Tου Ν. Τσαγκαράκη
Μια περυσινή ελληνική ταινία που δεν είχε την ευκαιρία που της άξιζε στις αίθουσες, κι ελπίζει στο DVD. Το θέμα είναι, πόσα μπορεί να ελπίζει κανείς;
ΕΙΝΑΙ Ο ΘΕΟΣ ΜΑΓΕΙΡΑΣ;
Σκην.: Στέργιος Νιζήρης
Πρωτ.: Γιώργος Καραμίχος, Γιώργος Νάκος, Θεοδώρα Τζήμου, Αλεξία Καλτσίκη, Ερρίκος Λίτσης
Το ελληνικό σινεμά είναι ένας φαύλος κύκλος που θ’ αργήσει ν’ ανοίξει και να ευθυγραμμιστεί προς μια περισσότερο παραγωγική κατεύθυνση. Οι περισσότερες από τις ταινίες που βγαίνουν κάθε σεζόν υποφέρουν από τα δύο ίδια προβλήματα: ανεπαρκής σεναριογραφία και άψυχη κινηματογράφηση. Εδώ έχουμε μια πολύ ενδιαφέρουσα κεντρική ιδέα γύρω από το προσφιλέστατο τα τελευταία χρόνια θέμα της μαγειρικής, σ’ ένα σενάριο γραμμένο από τον σκηνοθέτη μαζί με τον Βασίλη Ραΐση. Πρωταγωνιστής είναι ο Θοδωράκης, ένας νεαρός που περνάει από διάφορες δουλειές χωρίς όμως να έχει βρει ένα αντικείμενο που να αγαπάει ή να είναι καλός. Ωστόσο, αυτό που υποψιάζεται θα επαληθευτεί όταν ο θείος του τον στέλνει να δουλέψει στη λάντζα ενός εστιατορίου, όπου ο Θοδωράκης θα συνειδητοποιήσει ότι παρότι δεν έχει πάει ποτέ σε σχολή για σεφ, είναι γεννημένος για να μαγειρεύει. Πολύ γρήγορα και υπό την καθοδήγηση του σεφ του μαγαζιού, Σταύρακα, θα ξεκινήσει μια πολλά υποσχόμενη καριέρα.
Η ταινία λοιπόν ξεκινάει με τις προϋποθέσεις μιας ευχάριστης κομεντί, ανάμεσα στις οποίες κι ο πρωταγωνιστής Καραμίχος που εμφανίζεται πολύ άνετος στο ρόλο του, η ιστορία όμως ποτέ δεν αντεπεξέρχεται στις προσδοκίες που θέτει. Ενώ ακολουθεί τη συνηθισμένη δομή μιας κομεντί, δε διαθέτει τις απαραίτητες αυξομειώσεις στο ρυθμό και τη συναισθηματική ένταση για να παρασύρει το θεατή ή πιο απλά, να γίνει διασκεδαστικότερη. Στην πλοκή υπάρχουν όλα όσα έχουμε συνηθίσει να βλέπουμε από ανάλογες αμερικανικές ταινίες, όπως ο αυτοδίδακτος που έρχεται ν’ αναμετρηθεί με τους επαγγελματίες και να τους ξεπεράσει, ο αρχικά σκληρός αλλά κατά βάθος καλόψυχος μέντορας, η δραματική τροπή, η τελική δοκιμασία, ολ’ αυτά μαζί με μερικά έξυπνα ευρήματα όπως η σχέση του Θοδωρή με τον Άγιο Φανούριο και η λέσχη με τους ιδιόρρυθμους σεφ. Υπάρχουν λοιπόν διάσπαρτες καλές ιδέες κι ένας πολύ ικανός πρωταγωνιστής που όμως στερούνται συνεκτικού ιστού για να ‘δέσουν’ (μια και μιλάμε για μαγειρική). Ακολουθούν μερικα παραδείγματα.
Πριν γνωρίσουμε τον Σταύρακα, ο διάλογος του Θοδωρή με τον συνάδελφό του μας προετοιμάζει για έναν άνθρωπο πολύ αυστηρό και απαιτητικό, όπως θα ήταν κάθε σωστός σεφ. Όμως δε δίνεται χρόνος για να καταλαγιάσει αυτή η προειδοποίηση και να συμμεριστούμε την αγωνία του Θοδωρή, γιατί στο αμέσως επόμενο (άνευρο) πλάνο έχει έρθει κιόλας η ώρα να γνωρίσουμε τον Σταύρακα, ο οποίος παρεμπιπτόντως δεν είναι ούτε αυστηρός, ούτε απειλητικός. Ο χαρακτήρας του δεν έχει σπιρτάδα, ούτε ένταση, την οποία οι σεναριογράφοι αρκέστηκαν να εκφράσουν με την κουραστική επανάληψη της λέξης ‘αναθεματισμένο’ το οποίο στο μυαλό τους προφανώς ηχεί ως ελληνική μετάφραση των αγγλο-αμερικανικών εκτονωτικών bloody, goddamn και fucking, αλλά δε διαθέτει την ίδια ισχύ, πολύ απλά επειδή στα ελληνικά δε χρησιμοποιείται τόσο συχνά και ακούγεται ψεύτικο. Ακόμη κι όταν ο Σταύρακας αποφασίζει να απολύσει τον Θοδωρή και περιμένουμε την έκρηξη, η συμπεριφορά του δεν έχει καμία δραστική διακύμανση σε σχέση με την πρώτη φορά που τον συναντάμε.
Η λέσχη των μαγείρων είναι όπως είπαμε μια πολύ καλή ιδέα, αλλά επίσης περνάει ανεκμετάλλευτη. Πόσο δύσκολο είναι άραγε για έναν δημιουργό να διαλέξει κατάλληλους ηθοποιούς για μια τέτοια ιδέα που προσφέρει άπειρες κωμικές ευκαιρίες και να τους καθοδηγήσει προς αυτό το αποτέλεσμα; Προσωπικά δε γνωρίζω, αλλά γι’ αυτό δε σκηνοθετώ κιόλας. Αυτό που είδα, ήταν ξανά ενδιαφέρουσες ιδιοτροπίες (το τραύλισμα, οι παροιμίες, ο σνομπισμός) να αποδίδονται με φτωχές ερμηνείες και ατάκες χωρίς έμπνευση, σε περιστατικά με ελάχιστη χρησιμότητα (προς τι η σκηνή με το χαλασμένο αμάξι και τους αγώνες;).
Όσο για την κρίση του Θοδωράκη από την λέσχη, υποτίθεται ότι πρόκειται για την κορύφωση του σεναρίου, μια σκηνή που σε διαφορετική περίπτωση θα χρησίμευε για να ανακτήσει την αυτοπεποίθησή του, να κερδίσει το κορίτσι και να βοηθήσει τον Σταύρακα να συμφιλιωθεί με την ιδέα του θανάτου του ξέροντας ότι αφήνει πίσω του έναν άξιο διάδοχο. Ολ’ αυτά είναι ανύπαρκτα, αφού η σκηνή περνάει και φεύγει σα να μη συνέβη τίποτε σημαντικό.
Η ταινία πάσχει αναφορικά με το περιβάλλον που κατασκευάζει και το πλαίσιο όπου τοποθετεί τον Θοδωράκη, κάνοντας δύσκολο για το θεατή να πιστέψει στις ικανότητες, την προσπάθεια και τα οφέλη του ήρωα. Υποτίθεται ότι κερδίζει μία αξιοζήλευτη θέση σ’ ένα πολύ καλό εστιατόριο, και πρέπει να παλέψει για να τη διατηρήσει. Σκηνοθετικά όμως, αν αυτή είναι η κουζίνα του καλύτερου εστιατορίου της Αθήνας τότε ο σκηνοθέτης δεν πρέπει να τρώει συχνά εξω. Ή αν το δωμάτιο που υποτίθεται ότι αποτελεί το εστιατόριο του ίδιου του Θοδωρή στο τέλος του φιλμ είναι άξιο επίσκεψης και συνεστίασης, τότε μας βλέπω να παχαίνουμε από τα ντελίβερι. Από τη μία καλούμαστε να πιστέψουμε στο κύρος του Σταύρακα και του μαγαζιού, κι από την άλλη έρχεται ένα ανώφελο σχόλιο για το ότι ο λούμπεν ιδιοκτήτης του εστιατορίου τούς αναγκάζει να μαγειρεύουν με σπορέλαια, υποβιβάζοντας τους χαρακτήρες και κατ’ επέκταση τους στόχους του σεναρίου, οι οποίοι ούτως ή άλλως δεν είναι πολύ ξεκάθαροι.
Γενικά, η ταινία μοιάζει με συνονθύλευμα αξιόλογων ιδεών που κυκλοφορούν ανερμάτιστα μέσα στην πλοκή χωρίς να ενδιαφέρεται κανείς να τις επεξεργαστεί, να τις αναπτύξει, και να τις συνδυάσει. Πάντως για πρώτη ταινία είναι τουλάχιστον ελπιδοφόρα, οπότε θα περιμένουμε καλύτερα πράγματα από τον Νιζήρη.

