Της Εύας Τζώρτζη *
To παρόν αποτελεί το πρώτο από τα τέσσερα άρθρα, που θα δημοσιευθούν τις συνεχόμενες Δευτέρες. Όλα θα αφορούν στις Μονάδες Κοινωνικής Φροντίδας ( Μ.Κ.Φ.) παιδιών. Όταν πρόκειται για παιδιά και δη απροστάτευτα και στερούμενα οικογενειακής φροντίδας οφείλουμε να είμαστε ιδιαιτέρως ευαισθητοποιημένοι.
Για να φανούμε όμως ευαισθητοποιημένοι, πρέπει πρωτίστως να είμαστε ενημερωμένοι. Δυστυχώς, αρκετοί από εμάς, ελάχιστες πληροφορίες έχουμε για τον τρόπο και για το σκοπό λειτουργίας των Μονάδων Κοινωνικής Φροντίδας παιδιών. Οι όποιες πληροφορίες μάλιστα φτάνουν στ’ αυτιά μας περιστασιακά, είτε από κάποιο τηλεμαραθώνιο που σκοπό έχει τη συγκέντρωση χρημάτων και την ευαισθητοποίηση των πολιτών, είτε από κάποιο σκάνδαλο που ενδεχομένως ξεσπάει κατά καιρούς και αφορά στα συγκεκριμένα πλαίσια.
Όταν αναφερόμαστε σε Μ.Κ.Φ. παιδιών, εννοούμε βασικά τα Κέντρα Παιδικής Μέριμνας και τις Παιδοπόλεις. Αρχικός σκοπός τέτοιων δομών είναι να εξασφαλίσουν τις βασικές ανάγκες των παιδιών που αποδεδειγμένα δεν προστατεύονται και στερούνται φροντίδας από την οικογένεια, καθώς και των παιδιών που βρίσκονται σε κρίση. Σε δεύτερο επίπεδο καλούνται τέτοια Κέντρα παιδιών να καλύψουν ανώτερες ανάγκες όπως αυτή της ψυχαγωγίας, της επαγγελματικής κατάρτισης και της συναισθηματικής στήριξης από ειδικούς επιστήμονες.
Στο κομμάτι ακριβώς αυτό της συναισθηματικής στήριξης από ειδικούς θα ήθελα να μοιραστώ την εμπειρία που απέκτησα κατά την ολιγόμηνη συνεργασία μου με αντίστοιχο πλαίσιο. Τα προβλήματα που προκύπτουν για τον ειδικό, εξαρχής είναι τόσο εμφανή που δεν χρειάζεται παρά ελάχιστος χρόνος για να εντοπιστούν. Και βέβαια πρέπει να έχουμε στο μυαλό μας ότι οποιοδήποτε κώλυμα στους εργαζόμενους σε τέτοιους χώρους έχει άμεσο αντίκτυπο στη ζωή των παιδιών.
Το πρώτο που εντοπίζει ο νέος εργαζόμενος είναι πως το εξειδικευμένο επιστημονικό προσωπικό είναι τελικά το μόνο που δεν έχει καμία μόνιμη βάση. Μπορεί ο μάγειρας, η καθαρίστρια, ο γραμματέας, ο φροντιστής, ο φύλακας να είναι με μόνιμη σχέση εργασίας, ενώ το ειδικό επιστημονικό προσωπικό να ‘παρελάζει’ στις ζωές των παιδιών. Χωρίς να μειώνουμε σε καμία περίπτωση την προσφορά όλων των εργαζομένων σε δομές Κοινωνικής Φροντίδας, όπου οι συνθήκες δεν είναι οι πλέον ευνοϊκές, ωστόσο πρέπει να υπογραμμίσουμε τη σημαντικότητα της σταθερής παρουσίας των ανθρώπων που καθημερινά καλούνται να ‘χτίσουν’ σχέσεις εμπιστοσύνης με τα παιδιά. Στην ουσία, με το να υπάρχει αυτή η ασυνέχεια στην παρουσία των ειδικών επιστημόνων αναπαράγουμε πρότυπα που έχουν για χρόνια ταλαιπωρήσει τα παιδιά με ανθρώπους γνωστούς και αγνώστους να εναλλάσσονται στις ζωές τους. Ενώ τα παιδιά έχουν κουραστεί να βιώνουν τέτοιες καταστάσεις, εμείς ως κράτος πρόνοιας ερχόμαστε να τους προσφέρουμε την ίδια αστάθεια, αλλά αυτή τη φορά σε ένα υποτιθέμενο πιο ‘εξευγενισμένο πλαίσιο’.
Τα παραπάνω λόγια δεν είναι μια προσπάθεια μηδενισμού των παροχών στις Μ.Κ.Φ παιδιών. Οφείλουμε ωστόσο να μην αψηφούμε τις αδυναμίες του συστήματος, να εντοπίζουμε τις δυσλειτουργίες του και να κάνουμε ότι είναι δυνατόν για να προωθήσουμε μια καλύτερη ποιότητα για τα παιδιά που η ζωή δεν τους στάθηκε ιδιαίτερα γενναιόδωρη.
Από την ασυνέχεια της παρουσίας των ειδικών προκύπτει ένα βασικό θέμα, εκείνο της ασυνέχειας των δεδομένων των παιδιών. Ο κάθε ψυχολόγος ή κοινωνικός λειτουργός λογικό είναι να ξοδέψει το μεγαλύτερο μέρος της παρουσίας του στη Μ.Κ.Φ., στοχεύοντας σε μια επι της ουσίας γνωριμία με τα παιδιά. Μόνο αφού τα γνωρίσει και δει από κοντά τις ανάγκες τους μπορεί να κάνει ένα σχεδιασμό για το τι προτεραιότητες θα βάλει στο έργο του ώστε τα παιδιά να έχουν το μεγαλύτερο δυνατό όφελος. Τέτοιο έργο όμως δεν είναι εφικτό να ολοκληρωθεί σε λίγους μόνο μήνες. Το πιο αισιόδοξο σενάριο επιτρέπει μόνο να αρχίσουν να παίρνουν μορφή κάποιες ιδέες. Έτσι αυτό που συμβαίνει είναι να έρθει αργότερα κάποιος άλλος ειδικός και να αρχίσει ξανά από την αρχή. Το σύστημα προφανώς δεν ευνοεί καθόλου την ιδέα της συνέχειας των δεδομένων.
Είναι πολύ σημαντικό από την πλευρά μας ως ειδικοί είτε έμμισθοι είτε άμισθοι να έχουμε ξεκάθαρο το ρόλο μας μέσα σε πλαίσια κοινωνικής φροντίδας. Δεν είμαστε παρά το μέσον, ο ένας μόλις κρίκος μιας αλυσίδας. Πρέπει να φροντίσουμε να υπάρχουν συντονισμένες προσπάθειες διατήρησης δεδομένων. Οποιοδήποτε στοιχείο κάποιος εξασφαλίζει και αφορά κάποιο παιδί θα πρέπει οπωσδήποτε να το θέτει στη διάθεση του αντικαταστάτη του. Αν κάποιος δεν είναι ενήμερος για κάποια θέματα των παιδιών μπορεί να οδηγηθεί σε λάθος αποφάσεις που να τα αφορούν και να τα επηρεάσουν αρνητικά ή ακόμη και να τα θέσουν σε κίνδυνο. Αυτό οδηγεί και τον ειδικό σε κάποια ματαίωση. Δεν γίνεται να χρησιμοποιούνται τα παιδιά για να κάνει ο ειδικός τη δουλειά του. Αν στο κενό που δημιουργείται από αυτό το γενικό κλίμα της μη συνέχειας προσθέσουμε και τη δυσκολία στη διασύνδεση των υπηρεσιών, καταλήγουμε στο ότι όλα προχωρούν με μεγάλη δυσκολία και πολύ αργούς ρυθμούς. Ευτυχώς που υπάρχουν ακόμη άνθρωποι που είναι ικανοί να παίρνουν ρίσκα και να είναι ευέλικτοι διοικητικά βρίσκοντας τρόπους να απορροφήσουν ειδικούς ακόμα και σε περιπτώσεις που δεν προβλέπεται, όμως επιβάλλεται. Γιατί όμως τόσο ευαίσθητες δομές θα πρέπει να υποβοηθούνται μεμονωμένα και αποσπασματικά από λίγους ανθρώπους που έχουν την ευαισθησία και τη γνώση; Ίσως είναι καιρός η λέξη ΜΕΡΙΜΝΑ να λάβει την πραγματική της διάσταση και τα παιδιά να προστατευτούν από τα διάφορα διαδικαστικά θέματα που διαρκώς προκύπτουν.
* H Εύα Τζώρτζη, είναι ψυχολόγος

