Μια από τις καλύτερες ταινίες της χρονιάς και μια ρομαντική κομεντί που θα ήταν διασκεδαστικότερη αν έβρισκε έναν πιο ευθύ τρόπο να χειριστεί την ιστορία της.



16 ΧΡΟΝΙΑ ΑΛΚΟΟΛ

16 YEARS OF ALCOHOL



Σκην.: Ρίτσαρντ Τζόμπσον

Πρωτ.: Κέβιν Μακίντ, Λώρα Φρέιζερ, Σούζαν Λιντς, Γιούεν Μπρέμνερ

Στο σύγχρονο Εδιμβούργο παρακολουθούμε την πορεία του Φράνκι, ενός νέου που προσπαθεί ν’ αφήσει πίσω του τον αλκοολισμό και την παραβατικότητα, με τη βοήθεια δύο κοριτσιών που ερωτεύεται.

Χαρακτηρίστηκε “Trainspotting” για τον αλκοολισμό’, χωρίς αυτό να υποβαθμίζει καθόλου την αξία της ταινίας (εξάλλου και το ίδιο το “Trainspotting” ήταν γεμάτο αναφορές), ούτε να υπονοεί περισσότερες από κάποιες όντως υπαρκτές υφολογικές ομοιότητες. Η πιο προφανής απ’ αυτές είναι η αφήγηση του ήρωα, η συμμορία του (ίχνη από «Κουρδιστό»), το παρουσιαστικό τους, το σκοτσέζικο περιβάλλον, και ο εθισμός που είναι το κεντρικό θέμα της ιστορίας. Ο Τζόμπσον όμως υιοθετεί έναν πολύ πιο σοβαρό, ελεγειακό τόνο για να πει την ιστορία του και καταφέρνει να διαφοροποιηθεί ουσιαστικά από το φιλμ του Μπόιλ. Ο ήρωας συνεχώς ακροβατεί ανάμεσα στο παρελθόν του και στην προοπτική για την καινούρια ζωή με τη Μαίρη, και το ζήτημα είναι αν θα βρει τη δύναμη ν’ απαγκιστρωθεί από τις εμμονές του παρελθόντος.

Το σενάριο είναι επίσης γραμμένο από τον σκηνοθέτη, ο οποίος έχει δώσει στον ήρωά του πολύ όμορφα λόγια για να περιγράψει την κατάστασή του, αποφεύγοντας τον στόμφο και τον υπερβολικό λυρισμό, αφού ο Μακίντ αφηγείται και παίζει έχοντας επίγνωση των ελάχιστων πιθανοτήτων του χαρακτήρα του να επιβιώσει. Έτσι, η φωνή του παραμένει πάντα χαμηλή, απογοητευμένη και πληγωμένη, έχοντας ήδη περάσει στην “άλλη άκρη”.

Η ταινία φαίνεται να συμπαθεί τον ήρωά της, του δίνει δυο ευκαιρίες, αλλά τελικά δεν του χαρίζεται- αν και θα μπορούσε δεδομένης της εξέλιξης της πλοκής. Αποφεύγει το κήρυγμα και με τον τρόπο της αποτελεί περισσότερο ένα σχόλιο για τις ατυχείς συγκυρίες που καταλήγουν καταστροφικές για μια ζωή, αφού λίγο πριν το τέλος διασαφηνίζει τα συναισθήματα του Φράνκι και την πρόθεσή του ν’ αντιπαρέλθει αυτές τις συγκυρίες, όμως κάποιες άλλες θα επιμείνουν και θα του στερήσουν την επιβράβευση για το ότι τελικά βρήκε τη δύναμη ν’ αφήσει πίσω το παρελθόν του και ν’ αγαπήσει.

Η θέληση και η προσπάθειά του είναι ειλικρινείς, και φαίνονται από τη σταδιακή αλλαγή στην εμφάνιση και τον τρόπο ζωής. Απομακρύνεται από τη συμμορία, το μαλλί του μακραίνει και τα ρούχα του αλλάζουν, ενώ με τη βοήθεια αρχικά της Έλεν και έπειτα της Μαίρης αποκτά στόχο ζωής, αναγνωρίζει το πρόβλημά του και ακολουθεί συστηματική θεραπεία.

Όπως ειπώθηκε παραπάνω, αυτό που “καταδικάζει” τον Φράνκι είναι η συγκυρία αλλά και οι δικές του εμμονές. Όταν βγαίνει από το μπαρ πιστεύοντας ότι το τραυματικό σενάριο με τον πατέρα του επαναλαμβάνεται με τον ίδιο στη θέση της μητέρας του, παρασύρεται και αρκείται σ’ αυτή την εμμονή για να χάσει την εμπιστοσύνη του στην Μαίρη. Αργότερα καταλαβαίνει ότι την αγαπάει πραγματικά, αλλά ακόμα μία ατυχής σύμπτωση θα τον οδηγήσει στην πτώση.

Περιέργως το φιλμ δεν περιλαμβάνει εκτενή απεικόνιση του αλκοολισμού του Φράνκι, ενώ το πρόβλημά του φαίνεται να είναι περισσότερο το τραύμα του και η επιθετικότητά του. Ακούμε περισσότερα απ’ όσα βλέπουμε για το ποτό, με την ιστορία να εστιάζεται στη γενικότερη συμπεριφορά του Φράνκι και τα βήματα που κάνει για να τη βελτιώσει. Στο πώς θα μάθει να μην αποφεύγει το πρόβλημα, να μη χρησιμοποιεί το ποτό ως διαφυγή αλλά να αντιμετωπίσει την απογοήτευση και να αρχίσει μια ευτυχισμένη ζωή.

Ανάμεσα στις πολλές αξιόλογες σκηνές που ξεχωρίζουν, υπενθυμίζω εκείνη όπου ο Φράνκι ανακαλύπτει την απιστία του πατέρα του. Αρχίζει με μια υπόνοια εκπλήρωσης της δικής του εφηβικής ερωτικής ορμής, αλλά ολοκληρώνεται με την απομυθοποίηση του ειδώλου του. Χαρακτηριστικό επίσης το πλάνο που ενώνει την αρχή με το τέλος, στο οποίο ο Φράνκι τρέχει να ξεφύγει από την πραγματικότητα, αλλά παραμένει εγκλωβισμένος χάρη στη φωτογραφία του Τζον Ρόουντς. Να σημειωθεί ακόμη ότι στο μοντάζ βρίσκεται ο έλληνας Ιωάννης Χαλκιαδάκης (όπως δίνεται το όνομά του στους τίτλους).

Πρόκειται για καθαρή τύχη που καταφέρνουμε να το δούμε στις αίθουσες, γιατί θα ήταν πολύ κρίμα να την ανακαλύψουμε μετά από πολύ καιρό στο DVD. Εξαιρετικό δείγμα βρετανικού σινεμά από κάθε άποψη.



ΤΑ ΧΑΛΑΣΑΜΕ

THE BREAK-UP



Σκην.: Πέυτον Ρηντ

Πρωτ.: Βινς Βων, Τζένιφερ Άνιστον, Τζον Φαβρώ, Τζούντι Ντέηβις, Βίνσεντ Ντ’ Ονόφριο

Ένα ζευγάρι κι ένας χωρισμός. Ένα κινηματογραφικό ζευγάρι που βρίσκεται μαζί και στη ζωή τον τελευταίο χρόνο θέλει να μιλήσει για τις σύγχρονες σχέσεις, αλλά δεν ξερώ πόσο σημαντικό είναι αυτό που θέλει να πει.

Καταρχάς, παίρνοντας γι’ άλλη μια φορά τη διάκριση ανάμεσα στη ρομαντική κωμωδία και τη ρομαντική κομεντί, αυτή εδώ ανήκει αναμφίβολα στη δεύτερη κατηγορία, αφού πολλές φορές το “γυρίζει” στο σοβαρό και η κατάληξη της ιστορίας ξεκαθαρίζει απολύτως ότι το φιλμ δεν ήθελε να είναι απλώς ακόμα μία ρομανική σαχλαμάρα (τύπου σχολίου αντί απλώς διαφυγής).

Το ζήτημα όμως είναι ότι γι’ αυτά που θέλει να πει, η ταινία μάλλον διάλεξε λάθος τρόπο. Εφόσον επιλέγει να διατηρήσει τις περισσότερες από τις συμβάσεις του είδους (ντεκόρ “από περιοδικά”, στερεότυποι χαρακτήρες, χιουμοριστικές προθέσεις που σε αρκετές περιπτώσεις καταλήγουν αποτελεσματικές) και στήνει ένα σχηματικό πλαίσιο αφήγησης (η ανυποχώρητη, κλιμακούμενη αντιπαράθεση του ζευγαριού) στο τέλος επιλέγει να μην ανταποκριθεί στις προσδοκίες που η ίδια έχει προετοιμάσει και δίνει ένα “ρεαλιστικό” τέλος που μπορεί κάποιους όντως να τους κερδίσει με την ειλικρίνειά του, αλλά αυτό θα είναι ευτυχής σύμπτωση για το φιλμ, καθώς προηγουμένως αφήνει την εντύπωση ότι θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει εξίσου αληθοφανή δρόμο, ν’ αποφύγει τα κλισέ αφού το ήθελε τόσο πολύ, αλλά να καταλήξει στο “happy end”, που μπορεί από μόνο του να είναι βεβαίως τυποποιημένο αλλά είναι ίσως το πιο επιθυμητό κλισέ στον κινηματογράφο- ειδικά όταν πρόκειται για ταινίες είδους. Το ‘ρεαλιστικό happy end’ ήταν μια κατεύθυνση που διάλεξε ο Ρομπ Ράινερ στην προηγουμένη ταινία της Άνιστον, “Οι φήμες λένε», και λειτούργησε ικανοποιητικά, αν και πάλι δεν παρουσιάστηκε στην καλύτερη εκδοχή του, αλλά τουλάχιστον εκπλήρωσε την επιθυμία του κοινού για ρομαντισμό χωρίς να γίνεται σαχλό ή απίθανο. Η ταινία του Ρηντ προσπαθεί να συμβιβάσει δύο ύφη, ο συνδυασμός των οποίων είναι ο λιγότερο ενδιαφέρον στο είδος επειδή μοιάζει ημίμετρο- ούτε παραμύθι, ούτε ‘δοκίμιο’. Το πρωταγωνιστικό ζευγάρι πάντως πείθει απολύτως, ενώ ο Τζον Φαβρώ κλέβει την παράσταση ως φαλλοκράτης κολλητός του Γκάρι.