Του Ν. Τσαγκαράκη

Μια γρήγορη αναδρομή στο δημοφιλέστερο κινηματογραφικό είδος της εποχής μας.

Αν ο κινηματογράφος έχει καταφέρει κάτι περισσότερο από τις υπόλοιπες τέχνες στα 111 χρόνια ζωής του είναι να ζωντανέψει μπροστά στα μάτια μας τους μύθους που μέχρι πριν κατοικούσαν (ίσως με ακόμα μεγαλύτερη αλλά πιο αφηρημένη μορφή) μόνο μέσα στο μυαλό μας, καθώς και να δημιουργήσει μερικούς δικούς του.

Πολλοί απ’ αυτούς μάλιστα οφείλουν, αν όχι την ύπαρξή τους, τουλάχιστον ένα μεγάλο μέρος της απήχησής τους στο σινεμά που τον τελευταίο αιώνα έχει αποδειχτεί το πιο προσβάσιμο καλλιτεχνικό μέσο.

Η μυθολογία των υπερ-ηρώων που ξεκίνησε από τις σελίδες εικονογραφημένων περιοδικών στη δεκαετία του ’30, είναι μια τέτοια περίπτωση. Κανείς δε μπορεί να ισχυριστεί ότι ήρωες όπως ο Superman, ο Batman και ο Spider-Man περίμεναν το σινεμά για να αποκτήσουν οπαδούς ή να αγνοήσει τις χιλιάδες αναγνωστών που ακολουθούν πιστά τις περιπέτειές τους στο χαρτί περίπου 70 χρόνια μετά την πρώτη τους εμφάνιση. Κανείς όμως δε μπορεί επίσης να παραγνωρίσει το βαθμό στον οποίο ο κινηματογράφος εμπλουτίζει τη ποικίλη ‘χάρτινη’ μυθολογία των ηρώων, προωθώντας τους παράλληλα σε ομάδες θεατών που η κουλτούρα των κόμικ τούς είναι παντελώς άγνωστη.

Οι υπερ-ήρωες δεν άργησαν να μεταπηδήσουν στη μεγάλη οθόνη και μάλιστα σε περιοδική μορφή, όπως στην έντυπη ζωή τους. Παρότι για τις νεότερες γενιές αποτελούν αμιγώς τηλεοπτική φόρμα, τα σήριαλ ήταν παλιότερα ένας πολύ συνηθισμένος τύπος κινηματογραφικής αφήγησης, καθώς ανάγκαζαν το -κυρίως ανήλικο- κοινό να επιστρέφει στις αίθουσες για να μάθει την εξέλιξη της ιστορίας. Κάθε επεισόδιο ήταν μια ταινία μικρού μήκους και η ιστορία συνήθως ολοκληρωνόταν σε 10-15 μέρη με εβδομαδιαία συχνότητα.

Την αρχή έκανε ο Captain Marvel το 1941 με τον Τομ Τάιλερ στον ομώνυμο ρόλο, ο οποίος το 1943 ενσάρκωσε επίσης το Phantom (μπορεί να μην είχε υπερφυσικές δυνάμεις, αλλά είχε όλα τα άλλα χαρακτηριστικά ενός υπερ-ήρωα). Την ίδια χρονιά εμφανίστηκε για πρώτη φορά ο Batman, με το πρόσωπο του Λούις Γουίλσον. Το ’44 ήταν η σειρά του κατεξοχήν πατριώτη υπερ-ήρωα, του Captain America, με τον Ντικ Πέρσελ στο ρόλο, ενώ το 1948 είχε φτάσει επιτέλους η ώρα για τον πιο δημοφιλή ήρωα απ’ όλους, καθώς ο Κερκ Άλυν φόρεσε τη στολή του Superman και έσκισε τις οθόνες.

Στις επόμενες δεκαετίες η δημοτικότητα των υπερ-ηρώων στον κινηματογράφο εξασθένησε και ακολούθησε μια μακρά περίοδος απουσίας, με εξαίρεση το «Batman» του 1966 που επρόκειτο για κινηματογραφική μεταφορά της ομώνυμης δημοφιλούς τηλεοπτικής σειράς με πρωταγωνιστή τον Άνταμ Γουέστ.

Έκτοτε, θα μπορούσε κανείς να χωρίσει την εξέλιξη του είδους βάσει τριών πολύ καθοριστικών χρονολογιών που αντιστοιχούν βεβαίως σε χρονιές εξόδου ταινιών. Η πρώτη ήταν το 1978, όταν το «Superman» με σκηνοθέτη τον Ρίτσαρντ Ντόνερ και πρωταγωνιστή τον 26χρονο Κρίστοφερ Ρηβ κατάφερε να πείσει εκατομμύρια θεατές παγκοσμίως ότι ένας άνθρωπος μπορεί να πετάξει. Το αποτέλεσμα της τεράστιας επιτυχίας του φιλμ ήταν τρεις συνέχειες μέσα στη δεκαετία του ’80, από τις οποίες μόνο η πρώτη είχε σημαντική επιτυχία. Ο Superman επικράτησε εκείνη την περίοδο, έχοντας μοναδικούς ανταγωνιστές τον «Flash Gordon» το 1980 με πρωταγωνιστή τον Σαμ Τζόουνς, και την… ‘ξαδέρφη’ του στο ξεχασμένο «Supergirl» του 1984 με την Έλεν Σλέιτερ.

Το δεύτερο ορόσημο στη σύγχρονη κινηματογραφική διαδρομή των υπερ-ηρώων ήταν το 1989, όταν ένας 31χρονος αλλόκοτος σκηνοθέτης ανέλαβε να υλοποιήσει ένα μοντέρνο όραμα του Batman, και το πρώτο πράγμα που έκανε ήταν να αναθέσει τον πρωταγωνιστικό ρόλο στον Μάικλ Κήτον, έναν μετρίου αναστήματος, αμφιβόλου γοητείας ηθοποιό που μέχρι τότε είχε διακριθεί σε κωμικούς ρόλους. Το πείραμα πέτυχε απολύτως, και η ταινία ‘γέννησε’ επίσης τρεις συνέχειες μέσα στη δεκαετία του ’90- μία εξαιρετική, μία ικανοποιητική, και μία απελπιστικά κακή. Σε αντίθεση με την προηγούμενη δεκαετία, αυτή ξαφνικά γέμισε από κινηματογραφικές διασκευές ηρώων κόμικ, με και χωρίς υπερ-δυνάμεις: «The Punisher» (1989), «Dick Tracy», «Darkman» και «Teenage mutant ninja turtles» (1990), «The Rocketeer» (1991), «The Crow» (1994), «Judge Dredd» και «Mighty Morphin' Power Rangers » (1995), «The Phantom» (1996), «Spawn» (1997), «The mask of Zorro» και «Blade» (1998). Παραδόξως, τα εμπορικότερα απ’ όλους αυτούς υπήρξαν τα «Χελωνονιντζάκια», όμως τα πρώτα ουσιαστικά σημάδια βελτίωσης πέρα από την κυρίαρχη μετριότητα που άρχισαν να φαίνονται με τις δύο παραγωγές του 1998, στερεοποιήθηκαν δύο χρόνια αργότερα στην τρίτη και ίσως σημαντικότερη χρονιά-ορόσημο για το είδος, μια που το επόμενο κύμα ταινιών δε χαρακτηρίστηκε μόνο από ποσότητα αλλά και ποιότητα στις προσφερόμενες διασκευές.

Έτσι φτάνουμε στο 2000, πάλι με τη συνδρομή ενός νέου, ανερχομένου και πολύ ταλαντούχου σκηνοθέτη που αλλάζει την ιστορία του είδους όχι με κάποιον πασίγνωστο χαρακτήρα, αλλά με μια ομάδα περιθωριακών ηρώων που προσφέρουν εντυπωσιακό θέαμα και ισχυρά ερείσματα ταύτισης για τις απανταχού μειονότητες. Οι «X-Men» του Μπράιαν Σίνγκερ ανοίγουν τον δρόμο για πιο απαιτητικές διασκευές, που παίρνουν τους ήρωες στα σοβαρά, με το σενάριο εξίσου επεξεργασμένο με τα εφέ. Μετά από χρόνια διαπραγματεύσεων και δικαστικών διενέξεων, ο «Spider-Man» μεταπήδησε επιτέλους στο σινεμά το 2002 με σκηνοθέτη τον Σαμ Ράιμι και πρωταγωνιστή τον Τόμπι Μαγκουάιρ. Είναι η πρώτη ταινία υπερ-ήρωα που κυκλοφόρησε μετά το χτύπημα στους Δίδυμους Πύργους, συγκυρία που κάποιοι θεωρούν ότι συνέβαλε σημαντικά στις αστρονομικές εισπράξεις της.

Αυτή τη φορά όμως τα κόμικ ήρθαν για να μείνουν, καθώς αν στις προηγούμενες περιόδους είχαμε απλώς ένα ρεύμα από μέτριες ταινίες με παντελώς άγνωστους ήρωες, πλέον άρχισαν να βγαίνουν από τα συρτάρια των εκδοτικών οίκων στρατιές από εμβληματικούς χαρακτήρες που περίμεναν πολλά χρόνια μια αξιοπρεπή μεταφορά τους στο πανί, πράγμα που δυστυχώς δε συνέβη για όλους. Όμως η εξέλιξη της ψηφιακής τεχνολογίας στάθηκε καθοριστικός παράγοντας για την υλοποίηση τέτοιων σχεδίων και η ανταπόκριση του κοινού παραμένει αμείωτη, με αποτέλεσμα οι ταινίες υπερ-ηρώων να έχουν καταστεί το πιο εμπορικά αξιόπιστο ειδος της δεκαετίας. Το 2003 είχαμε το «Χ2», τον «Hulk» και τον «Daredevil», το ’04 τον δεύτερο «Spider-Man» και τα απογοητευτικά «The Punisher» (όχι υπερ-ήρωας, αλλά επωφελήθηκε από το γενικό κλίμα), «Catwoman», «Blade 2» και «Hellboy». Το 2005 έφερε την «Elektra» με μια ακόμα υπερ-ηρωίδα καταδικασμένη στη μετριότητα, τους «Fantastic Four» αλλά και το «Batman Begins» του Κρίστοφερ Νόλαν με τον Κρίστιαν Μπέιλ στον ομώνυμο ρόλο, που έσβησε από τη μνήμη μας τις φρικαλεότητες του Τζόελ Σουμάχερ και αναβίωσε με υποδειγματικό τρόπο έναν από τους πιο αγαπημένους ήρωες.

Φέτος οι X-Men επέστρεψαν υπο τις σκηνοθετικές οδηγίες του Μπρετ Ράτνερ σ’ ένα απλώς αξιοπρεπές σίκουελ, ενώ ο προκάτοχός του ανέλαβε να ‘αναστήσει’ τον μεγαλύτερο μύθο απ’ όλους. Επιλέγοντας τον άγνωστο Μπράντον Ράουθ για τον πρώτο ρόλο, ο Σίνγκερ θα μας παρουσιάσει το «Superman Returns» στις 7 Σεπτεμβρίου.

Κλείνουμε με μια ματιά στο μέλλον, και συγκεκριμένα στις 4 Μαΐου 2007 όταν το «Spider-Man 3» θα ανοίξει ταυτόχρονα παγκοσμίως, ενώ περίπου ένα μήνα μετά ακολουθούν οι νέες περιπέτειες των «Fantastic Four». Κρίνοντας από το δημιουργικό ταλέντο που έχει εισαχθεί σ’ αυτές τις ταινίες, την ποικιλία των πιθανών συνεχειών και τις εισπράξεις τους, το είδος έχει ακόμη πολύ μέλλον μπροστά του. Προσφέρεται γι’ αυτό που το Χόλιγουντ ξέρει να κανει καλύτερα, θέαμα επικών διαστάσεων, το οποίο είναι πάντα καλοδεχούμενο με την προϋπόθεση όμως ότι παραμένει στα χέρια σκηνοθετών που το αγαπούν και αποσκοπούν πρωτίστως σε ενδιαφέρουσες ιστορίες, αντί απλώς σε διαφημιστικά παιχνιδιών.