Στέγη μετά από προσπάθειες 20 και πλέον ετών βρήκαν οι αρχαιολογικοί θησαυροί της Κισσάμου, που η σκαπάνη των αρχαιολόγων ανακάλυψε στην περιοχή.

Η τελετή των εγκαινίων του νέου Αρχαιολογικού Μουσείου Κισσάμου έγινε παρουσία του πρώην πρωθυπουργού Κωνσταντίνου Μητσοτάκη και του συνόλου των τοπικών Αρχών, ενώ τον αγιασμό τέλεσε ο μητροπολίτης Κισσάμου-Σελίνου Αμφιλόχιος.

Κατά τη διάρκεια σύντομου χαιρετισμού του ο επίτιμος πρόεδρος της ΝΔ Κωνσταντίνος Μητσοτάκης, αφού αναφέρθηκε στη σπουδαιότητα του έργου, κάλεσε τις υπηρεσίες της αρχαιολογίας να γίνουν περισσότερο ευέλικτες και λειτουργικές, ενώ σε μήνυμα που απέστειλε ο υπουργός Πολιτισμού Γιώργος Βουλγαράκης τόνισε μεταξύ άλλων το καθήκον όλων να φυλάσσουν και να διατηρούν τους πολιτιστικούς μας θησαυρούς.

Το αρχαιολογικό μουσείο Κισσάμου στεγάζεται στο ενετοτουρκικό μνημείο της πόλης, το οποίο είναι γνωστό ως διοικητήριο. Βρίσκεται στο χαρακτηρισμένο ως παραδοσιακό τμήμα, στη θέση που καταλάμβανε ο οικιστικός πυρήνας της ενετοκρατίας έξω από το βενετσιάνικο κάστρο το Castel Chissamos από το οποίο προέκυψε και η προηγούμενη ονομασία της κωμόπολης Καστέλι.

Κατά την τουρκοκρατία το κάστρο διευρύνθηκε και έκλεισε μέσα στην περίμετρό του και το διοικητήριο. Στη μακραίωνη ιστορία του το μνημείο δέχθηκε πολλές επεμβάσεις από τις οποίες οι πιο πρόσφατες (2000) αφορούσαν την προσαρμογή του στη νέα χρήση του ως αρχαιολογικού μουσείου της κωμόπολης αλλά και της ευρύτερης περιοχής της Κισσάμου. Τα εκθέματά του παρέχουν μια διαχρονική εικόνα της ιστορίας της περιοχής από την προϊστορική εποχή μέχρι και την ύστερη αρχαιότητα, δηλαδή στους παλαιοχριστιανικούς χρόνους.

Η έκθεση είναι χωρισμένη σε ενότητες με βάση χρονολογικά και τοπικά κριτήρια και είναι κατανεμημένη στο ισόγειο και τον όροφο του κτιρίου.

Το σύνολο της έκθεσης του μουσείου περιλαμβάνει πληροφορικό και εποπτικό υλικό.

Για την καλύτερη και πληρέστερη ενημέρωση των επισκεπτών υπάρχει στη διάθεσή τους μια ηλεκτρονική παρουσίαση με έρευνα-τεκμηρίωση γύρω από τον καταστροφικό σεισμό του 365 μ.Χ. που έπληξε την Κρήτη και ισοπέδωσε την Κίσσαμο.

Στο ισόγειο και στην πρώτη αίθουσα η έκθεση αρχίζει με ένα γενικό χρονολογικό πίνακα και χάρτη με τις αρχαιολογικές θέσεις της περιοχής που παρουσιάζονται μέσα από τα εκθέματα. Ακολουθεί η παρουσίαση της μινωικής εποχής με ευρήματα από τις ανασκαφές στα Νοπήγια.

Στη δεύτερη αίθουσα η έκθεση ξεκινά με τη γεωμετρική εποχή και εστιάζει στην ιστορική εξέλιξη των σημαντικότερων πόλεων και κρατών της περιοχής, την Πολυρήνοια και τη Φαλάσαρνα. Οι δύο πόλεις άκμαζαν στους ελληνιστικούς χρόνους η πρώτη ως χερσαία και η δεύτερη ως ναυτική δύναμη.

Στην τρίτη αίθουσα συνεχίζεται η παρουσίαση των ελληνιστικών χρόνων με κεραμικά ευρήματα από μη αυτόνομες πόλεις και οικισμούς της περιοχής.

Χαρακτηριστικά δείγματα της κεραμικής παραγωγής της δυτικής πλευράς της Κρήτης είναι οι μεγάλοι αμφορείς με μαύρο γάνωμα και επίθετα ανάγλυφα εμβλήματα κατασκευασμένα με μήτρες.

Στην ίδια αίθουσα εκτίθενται ελληνιστικές επιγραφές και στη συνέχεια το μεγαλύτερο μέρος της συλλογής των γλυπτών της περιοχής, κυρίως έργα της ρωμαιοκρατίας. Στην αίθουσα αυτή διατηρείται και μέρος της ανασκαφής ρωμαϊκού λουτρού.

Όλος ο όροφος του μουσείου είναι αφιερωμένος στην πόλη της Κισσάμου και στα ευρήματα των ανασκαφών. Αποτελεί μια προσπάθεια οργάνωσης έκθεσης της ρωμαιοκρατίας, η οποία έχει αφήσει πολλά μνημεία στην Κρήτη, επισκιασμένα πάντως από το φως του μινωικού πολιτισμού.

Η ελληνορωμαϊκή πόλη της Κρήτης σώζεται μέσα στο μουσείο με τα ψηφιδωτά δάπεδα, ορισμένα γλυπτά μαρμάρινα τραπεζοφόρα και πλήθος ενδείξεων τοιχογραφικού διακόσμου, πεσμένου στο έδαφος σε θραύσματα.

Στην τέταρτη αίθουσα του μουσείου, που είναι και η μεγαλύτερη, παρουσιάζονται οι αστικές επαύλεις της ελληνορωμαϊκής Κισσάμου. Ψηφιδωτά δάπεδα με εικονογραφημένες παραστάσεις, ένα ηλιακό ρολόι, τραπεζοφόρα και γλυπτά.

Στην πέμπτη αίθουσα του μουσείου φιλοξενούνται αρχαία νομίσματα και αμφορείς, ενώ στην έκτη αίθουσα υπάρχουν αντικείμενα από πηλό, μέταλλο οστά και κεραμικά.

Τα ταφικά ευρήματα φιλοξενούνται στην τελευταία αίθουσα του μουσείου όπου υπάρχουν επιτύμβιες χριστιανικές επιγραφές, κοσμήματα και υλικά, μια γυναικεία μορφή του 4ου π.Χ. αιώνα και ταφικά ευρήματα από τη ρωμαιοκρατία.