Του Σταύρου Λυριντζάκη, πολιτικού μηχανικού

Κινέζοι … Μαλαίσιοι … Κορεάτες … Άραβες … Νορβηγοί … Άγγλοι … Γερμανοί… Τον τελευταίο καιρό επενδυτές από τις μεγαλύτερες οικονομικά δυνάμεις στο κόσμο, πηγαινοέρχονται στην Κρήτη, βολιδοσκοπώντας το έδαφος και το περιβάλλον για να επενδύσουν στους τομείς των εμπορικών μεταφορών, του τουρισμού και της κρουαζιέρας. Όπως έχουμε τονίσει κατά επανάληψη σε άρθρα μας στην «Π», η Κρήτη βρίσκεται γεωγραφικά στο επίκεντρο των εξελίξεων στο παγκόσμιο οικονομικό και εμπορικό χάρτη, αφού βρίσκεται στο καλύτερο σημείο του δίαυλου Άπω Ανατολή – Μεσόγειος – Ευρώπη, δηλαδή του δίαυλου που συνδέει τους αναπτυσσόμενους οικονομικά γίγαντες της Άπω Ανατολής με τις αγορές της Ευρώπης και της Βόρειας Αφρικής. Αυτό ίσως εμείς να μην το έχουμε ακόμα συνειδητοποιήσει τόσο καλά ή να μην έχουμε καταλάβει τι ακριβώς σημαίνει, οι ξένοι όμως το γνωρίζουν πάρα πολύ καλά. Άλλωστε μόνο τυχαίο δεν μπορεί να θεωρηθεί το ενδιαφέρον των Κορεατών, που επισκέφθηκαν τις τελευταίες ημέρες το Ηράκλειο και το Τυμπάκι και έκαναν πρόταση – ρελάνς για χρηματοδότηση και εκμετάλλευση κέντρου διαμετακόμισης στην νότια Κρήτη, σε σχέση με την προηγούμενη πρόταση των Κινέζων και των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων, που μιλούσε για συνχρηματοδότηση με το Ελληνικό Κράτος για την κατασκευή του κέντρου διαμετακόμισης στο Τυμπάκι. Τρεις λοιπόν από τις μεγαλύτερες παγκοσμίως δυνάμεις στο τομέα της διαμετακόμισης ενδιαφέρονται για την κατασκευή και εκμετάλλευση διαμετακομιστικού κέντρου στο Τυμπάκι, προϋπολογισμού πάνω από 1 δισεκατομμύριο ευρώ. Και είναι γνωστό ότι από τα πέντε μεγαλύτερα λιμάνια στο κόσμο όσο αφορά τον αριθμό της ετήσιας διακίνησης containers, τα τρία είναι Κινέζικα και το ένα Κορεάτικο, ενώ πρόσφατα τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα μέσω της εταιρείας Ports Worldwide ανέλαβαν την διαχείριση σε δώδεκα από τα μεγαλύτερα λιμάνια των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής, ανατρέποντας τα παγκόσμια δεδομένα στο τομέα αυτό, προκαλώντας αμηχανία στην Αμερική αλλά και σε ολόκληρο τον κόσμο.

Σε πρόσφατη συζήτηση με Έλληνα εφοπλιστή, που δραστηριοποιείται στο χώρο των εμπορικών μεταφορών σε όλο τον κόσμο, μας τόνισε ότι θα ήταν σημαντική επιτυχία για την Ελλάδα αν μπορούσε να καθιέρωνε ένα από τα λιμάνια της σαν σταθμό εκκίνησης και τερματισμού (Home – Port) κρουαζιέρων στην Μεσόγειο μεγάλων εταιρειών, γιατί αυτό θα βοηθούσε σημαντικά και την τοπική αγορά, αλλά και γενικότερα την Εθνική οικονομία. Όταν του επισήμανα ότι αυτό γίνεται ήδη από το 2001 στο λιμάνι του Ηρακλείου με το κρουαζιερόπλοιο AIDA, έμεινε σχεδόν με το «στόμα ανοιχτό», γνωρίζοντας την γραφειοκρατία και τα μέτρα ασφαλείας που απαιτούνται για μια τέτοια έγκριση, μην μπορώντας να πιστέψει ότι αυτό που δεν έχουν καταφέρει τα λιμάνια του Πειραιά και της Θεσσαλονίκης, το έχει καταφέρει το λιμάνι του Ηρακλείου. Και θα πρέπει να σημειωθεί ότι ενώ το AIDA το 2005 χρησιμοποιούσε σαν σταθμό επιβίβασης και το λιμάνι της Βενετίας, από το 2006 χρησιμοποιεί αποκλειστικά σαν σταθμό εκκίνησης και τερματισμού της εβδομαδιαίας κρουαζιέρας που πραγματοποιεί στη Μεσόγειο, μόνο το λιμάνι του Ηρακλείου, μεταφέροντας σε κάθε του ταξίδι σχεδόν 2.500 επιβάτες, που έρχονται και φεύγουν από το Ηράκλειο με αεροπορικές πτήσεις κυρίως από την Γερμανία. Το 2007 ήδη δύο μεγάλες εταιρείες, Αγγλικών και Νορβηγικών συμφερόντων, θα χρησιμοποιήσουν το λιμάνι του Ηρακλείου σαν Home – Port των κρουαζιέρων τους στην Μεσόγειο, ενώ εντονότατο είναι το ενδιαφέρον και άλλων μεγάλων εταιρειών για τον ίδιο σκοπό. Αυτό που έχει προκαλέσει το ενδιαφέρων των μεγάλων εταιρειών κρουαζιέρων, είναι εκτός από την πολύ καλή γεωγραφική θέση του λιμανιού του Ηρακλείου και την ασφάλεια που προσφέρει σε πλοία και επιβάτες, το γεγονός ότι ο έλεγχος των αποσκευών και το check – in γίνεται στο λιμάνι και στην συνέχεια οι αποσκευές ταξινομημένες ανά πτήση με containers μεταφέρονται απευθείας στα αεροπλάνα με τα οποία οι επιβάτες θα μεταφερθούν στον επόμενο προορισμό τους.

Σε προηγούμενο άρθρο μας στην «Π» αναρωτιόμαστε αν η πόλη του Ηρακλείου είναι έτοιμη να αντιμετωπίσει τις επερχόμενες εξελίξεις στους τομείς του τουρισμού, της κρουαζιέρας και των εμπορικών μεταφορών. Είναι όμως εκτός από την πόλη του Ηρακλείου και την Κρήτη γενικότερα, έτοιμοι και οι τοπικοί φορείς να αντιμετωπίσουν και να εκμεταλλευθούν αυτές τις εξελίξεις ;

Δυστυχώς ο κρατικός μηχανισμός που καλείται να συντονίσει τις μεγάλες αυτές επενδύσεις, κινείται ακόμα με την νοοτροπία προηγούμενων δεκαετιών. Δεν είναι δυνατόν εταιρείες του δημοσίου που εμπλέκονται στους παραπάνω τομείς, να έχουν πενθήμερη εργασία και στις 3μμ να κλείνουν τις πόρτες τους. Όπως έχουμε αναφέρει σε παλαιότερο άρθρο μας στην «Π», στο μεγαλύτερο λιμάνι της Ευρώπης το Ρότερνταμ, το Τελωνείο και οι υπηρεσίες του λιμανιού εργάζονται επτά ημέρες την εβδομάδα και 24 ώρες το 24ωρο. Δεν είναι δυνατόν αυτή την στιγμή να βρισκόμαστε στο επίκεντρο των παγκόσμιων εξελίξεων στους παραπάνω τομείς και να είμαστε στόχος οικονομικών γιγάντων και να μην συμμετέχουμε στις παγκόσμιες εκθέσεις που αναφέρονται στα θέματα αυτά. Δεν είναι δυνατόν οι εταιρείες του δημοσίου να χρειάζονται τόσες χρονοβόρες και επίπονες διαδικασίες για να προσλάβουν εξειδικευμένα στελέχη που θα βοηθήσουν στις επαφές με τους ξένους επενδυτές και στις οικονομοτεχνικές μελέτες των επενδύσεων. Δεν είναι δυνατόν διευθυντές και στελέχη των εταιρειών του δημοσίου για λόγους οικονομίας χρημάτων να μην μπορούν να επισκεφθούν ανταγωνιστικές περιοχές, για να μπορέσουν να δουν από κοντά τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματα τους, ώστε να οργανώσουν τις υπηρεσίες τους και τις υποδομές τους κατά τον καλύτερο δυνατό τρόπο. Οι managers των εταιρειών του δημοσίου, θα πρέπει να καταλάβουν επιτέλους ότι αν δεν επενδύσουν σημαντικά ποσά στη τεχνογνωσία του ανθρώπινου δυναμικού, δεν θα υπάρξει ανάπτυξη ακόμα και αν οι εταιρείες που διοικούν έχουν μονοπωλιακό καθεστώς.

Στον ιδιωτικό τομέα ευτυχώς τα πράγματα είναι πολύ καλύτερα. Οι εταιρείες που ασχολούνται με τους τομείς του τουρισμού, της κρουαζιέρας και των εμπορικών μεταφορών, έχουν αντιληφθεί τι πρόκειται να συμβεί στους τομείς αυτούς και προχωρούν σε σημαντικές επενδύσεις τόσο στο τομέα των υποδομών τους όσο και στο τομέα του ανθρώπινου δυναμικού τους. Κατασκεύασαν και κατασκευάζουν μεγάλα υπερπολυτελή ξενοδοχεία εφάμιλλα αν όχι και καλύτερα των αντίστοιχων που υπάρχουν στα μεγάλα τουριστικά θέρετρα της Μεσογείου και της Ευρώπης, με όλες τις σύγχρονες ανέσεις, οι ναυτικοί πράκτορες κλείνουν εμπορικές συμφωνίες με εταιρείες κολοσσούς και οι τουριστικοί πράκτορες μιλούν με τις μεγαλύτερες εταιρείες κρουαζιέρων στο κόσμο, προβάλλοντας όσο μπορούν καλύτερα τις δυνατότητες και τις παροχές που προσφέρει το λιμάνι του Ηρακλείου στο τομέα αυτό.

Τέλος θα πρέπει και οι τοπικές αρχές να βοηθήσουν και να εκμεταλλευθούν κατά το καλύτερο δυνατό τρόπο τις εξελίξεις αυτές. Δεν είναι δυνατόν οι παγκόσμιοι οικονομικοί γίγαντες να «τσακώνονται» για το ποιος θα κατασκευάσει και θα εκμεταλλευθεί το κέντρο διαμετακόμισης στο Τυμπάκι και οι τοπικοί φορείς να είναι εντελώς αρνητικοί στην τεράστια αυτή επένδυση, που θα καταστήσει την πόλη παγκόσμιο σημείο αναφοράς στο χάρτη του εμπορίου. Σήμερα στο μεγαλύτερο λιμάνι της χώρας, αυτό του Πειραιά, διακινούνται ετησίως περίπου 1.5 εκατομμύρια containers (teu’s) και κατατάσσεται περίπου στη 50στη θέση στο κόσμο. Αν στο Τυμπάκι θα διακινούνται 2 εκατομμύρια containers ετησίως, όσα προβλέπουν οι Κινέζοι και οι Κορεάτες, καταλαβαίνουμε όλοι για τι ανάπτυξη της περιοχής μιλάμε. Δεν είναι δυνατόν να καταφθάνουν ημερησίως χιλιάδες επισκέπτες με τα κρουαζιερόπλοια και να μην μπορούν να επισκεφθούν το αρχαιολογικό μουσείο γιατί δεν υπάρχουν θέσεις στάθμευσης για τα λεωφορεία ή την Κνωσό γιατί ο δρόμος έχει προβλήματα.

Για να έχουμε ανάπτυξη στην σημερινή εποχή, πρέπει να εναρμονιστούμε με τις απαιτήσεις του ανεπτυγμένου κόσμου. Ο ξένος που θα επισκεφθεί τον τόπο μας για διακοπές, θέλει υπερσύγχρονα ξενοδοχεία και τέλειες παροχές. Και ευτυχώς στην Κρήτη οι ξενοδόχοι έχουν δημιουργήσει υποδομές που μπορούν να καλύψουν και τον ποιο απαιτητικό πελάτη. Και για αυτό δεν είναι τυχαίο ότι αυτή την περίοδο όλα σχεδόν τα υπερπολυτελή ξενοδοχεία της Κρήτης είναι γεμάτα. Ο επενδυτής που θα επενδύσει στο χώρο των εμπορικών μεταφορών, θέλει ευέλικτες λύσεις και τη λιγότερη δυνατή γραφειοκρατία. Δυστυχώς στο τομέα αυτό υστερούμε και πρέπει να παραδειγματιστούμε από τα άλλα μεγάλα λιμάνια της Ευρώπης, αλλά και ολόκληρου του κόσμου, αν δεν θέλουμε να χάσουμε την πολύ μεγάλη ευκαιρία που μας προσφέρουν οι διεθνείς συγκυρίες στο τομέα αυτό. Τέλος στο τομέα της κρουαζιέρας μπορούμε με έξυπνες κινήσεις και διαφήμιση των παροχών που προσφέρουμε, να καταστήσουμε το λιμάνι του Ηρακλείου σαν το καλύτερο Home – Port της Μεσογείου και να πάρουμε έτσι το μεγαλύτερο μερίδιο των κρουαζιέρων που κατευθύνονται προς την Ανατολική Μεσόγειο και που είναι σήμερα η πλέον αναπτυσσόμενη αγορά στον τομέα αυτό.