Του Γεωργίου Τ. Τσερεβελάκη φιλολόγου

Ο Καβάφης στα ποιήματα της όψιμης φάσης της ζωής του, δίδει την εντύπωση ότι δημιουργεί πολύ αξιοπρόσεχτα πράγματα γεγονός που καταδεικνύεται και εκφράζεται από τις δύο παραμέτρους της ποιητικής του συνθέσεως - της σοφίας και της πρωτοτυπίας.

Σ’ αυτήν την τελευταία περίοδο της ζωής του φανέρωσε μιαν ανεπίγνωστη δυνατότητα σχετικά με την έμπνευση του στο γράψιμο νέων ποιημάτων. Ακόμη και τις ύστατες μέρες της ζωής του λέγεται πως δήλωσε ότι έχει να γράψει είκοσι πέντε ποιήματα ακόμα. Γίνεται, λοιπόν, αντιληπτή σ’ εμάς η αστείρευτη δημιουργικότητα του ποιητή που ακόμη και τις τελευταίες του ώρες δήλωνε απερίφραστα ότι έχει χρόνο να γράψει επιπλέον κι άλλα ποιήματα. Τόσο απόλυτα ήταν δοσμένος στην ποίηση! Ένιωθε ότι είχε να προσφέρει πολλά επιπλέον στην ποίηση.

Ένα ασύγκριτα σημαντικό κεφάλαιο στη καβαφική ποίηση συνιστούν οι γυναικείες προσωπικότητες που εμφανίζονται μέσα από τα ιστορικά ποιήματα του καβαφικού corpus. Ενδιαφέροντα είναι τα ποιήματα, “Άγε, ω βασιλεύ Λακεδαιμονίων”, “Εν Σπάρτη”, “Άννα Δαλασσηνη”, Άννα Κομνηνη”. Τα δύο πρώτα αφορούν τη μητέρα του βασιλέα της Σπάρτης Κλεομένη, Κρατησίκλεια και την τραγική ομηρία της στην Αίγυπτο κατά την ελληνιστική περίοδο, ενώ τα επόμενα τη μητέρα του βυζαντινού αυτοκράτορα Αλεξίου Α’ Κομνηνού και την κόρη του Άννα. Όλες είναι γυναίκες δυναμικές και αποφασιστικές με αρτιωμένη προσωπικότητα, σφυρηλατημένη στον άκμονα της πολιτικής. Οι μορφές τους προβάλλουν μέσα από τα ποιήματα έμπλεες ρομαντισμού αλλά όμως έχοντας επίγνωση της καίριας θέσης που κατέχουν στο ιστορικό γίγνεσθαι.

Οι γυναίκες του Καβάφη είναι πρόσωπα άκρως αξιοπρεπή και ηθικά ενσυνειδήτως. Είναι γυναίκες αρχόντισσες, έτσι όπως τις θέλει ο ποιητής με άφθαστο κύρος πάντα τοποθετημένες να αποδείξουν την ανωτερότητά τους σε μια κρίσιμη καμπή της Ιστορίας. Βέβαια άλλες το καταφέρνουν άλλες όχι. Μια τέτοια γυναίκα με υψηλό ηθικό ανάστημα αναδεικνύει την υπεροχή της και αυτοδικαιώνει τον κεντρικό της ρόλο μέσα στο πολυσύνθετο ιστορικό πλέγμα που την εντάσσει ο Καβάφης. Δεν είναι ποτέ γυναίκα απράγμων προορισμένη να είναι ο ουραγός του άνδρα. Λαμβάνει πρωτοβουλία, αυτενεργεί εναρμονιζόμενη με την εκάστοτε πολιτική κατάσταση. Καταδεικνύει, λοιπόν, μιαν ηθική κατασκευή πλήρως εφαπτομένη με μια πολιτική διαγωγή προσαρμογής. Έτσι τη θέλει τη γυναίκα ο ποιητής: Να καταλαβαίνει σε τι κόσμο ζει και να προσαρμόζεται στις επικρατούσες συνθήκες με σκοπό την ωφέλεια του ευρύτερου συνόλου.

Στην ελληνιστική εποχή η οποία είναι το ιστορικό πλαίσιο που επιλέγει ο ποιητής, το άτομο ως μονάδα κατατείνει προς την συντριβή του, αφού εμπλέκεται στα πολιτικά και οικονομικά “γρανάζια” μιας εποχής παγκοσμιοποιημένης, κυριαρχούμενης από το status ενός διεθνούς κοσμοπολιτισμού. Είναι σημαντικό στοιχείο κοινωνιολογικής δομής της εποχής ότι το άτομο υπεραίρεται του συνόλου, εναντιώνεται σ’ αυτό, αν και παθητικά πολλές φορές, και στο τέλος απαλλοτριώνεται ψυχικά και συναισθηματικά χάνοντας όλα εκείνα τα στοιχεία που συγκροτούν την προσωπική του ταυτότητα και ιδιαιτερότητα.

Την ελληνιστική εποχή ο ποιητής τη θέλει ενταγμένη σ’ ένα ευρύτερο πλαίσιο οικουμενικής προοπτικής ιδωμένη από μια αποστασιοποιημένη θέση. Αποστασιοποιείται αλλά όχι ψυχρά. Ο ποιητής εκδηλώνει συμπάθεια στα “μικρά δράματα” της ζωής και συμπορεύεται με εκείνους που πέφτουν θύματα των ειρωνειών της. Ειδικότερα εκφράζει την συμπάθειά του προς τις γυναίκες των προαναφερθέντων ποιημάτων, γιατί οι συγκεκριμένες έχουν το θάρρος να αντιμετωπίσουν τη ζωή έτσι όπως ακριβώς έχει γι’ αυτές, ερχόμενες σε αντιπαράσταση με την τραγικότητα της κατάστασης.

Η οικουμενική προοπτική του Καβάφη ανδρώθηκε μέσα από την ανεπανάληπτη ορμή των ποιημάτων κατά την τελευταία περίοδο της ζωής του. Εξαρτήθηκε από την προϊούσα μορφοποίηση ενός όντως οικουμενικού κόσμου που ανέπτυξε σε ύψιστο βαθμό μιαν αυτάρκεια, ένα ιδιαίτερα ατομιστικό σύστημα αξιών και μια προσωπική ιστορική διάταξη, ενός κόσμου φτιαγμένου από μικρά δραματικά επεισόδια, που καταληκτικά του προσέδωσαν τη δυνατότητα να συγκροτήσει μια ιδιαίτερη προσωπική υπόσταση προσφέροντας έτσι ένα πλατύ πλαίσιο για τα οικουμενικά συμφραζόμενα των ποιημάτων του.

Συγκεκριμένα, τα δύο πρώτα ποιήματα έχουν αυτή την προσωπική σφραγίδα ύφους του Καβάφη, τα οποία εκφράζουν κατά τη γνώμη μου, απόλυτα τις συντεταγμένες της οικουμενικής προοπτικής που επιθυμεί να περιβάλει αυτήν την ποίηση ο λογοτέχνης Καβάφης.

Το πρωταγωνιστικό πρόσωπο και στα δύο είναι η Κρατησίκλεια, μια γυναίκα Σπαρτιάτισσα, μητέρα του βασιλιά της Σπάρτης Κλεομένη, ο οποίος αναγκάστηκε να τη στείλει ως όμηρο στην Αίγυπτο στους Πτολεμαίους, πράγμα ανοίκειο για τη σπαρτιατική ψυχοσύνθεση. Η τραγικότητα κορυφώνεται αφού το πρόσωπο που εγκλωβίζεται στα παιχνίδια της πολιτικής σκακιέρας είναι η ίδια η μητέρα του Σπαρτιάτη ηγεμόνα. Η μητέρα Κρατησίκλεια ενσαρκώνει το φρόνημα της Σπάρτης με μέγιστη αξιοπρέπεια και ασύγκριτη μεγαλοσύνη. Η γυναίκα Κρατησίκλεια δικαιώνει τη θέση της ως μητέρα βασιλιά αλλά και με αξιοθαύμαστο τρόπο προσφέρει τον εαυτό της αγόγγυστα για το συμφέρον του κράτους.

Το ποίημα, “Άγε, ω βασιλεύ Λακεδαιμονίων”, δημοσιευμένο το 1929 τονίζει την ικανότητα για αξιοπρέπεια και την εσωτερική μεγαλοσύνη των αρχόντων που αποδέχονται τα όρια της δύναμής τους και αφήνουν την ευτυχία και το μέλλον τους στα χέρια των θεών. Η Κρατησίκλεια δείχνει να ξέρει την ιστορική πραγματικότητα: Οι μέρες μεγαλείου της σπαρτιατικής δύναμης έχουν παρέλθει, και η απόδειξη της παρακμής της βρίσκεται στο ότι η μάνα του βασιλιά πρέπει να εκπατρισθεί και να κρατηθεί ως όμηρος από έναν Λαγίδη χθεσινό (τον Πτολεμαίο). Εν τούτοις όμως βαδίζει μεγαλοπρεπής και σιωπηλή μπροστά στο λαό της και επίσης αναγνωρίζει ότι η μοίρα της βρίσκεται στα χέρια δυνάμεων πέρα απ’ αυτήν.

Σ’ αυτό το σημείο, βέβαια, έγκειται η μεγαλοπρέπεια αυτής της γυναίκας που ενώ βλέπει να ορθώνεται μπροστά της αβέβαιο το μέλλον, τα αψηφά όλα με γενναιότητα και αξεπέραστο φρόνημα συγκριτικά για μια γυναίκα του αρχαίου κόσμου, που ως είναι γνωστό πάντα ευρίσκετο σε δευτερεύουσα θέση.

Ο Καβάφης χαρακτηρίζει την Κρατησίκλεια “θαυμασία” νιώθοντας μεγάλο σεβασμό για την ηγεμονική της αυτή πράξη. Ανάμεσα στα λόγια που λέει η γυναίκα προς τον γιο της είναι και ο στίχος: αι τύχαι δε, όπως αν ο δαίμων δίδω, παρείσι. Σ’ αυτόν τον στίχο υποκρύπτεται ένα αδήλωτο θέμα. Είναι η αξιοπρέπεια και η σοφία που δεν εξασφαλίζουν τη χάρη των θεών - και οι σοφοί και οι αλαζόνες έχουν την ίδια προοπτική: Τον θάνατο. Η Κρατησίκλεια επαξίως κερδίζει τον χαρακτηρισμό “θαυμασία”. Η εμμονή της στην αξιοπρεπή αυτή στάση είναι ανυπέρβλητα ηρωική, ακριβώς γιατί γνωρίζει πως είναι η σωστή συμπεριφορά. Ακριβώς επειδή το ξέρει αυτό, κάνει την πράξη της υπέροχη από μια υπέροχη γυναίκα.

Η ηθική πλάστιγγα του Καβάφη γέρνει προς το μέρος εκείνων που αντιμετωπίζουν το πεπρωμένο τους με θάρρος και σοφία και όχι με έπαρση και άκρατο κυνισμό, όποιες κι αν είναι οι προοπτικές. Μέσα από τα ποιήματα αυτά εμφανίζονται υπέροχες γυναικείες προσωπικότητες που δείχνουν πολλές φορές να ξεπερνούν τους άνδρες σε θάρρος και σε αυταπάρνηση. Ο Καβάφης έτσι δημιουργεί μια ηθική ατόμου αυστηρώς εναρμονισμένη με μια πολιτική διαγωγή προσαρμογής. Ειδικά, η γυναίκα στον Καβάφη είναι γενναία, γνωρίζει να προσαρμόζεται και γενικά αποδεικνύει την αξιοπρέπεια, τη σοφία και την εξυπνάδα της. Η γυναίκα έχει ευρύ μυαλό και αντιληπτική ικανότητα εξαίσια.

Το τρίτο ποίημα, “Άννα Δαλασσηνή” αναφέρεται στη μητέρα του βυζαντινού αυτοκράτορα Αλεξίου Α’ Κομνηνού και το χρυσόβουλλο που εξέδωσε, δίνοντάς της την εξουσία, όταν ετοιμαζόταν να αντιμετωπίσει την εισβολή των Νορμανδών στην Ήπειρο.

Ο ποιητής χαρακτηρίζει την Άννα Δαλασσηνή, “λίαν νοήμονα” αναγνωρίζοντας την εξαιρετική της ικανότητα στη διοίκηση. Φυσικά, είναι γνωστά τα προσωπικά προσόντα της Δαλασσηνής αλλά και το ακέραιο και άμεμπτο ήθος της. Μέσω των στίχων ο ποιητής δηλώνει τη συμπάθειά του προς αυτή τη γυναίκα σαν να είναι ο ίδιος γιος της. Εκδηλώνει την αγάπη του προς το πρόσωπό της σταχυολογώντας μια φράση από το χρυσόβουλλο του αυτοκράτορα “ου το εμόν η το σου, το ψυχρόν τούτο ρήμα, ερρήθη”.

Στο τελευταίο ποίημα. “Άννα Κομνηνή”, ο ποιητής καταλαβαίνει απόλυτα την πίκρα και την αγανάκτηση της βυζαντινής πριγκίπισσας που δεν κατάφερε να πάρει την εξουσία από τον αδελφό της Ιωάννη. Ομολογεί ο Καβάφης τον θαυμασμό του προς την αγέρωχη αυτή πριγκίπισσα που ενώ είχε πνευματικά προσόντα και προσωπικές ικανότητες στο τέλος παραμερίστηκε από τον πατέρα της. Δείχνει να του αρέσει η φιλόδοξη γυναίκα γενικά, αυτή που συγκεντρώνει στον εαυτό της όλα εκείνα τα χαρακτηριστικά που την κάνουν να ξεχωρίζει από το σύνολο. Η γυναίκα, λοιπόν, στον Καβάφη είναι μεγαλόψυχη, φιλόδοξη, αρχοντική στους τρόπους της και έτοιμη πάντα να προσφέρει τον εαυτό της για την προαγωγή του συλλογικού συμφέροντος αλλά και της ίδιας της της οικογένειας. Τέτοιες γυναίκες επάξια χαρακτηρίζονται θαυμάσιες και μεγαλοπρεπείς.