεδίο "δράσης" την Αλγερία. Η ταινία προβάλλεται στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης.

Κύριε Γαβρά, είστε εδώ με αφορμή το Colonel, του οποίου συγγράψατε το σενάριο και αναλάβατε την παραγωγή του. Σπάνια επιχειρείτε κάτι τέτοιο...

Κοιτάξτε, αυτή η ταινία «ήρθε» τελείως αναπάντεχα. Ένας κοντινός μου συγγενής με προσέγγισε με το βιβλίο και καθώς αναζητήσαμε τα δικαιώματα του - γιατί η ιδέα του να το μεταφέρω μου σφηνώθηκε από την πρώτη ανάγνωση - «πέσαμε» πάνω στον Λοράν (σ.σ.: Λοράν Ερμπέ, ο σκηνοθέτης της ταινίας) και αποφασίσαμε να κάνουμε την ταινία μαζί. Είχα μια ιδέα για το σενάριο, δουλέψαμε επίσης με τον μόνιμο συνεργάτη μου, τον Ζαν-Κλοντ Γκλομπέρ, και έτσι υλοποιήθηκε αυτό το σχέδιο.

Επιστρέψατε στην Αλγερία για τα γυρίσματα. Είναι η χώρα την οποία "ντύσατε" με ελληνικά χρώματα την εποχή που γυρίζατε το "Ζ".

Κατ’αρχας θέλω να επισημάνω ότι γυρίσαμε την ταινία με αλγερινό συνεργείο. Δεν φαντάζεστε πόσο θα “φούσκωνε” ο τελικός προϋπολογισμός αν δουλεύαμε με γαλλικό. Συνεργαστήκαμε άψογα - και αυτοί που δεν ήταν επαγγελματίες, έγιναν για τις ανάγκες της ταινίας! Αυτό το λαό τον αγαπώ πολύ - και νομίζω και αυτοί εμένα. Είναι ένας λαός πολύ συναισθηματικός. Η γαλλική κοινωνία ξέρετε δεν έχει απελευθερωθεί ακόμη από αυτό το στίγμα. Τρία εκατομμύρια Αλγερινών ζουν εκεί και ακόμη δεν έχουν γίνει «αποδεκτοί». Ένας Πολωνός με δίπλωμα, για παράδειγμα, βρίσκει πολύ πιο εύκολα δουλειά από έναν Αλγερινό με δίπλωμα. Γιατί οι Γάλλοι δεν μπορούν να ξεπεράσουν ότι έχασαν την Αλγερία - διοχετεύουν το μίσος τους εκεί. Η τραγωδία είναι ότι όταν αυτοί οι άνθρωποι αποφασίζουν να επιστρέψουν στην Αλγερία, αντιμετωπίζονται ως Γάλλοι. Δεν ανήκουν πουθενά!

Ακόμη όμως να καταπιαστείτε με τα ελληνικά εδάφη. Κατά καιρούς διαβάζω σε συνεντεύξεις σας για το πόσο θέλετε να κάνετε μια ταινία στη χώρα σας. Γιατί σας είναι τόσο δύσκολο;

Να σας πω γιατί. Αρχικά, δεν είμαι πολίτης αυτής της χώρας. Απ’έξω βλέπω πολλά που με προβληματίζουν, αλλά δεν ξέρω με τι να καταπιαστώ. Επίσης με απασχολεί πολύ η εικόνα της χώρας μας στο εξωτερικό. Δεν θέλω να κάνω μια ταινία για να ασκήσω κριτική.

Αυτό θεωρείτε ότι κάνουν οι ταινίες σας;

Όχι ακριβώς. Η αφετηρία των ταινιών μου μπορεί να είναι πολιτική, υπάρχουν όμως μέσα τους οι έννοιες του καλού και του κακού, όπως τις συναντάμε, αν θέλετε, και στις αρχαίες τραγωδίες. Εγώ δεν μπορώ να δω το "κακό" στην Ελλάδα. Και αν το κάνω θα ακουστεί διεθνώς. Δεν θέλω. Ξέρετε, όλοι οι ξένοι φίλοι μου που επισκέπτονται τη χώρα μας έρχονται και μου λένε "τι όμορφη που είναι η ζωή εκεί!"

Ξέρω πολλούς Ελληνες που θα τους συμβούλευαν να το ξανασκεφτούν.

Ναι, το καταλαβαίνω. Αυτό όμως από μόνο του μου φαίνεται πολύ ενδιαφέρον. Πρόσφατα βρέθηκα στη Νέα Υόρκη και συναντήθηκα με Ελληνες φοιτητές εκεί. Όλοι μου είπαν ότι θέλουν να επιστρέψουν στην Ελλάδα. Η δική μου γενιά, όταν έφευγε έριχνε μαύρη πέτρα πίσω της! Με ενδιαφέρει πολύ η ιστορία που κρύβεται πίσω από αυτό το φαινόμενο, αλλά εκεί είναι η δυσκολία. Θέματα υπάρχουν πολλά. Το δύσκολο είναι οι χαρακτήρες, η ζωή που κουβαλούν, το δράμα που υπάρχει από πίσω. Γιατί σημασία δεν έχει με τι κάμερα δουλεύεις, αλλά τι τοποθετείς μπροστά απ’αυτήν.

Εσείς πάντως δεν είστε από αυτούς που φοβούνται την τεχνολογία. Πειραματιστήκατε με τα ψηφιακά ειδικά εφέ στην τελευταία σας δουλειά, "το Τσεκούρι".

Η ψηφιακή επανάσταση έχει ήδη ξεκινήσει. Και υπάρχει ο σωστός και ο λάθος τρόπος να την εκμεταλλευτείς. Αλλά δεν μπορείς να την αγνοήσεις, αυτό θα ήταν ανόητο!

Είστε επίτιμος καλεσμένος του Φεστιβάλ και ιδιαίτερα αγαπητός σε όλους μας, κοινό και κριτικούς. Πώς βλέπετε σήμερα την ελληνική κριτική που σας "χτύπησε" την δεκαετία του 70;

Τι να σας πω... Ανέκαθεν αντιμετώπισα τις καλές κριτικές με τον ίδιο τρόπο που αντιμετωπίζω τις κακές...

Το ερώτημα μάλλον είναι κατά πόσο μια ταινία μπορεί να είναι και πολιτική και ψυχαγωγική.

Αυτό είναι ένα φιλοσοφικό θέμα πάνω στον κινηματογράφο. Εγώ απαντώ σ’αυτό με τη ρήση του Ρολάν Μπαρτ: όλες οι ταινίες είναι πολιτικές ταινίες και όλες χρήζουν πολιτικής ανάλυσης. Φυσικά και δεν ανακάλυψα εγώ το πολιτικό σινεμά. Ουδέποτε διεκδίκησα αυτή την πατρότητα. Οι Μοντέρνοι Καιροί του Τσάρλι Τσάπλιν είναι μια καθ’όλα πολιτική ταινία. Την είδα ξανά πρόσφατα και σας εξομολογούμαι ότι έμεινα κατάπληκτος. Μιλά για την ανεργία, για την φτώχεια, για τον ρόλο των δυνάμεων καταστολής... Όλα τα μεγάλα φιλμ του σινεμά μιλούν για την κοινωνία. Και όταν μιλάς για την κοινωνία αρθρώνεις λόγο πολιτικό.