Του Ν. Τσαγκαράκη

Ηστήλη σήμερα ξαναβλέπει μια από τις καλύτερες ελληνικές ταινίες της δεκαετίας του ‘90, μια ψύχραιμη και οξυδερκή ματιά σ’ένα ζήτημα που δεν αφορά μόνο τη χώρα αλλά τον πλανήτη ολόκληρο.





ΑΠ’ ΤΟ ΧΙΟΝΙ



Σκην.: Σωτήρης Γκορίτσας

Πρωτ.: Γεράσιμος Σκιαδαρέσης, Βασίλης Ελευθεριάδης, Λάζαρος Ανδρέου, Αντώνης Μανωλάς, Μάνια Παπαδημητρίου

Το «Απ’ το Χιόνι» ήταν η πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του Γκορίτσα, ο οποίος συνέχισε την καριέρα του με πιο ελαφρύ ύφος, δίνοντας στην ελληνική παραγωγή δύο ταινίες αξιόλογες εξίσου εμπορικά και καλλιτεχνικά, το «Βαλκανιζατέρ» και το «Μπραζιλέρο». Το σενάριο που έχει επίσης γράψει ο σκηνοθέτης, είναι βασισμένο σ’ ένα διήγημα του Σωτήρη Δημητρίου με τίτλο «Στο Χιόνι». Γυρισμένη το 1993, όταν η μετανάστευση Αλβανών προς την Ελλάδα είχε αρχίσει να αποτελεί ένα νέο ‘συστατικό’ της καθημερινότητας στη χώρα, η ταινία εξιστορεί την προσπάθεια δύο βορειοηπειρωτών και ενός μικρότερου φίλου τους να επιβιώσουν στην Ελλάδα επιδιώκοντας καλύτερες συνθήκες ζωής για τους εαυτούς τους και μελλοντικά για τις οικογένειές τους. Με υποτυπώδη πλοκή που εξιστορεί τη διαδρομή από την Αλβανία στην Αθήνα και τις δυσκολίες που συναντούν στη διάρκειά της οι τρεις μετανάστες, ο Γκορίτσας δίνει ένα πολύ ισορροπημένο και εύστοχο σχόλιο για τον μετανάστη και τις προοπτικές του στη σύγχρονη Ελλάδα η οποία ακόμα ψάχνει για εθνική ταυτότητα.

Σκηνοθετικά, το φιλμ προσεγγίζει από κοντά την κατάσταση, χωρίς εξάρσεις, πλησιάζει τους ήρωες οι οποίοι είναι ψύχραιμοι και συγκαταβατικοί. Δεν έχουν άλλο σκοπό από το να κερδίσουν ‘το ψωμί τους’ τίμια σε μια χώρα που εξάλλου θεωρούν δική τους, αφού η καταγωγή τους είναι ελληνική- γεγονός που αποδεικνύεται από τα ονόματά τους, την καλή γνώση ελληνικών και από την ένδειξη στο διαβατήριό τους (για τις δύσπιστες Αρχές). Λακωνικοί διάλογοι, το φιλμ δε χρειάζεται να πει πολλά όταν μπορεί ν’ αντιπαραθέσει τα διαφορετικά τοπία (το σκοτάδι των συνόρων, η ηλιοφάνεια της υπαίθρου, η βρωμιά της πόλης) και να εκμεταλλευτεί δύο ικανούς ηθοποιούς- ειδικά τον Σκιαδαρέση με έκφραση που σηκώνει όλο το βαρος της κακουχίας χωρίς να χάσει ίχνος από την αξιοπρέπειά του και χωρίς να επιτρέψει σε κανέναν να τον λυπηθεί.

Η προσπάθεια των τριών φίλων αποβαίνει μάταιη, κατάληξη ενδεικτική για τους περισσότερους από τους πραγματικούς αλβανούς μετανάστες εκείνη την περίοδο. Στην πορεία όμως το φιλμ έχει προλάβει να δείξει πόσο εύκολο είναι να ‘ρυθμίζει’ κανείς την εθνική του συνείδηση ανάλογα με το συμφέρον του και την ανεπάρκεια της εθνικών κοινοτήτων να καλύψουν τις στοιχειώδεις ανθρώπινες ανάγκες για αξιοπρεπή διαβίωση και εργασία. Η εθνική ταυτότητα του μετανάστη στην ταινία είναι διφορούμενη εξαιτίας των ιστορικών συγκυριών που μετέτρεψαν τη Βόρεια Ήπειρο σε κομμάτι της αλβανικής επικράτειας, με αποτέλεσμα ο ελληνικός πληθυσμός της να κοιτάει ελπιδοφόρα προς τα νότια χωρίς ανταπόκριση. Οι κεντρικοί ήρωες νιώθουν Έλληνες κι έρχονται να διεκδικήσουν την ελπίδα που τους ανήκει. Δε θεωρούν τίποτε κεκτημένο αλλά είναι έτοιμοι να παλέψουν και να αντιμετωπιστούν με εντιμότητα. Όμως ο Έλληνας έχει ξεχάσει τους τρόπους του. Ξαφνικά συνειδητοποιεί ότι υπάρχουν γύρω του λαοί φτωχότεροι απ’ αυτόν και αυτοανακηρύσσεται ‘βασιλιάς’ των Βαλκανίων. Η συμπεριφορά του αφεντικού με την Alfa Romeo είναι ενδεικτική της κοινωνίας μας και οδηγεί τον Αχιλλέα να ομολογήσει ότι ενώ αρχικά καμάρωνε που ήταν βορειοηπειρώτης, τώρα προσπαθεί να το κρύβει.

Δεν είναι το δικό μας επίπεδο ζωής υψηλό (πόσο μάλλον τότε) αλλά των άλλων πολύ χαμηλό. Η εκτρωματική περηφάνια μας την οποία κατασκεύασε το εθνικό μας μύθευμα, μας μετέτρεψε σε ‘φύλαρχους’ της βαλκανικής χερσονήσου και μας έκανε ν’ αντιδράσουμε σπασμωδικά σ’ ένα πολύ φυσικό και αναμενόμενο φαινόμενο. Ζώντας ναρκωμένοι σε μια εθνική ουτοπία, οι Έλληνες στέκονται ανίκανοι να διακρίνουν ότι η ανάγκη του ανθρώπου για αξιοπρέπεια είναι ισχυρότερη από την πολιτισμική του ομοιομορφία, κι ότι η γη δεν είναι το ίδιο με τη Γη επειδή η πρώτη αγοράζεται, η δεύτερη όχι. Δεν είναι η μετανάστευση που ήρθε ξαφνικά για να διαβάλλει την ακεραιότητα και την ‘αρχέγονη καταγωγή’ του έθνους, αλλά το εθνικό κοινωνικό μόρφωμα που περιχαράκωσε πληθυσμούς βάσει ομοιομορφίας και καταπίεσε (κατ’ επέκταση μεγέθυνε, δαιμονοποίησε) τη διαφορά μαζί με τον πλούτο και την ποικιλία της προσφοράς της.

Τα στιγμιότυπα στα λεωφορεία -η έρευνα της αστυνομίας στο ένα, και το άλλο με την ελληνοποίηση του αθλητή στη διαδρομή για την Αθήνα- αξιοποιούνται με εξυπνάδα και μετριοπάθεια (χαρακτηριστικά των ηρώων) από το σκηνοθέτη καταδεικνύοντας την υποκρισία και την ανεπάρκεια της κοινωνίας να κατανοήσει αυτό που συμβαίνει γύρω της, καθώς και του κράτους να το αντιμετωπίσει.