
Κριτική σε μια άκριτη Κρητικιά από έναν μη κριτικό Κρητικό
Με αφορμή τα δύο βιβλία για την απαγωγή της Τασούλας
Πήρα και διάβασα προσεκτικά τα 2 βιβλία σχετικά με τη περιώνυμη απαγωγή της Τασούλας, Αυτό του κ. Κοντογιαννίδη, και το άλλο ,της κυρίας Ρέας Γαλανάκη.
“Τα αμίλητα βαθειά νερά”, και όσα κρύβουν μέσα τους.
Οι λόγοι του μεγάλου μου ενδιαφέροντος –εκτός της συνήθους περιέργειας για μια υπόθεση που είχε συγκλονίσει τη Κρήτη, αλλά και το πανελλήνιο, που έφτασε να γίνει ακόμη παγκόσμιο αντικείμενο περιέργειας και νοσηρής εκμετάλλευσης από τα τότε ΜΜΕ – είναι η στενή συγγένεια μου με τη Τασούλα (2η θεία μου- 1η εξαδέλφη της μάνας μου). Με την ιδιότητα αυτή έζησα από πολύ κοντά –αν και 8-10 χρονών παιδί- τα γεγονότα, και θυμούμαι πολλά κυριολεκτικά από πρώτο χέρι . Αλλά και για όσα δεν θυμούμαι άμεσα ή για όσα θα μπορούσα κι εγώ ο ίδιος να αμφιβάλλω αν λόγοι σκοπιμότητας δεν με είχαν αφήσει τότε να μάθω τη πραγματικότητα,ε ίχα πολλές φορές την ευκαιρία να συζητήσω λεπτομερώς με τη μητέρα μου, όταν πια η χρονική απόσταση από τα γεγονότα, αλλά και το γεγονός ότι εγώ εν τω μεταξύ δεν είχα απλά μεγαλώσει, αλλά κυριολεκτικά γεράσει αποδυνάμωναν όποιες σκοπιμότητες και επέτρεπαν απερίφραστες συζητήσεις και κρίσεις των τότε γεγονότων και των πρωταγωνιστών τους. Και οι συζητήσεις αυτές απλά συμπλήρωσαν με περισσότερες λεπτομέρειες αυτά που ήδη ήξερα. Επίσης μίλησα πολλές φορές με τις αδελφές μου που ήσαν σχεδόν συνομήλικες και φίλες με τη Τασούλα και είχαν άμεση επαφή μαζί της μετά την απελευθέρωση της. Και μπορώ σήμερα να μιλήσω για τα λίγα αλλά ουσιώδη που ξέρω, σχεδόν με την αυθεντικότητα ενός αυτόπτη μάρτυρα . Σημειώνω ότι οι σχέσεις μας με την οικογένεια Πετρακογιώργη, και ειδικότερα με τη Τασούλα και τις αδελφές της ήταν πολύ στενότερες από ότι απλά η τυπική συγγένεια υπαγόρευε. Η μάνα μου έπαιξε ενεργό ρόλο και ήταν μέλος της επιτροπής γυναικών που ανέβηκε στην Αθήνα και μίλησε με το πρωθυπουργό και τον Αρχιεπίσκοπο για το θέμα. Ο πατέρας μου ήταν στενός φίλος και συνεργάτης του Πετρακογιώργη ,πολύ πρίν –από προξενιά του ίδιου- παντρευτεί τη πρωτανηψιά του. Είναι ο Λαγουδιανάκης ,στη συνάντηση του οποίου με τηn Τασούλα αναφέρεται το επίδικο βιβλίο στη σελίδα 340 . Τη θυμάμαι την αφήγηση αυτής της συνάντησης από το πατέρα μου, και την ξανάκουσα πολλές φορές από τη μητέρα μου. Ίσως ήταν η πρώτη –μπορεί και η μόνη – συνάντηση μέλους της οικογενείας με τη Τασούλα, χωρίς την ενοχλητική και ύποπτη συγκαλυμμένης απειλής παρουσία κάποιου τρίτου ,ιδιαίτερα από τη πλευρά του απαγωγέα. Δυσκολεύτηκε πολύ ο πατέρας μου να επιτύχει την έγκριση των όρων αυτών . Σημειώνω την ιδιαιτερότητα της θέσης του πατέρα μου. Πρόσωπο στενής σχέσης και υψηλής ανεπιφύλακτης εμπιστοσύνης, και ταυτόχρονα όχι τόσο κοντινό όπως πχ ο πατέρας της, ώστε να μη φορτίζεται η συμπεριφορά της Τασούλας από άλλες σκέψεις και φοβίες, που πιθανόν θα την απέτρεπαν από το να πεί τι πραγματικά ήθελε να κάνει. Και θυμάμαι καλά –όχι επί λέξει- ότι του είπε ξεκάθαρα ότι όλα τα «ναι» που έχει επί ήταν από φόβο και εξαναγκασμό, και ότι, όπως είχαν έλθει τα πράγματα έπρεπε να επιδιωχθεί με κάθε τρόπο να συντομευτεί όσο γίνεται η παραμονή στη φυλακή του απαγωγέα, γιατί μόνο όταν θα ήταν ελεύθερος θα μπορούσε να ξεκινήσουν οι διαδικασίες απεμπλοκής της από τον ανεπιθύμητο γάμο. Δεν άκουσα –ή δε θυμάμαι- αν κάτι τέτοιο αποτελούσε τμήμα διαπραγμάτευσης της με τον απαγωγέα της (πχ βοήθησε με να μη μείνω φυλακή, και θα σε αφήσω να φύγεις) ,ή αν απλά ήταν δική της εκτίμηση. Τα γεγονότα όμως που ακολούθησαν επαληθεύουν τη πρώτη εκδοχή, ή τουλάχιστον δικαιώνουν την εκτίμηση της Τασούλας για τη δεύτερη. Και πάντως επιβεβαιώνουν ότι τα προβληθέντα σαν αίτια του διαζυγίου ήταν εντελώς προσχηματικά και –ίσως- προσυμφωνημένα, σαν όρος για να γλιτώσει.
Ήμουν κι εγώ εκεί, στο σπίτι της θείας μου Ευγενίας Παπαχατζάκη, στη στροφή Καστρινάκη, όταν –ελάχιστες μέρες μετά την απελευθέρωση της- ήλθε η Τασούλα –ένα ψυχικό ράκος πια , αυτή που έσφυζε από ζωντάνια-να συναντήσει τις αγαπημένες της εξαδέλφες και να τα πούνε –και μάλιστα ελεύθερα- για πρώτη φορά μετά από σχεδόν 2 χρόνια. Δεν άκουσα τις περισσότερες συζητήσεις, αλλά βίωσα το κλίμα της συνάντησης . που δεν είχε τίποτε να κάνει με την επιστροφή της … ασώτου, αλλά με το γλιτωμό της ,επί τέλους, από τη βίαιη κατοχή. Και θα μου μείνει αξέχαστος ένας μπάτσος που εισέπραξα, μαζί με ένα βλέμμα απέραντης πικρίας και θυμού, όταν –με τη παιδική μου αφέλεια θέλησα να τη πειράξω και την αποκάλεσα «κυρία Κεφαλογιάννη». Και παρ’ όλα τα ελαφρυντικά της ηλικίας, αισθάνομαι ακόμη και σήμερα την ανάγκη να της ζητήσω δημόσια συγγνώμη γι’ αυτή μου την απρέπεια.
Μέχρις εδώ ήταν η –μικρή αλλά κατηγορηματική- προσωπική μου μαρτυρία για τα γεγονότα. Μαρτυρία που διαψεύδει τη μυθοπλασία περί ρομαντικού κρυφού έρωτα, και περί δήθεν εκούσιας απαγωγής.
Όμως τα γραφόμενα από την ευφάνταστο συγγραφέα μας επιδέχονται σοβαρότατη κριτική ακόμη και από όποιον δεν έχει κάποια προσωπική γνώση από τα γεγονότα αλλά δε καταπίνει και αμάσητο ότι του σερβίρουν. Δε θα κάνω φύλλο φτερό το βιβλίο της κυρίας Γαλανάκη. Επιλεκτικά θα θίξω μερικά σημεία που τουλάχιστον προκαλούν με την «αφέλεια» της κατά τα άλλα ευφυέστατης πατριώτισσας μας συγγραφέα.
Θα αρκούσε η –προφανέστατα αληθής- παρατήρηση του δικαστή ότι μόνο ένας αφελής θα πίστευε στα σοβαρά ότι ο Κεφαλογιάννης και οι παρέα του πήγαν άοπλοι για να κάνουν την απαγωγή (σελίδα 336). Όμως η αγχίνους συγγραφέας μας το αποδέχεται άκριτα, το υιοθετεί ανεπιφύλακτα και το μεταδίδει σαν πραγματικό γεγονός και όχι έστω σαν δικονομικό ισχυρισμό που όμως δεν αντέχει κριτική. Ξεχνά βέβαια ,ότι όπως η ίδια όλο καμάρι για το αντικείμενο του θαυμασμού της, μας αποκαλύπτει ,ότι αυτός, ό μη φίλος των όπλων, ο άοπλος Κώστας Κεφαλογιάννης:
1. Πάει για μια απλή ερωτική καντάδα έξω από το σπίτι της πολυαγαπημένης του Τασούλας, και όταν ο «πεθερός» του βγαίνει να ζητήσει λίγη ησυχία ,εκείνος, όλο λεβεντιά, βγάζει το πιστόλι και το αδειάζει στον αέρα. Α, ναι, πρέπει να το αναγνωρίσομε. Στον αέρα, και όχι επάνω του! (σελίδα 59)
2. Στη πολυπεριγραφόμενη συνάντηση με την επιτροπή ,πάει οπλισμένος με ένα πολυβόλο –ούτε κάν πιστόλι. Προφανώς για να αντιμετωπίσει καμιά αρκούδα που θα μπορούσε να του επιτεθεί εκεί, στον Ψηλορείτη! (σελ. 152, και αλλού)
3. Στους 200 ένοπλους ποιμένες που δήλωσαν πρόθυμοι να τον υπερασπιστούν λέει ότι είναι αποφασισμένος να μη παραδοθεί, και αν ακούσουν ότι συνεπλάκη, να κάνουν ότι νομίζουν… (σελ 92,93)
4. Στις ενθυμήσεις του λέει: “Αποφάσισα να μη παραδοθώ, και εάν τα καταδιωκτικά αποσπάσματα ανεκάλυπταν το κρησφύγετο μας, να εξαντλήσω όλα τα πυρομαχικά και τη τελευταία σφαίρα να χρησιμοποιήσω για τον εαυτό μου» (σελ 137) (Δεν λέει που είχε υπόψη του να χρησιμοποιήσει τη … προτελευταία, αλλά υπάρχουν σχετικές μαρτυρίες ,ότι μάλλον για τηn Τασούλα τηn προόριζε)
5. Προκειμένου να μη προβάλλει νομικές (μόνο;) αντιρρήσεις στο δικαστήριο για την ακύρωση του γάμου του με τη Τασούλα, στέλνει απεσταλμένο του στον Πετρακογιώργη, να του παραγγείλει ότι να μην επιχειρήσει να στραφεί εναντίον του για την απαγωγή, «διότι τότε πλέον θα μιλούσουνε τα όπλα» (σελίδα 386)
Μετά από όλα αυτά ,πώς να πιστέψει κανείς στα … παραμύθια της Τασούλας ότι …δήθεν έλεγε «ναι σε όλα» γιατί την απειλούσαν ότι θα σκοτωθούν οι δικοί της και κυρίως ο πατέρας της . Και ότι όλοι γύρω της ήταν οπλισμένοι.
Και πώς να αμφισβητήσει τις ποικίλες διαβεβαιώσεις του απαγωγέα για το τι πραγματικά συνέβη ,όταν μάλιστα συνοδεύονται από όρκους κλπ!
Αφού μάλιστα ο Κουντόκωστας ορκίστηκε δύο φορές στο δικαστήριο , «στην τιμή μου, στην οικογένεια μου, στο Θεό, στη Πατρίδα, και στο πολυτιμότερο πού έχω, στην αγάπη της Τασούλας ,ακόμη και στη … μάντρα του», ότι δεν κρατούσε όπλο στην απαγωγή , ούτε αυτός ούτε άλλος από τη παρέα!!! (σελίδες 325 και 329)
Αλλά η κυρία Γαλανάκη πατά στέρεα στη γή. Δεν αφήνει να παρασυρθεί από παραμύθια και ιστορίες επιστημονικής φαντασίας, ότι, δήθεν, είναι δυνατόν μια κοπέλα 18 ή 20 χρονών να πεί όσα ναι θέλετε υπό την –άμεση ή έμμεση- απειλή των όπλων , και να γράψει όσα γράμματα ή τηλεγραφήματα θέλετε, με όποιο περιεχόμενο και ημερομηνία θέλετε. Ούτε μπορεί να διανοηθεί ότι μπορεί κάποιος-προφανώς αρρωστημένος εγκέφαλος- να αμφισβητήσει ότι υπάρχει τίποτε πιο φυσικό και αυτονόητο από τον να διαμαρτύρεται μια μόλις απαχθείσα κοπελλα, και επί 30 χλμ να ζητά από τον οδηγό του ταξί να σταματήσει να κατέβει, επειδή δεν κατάλαβε ότι η απαγωγή της ήταν … εκούσια, επειδή δεν αναγνώρισε τον απαγωγέα, γιατί είχε αλλάξει ρούχα !!! (σελίδα 93). Ούτε βέβαια πιστεύει στα παραμύθια του γιατρού Κριτσωτάκη (μάρτυρα υπεράσπισης του Κεφαλογιάννη) ότι δήθεν η Τασούλα δεν τον ήξερε πρίν την απαγωγή, αλλά τώρα πια τον ήθελε (σελίδα 153) (έρωτας δηλαδή με τη πρώτη ματιά –ή μάλλον δαγκωματιά!)
Η κυρία Γαλανάκη ,για να ολοκληρώσει το θεάρεστο έργο της (in cold blood θα έπρεπε να είναι ο τίτλος του-ή μήπως το δικό της «μακρύ ζεϊμπέκικο για το… Κώστα»;) συμβουλεύτηκε και ψυχίατρο για να κατανοήσει τη στάση της Τασούλας. Τι κρίμα που δε του ζήτησε να επεκταθεί και να ερμηνεύσει και στη δική της στάση, τα δικά της κίνητρα. Γιατί, αν δεν πρόκειται για ωμό κυνήγι μιας εκδοτικής επιτυχίας, τότε η υπόθεση σηκώνει πολύ νερό, και πολλές ερμηνείες. Ποιος ξέρει, ίσως μια μέρα, κάποια νεώτερη συνάδελφος της, θα θελήσει να την ψυχαναλύσει, και να εξασφαλίσει κι αυτή μια εκδοτική επιτυχία. (Προσοχή, δε μιλάω για το ότι ασχολήθηκε με την υπόθεση, αλλά ότι άκριτα και ουσιαστικά ανεπιφύλακτα υιοθέτησε απόλυτα την εκδοχή του απαγωγέα , κλείνοντας τα μάτια στις κραυγαλέες αντιφάσεις που παρουσιάζει αυτή η εκδοχή)
Α, ναι! Υπάρχει και η ελευθερία της καλλιτεχνικής δημιουργίας. Η κυρία Γαλανάκη, έντεχνα οχυρώνεται πίσω απ’ αυτή, επικαλούμενη ότι «η λογοτεχνία δε δικάζει» (σελ 7, και αλλού), και χαρακτηρίζοντας το βιβλίο της σαν μυθιστορηματικό χρονικό.
Όμως δεν είναι έτσι. Το βιβλίο δεν εμπνέεται από την υπόθεση για να δημιουργήσει ελεύθερα ένα μυθιστόρημα, με όλες τις επιφυλάξεις που θα μπορούσε να προκαλέσει ακόμη και αυτή η περίπτωση. Εμφανίζεται με αξιώσεις πλήρους ιστορικής έρευνας, να δώσει ένα ολοκληρωμένο και τεκμηριωμένο χρονικό των πραγματικών γεγονότων.
Η –άψογη λογοτεχνικά- μορφή του δεν αλλάζει την ουσία: πρόκειται για ΙΣΤΟΡΙΑ. Και υπόκειται απόλυτα σε κριτική και ευθύνη για την ορθότητα των εμφανιζομένων γεγονότων και συμπερασμάτων. Δεν αμφισβητώ ότι ανέφερε πολλές από τις αντίθετες απόψεις της πλευράς Πετρακογιώργη. Στο «δια ταύτα» όμως τις απαξίωσε πλήρως. Το αποτέλεσμα; Μια ξεκάθαρα ακούσια απαγωγή, ένας δια της απειλής βίας «εκούσιος» γάμος και όλα τα συμπαρομαρτούντα, εμφανίζονται με το ψευδεπίγραφο περιτύλιγμα μιας ρομαντικής ερωτικής ιστορίας, με το «σκληρό και πεισματάρη» Πατέρα Πετρακογιώργη απλά να αρνείται να αποδεχτεί τις «ελεύθερες» ερωτικές επιλογές της κόρης του!!!
Σήμερα η άσκησης ακόμη και μέτριας σωματικής, ή και μόνο ψυχολογικής βίας για την επίτευξη ερωτικής επαφής με τη σύζυγο –ή και μια πόρνη-, μπορεί να οδηγήσει το δράστη στο εδώλιο κατηγορούμενο για βιασμό. Το βιβλίο –και μερικοί τρίτοι υποστηρικτές του- θεωρούν μεταξύ άλλων –αναδρομικά ίσως- ότι η όλη ιστορία είναι θέμα εφαρμογής των εθιμικών νόμων –που υπερισχύουν των γραπτών. Και στο τέλος-τέλος τι έγινε! Μια απαγωγή ακόμη μέσα στις τόσες που είχαν γίνει πριν και μετά. Προς τι τόση φασαρία;
Ας μη ρωτήσομε όλους αυτούς τους ένθερμους θιασώτες των … εθιμικών δικαίων αν θα επιθυμούσαν να συμβεί κάτι παρόμοιο στις κόρες τους ή τις αδελφές τους. Ας παρατηρήσομε μόνο τι γίνεται όταν έρχεται σε δημοσιότητα το γεγονός ότι κάποιες γυναίκες στην Αφρική υποχρεώνονται σε κλειτοριδεκτομή. Ότι αλλού εξαναγκάζονται σε γάμο από παιδική ηλικία. Στη Τουρκία και αλλού (ακόμη και εδώ, ακόμη και σήμερα) ο πατέρας, ο αδελφός, ο σύζυγος σκοτώνουν -ατιμώρητα συνήθως- τη γυναίκα που «αμάρτησε». Όλα αυτά και πλείστα άλλα, σε εφαρμογή του εθιμικού δικαίου του κάθε τόπου. Αυτού που ισχύει σήμερα στο τόπο τους. Πόσες διαμαρτυρίες έχουν υπογράψει όλοι αυτοί, ή έστω πόσο έχουν αγανακτήσει για τα φαινόμενα αυτά. Μήπως το μέτρο της συνείδησης μερικών παραείναι ελαστικό;
Θα έλεγα ακόμη στην έγκριτη συγγραφέα ότι φοβάμαι ότι περιόρισε κάπως τη πληροφόρηση της σε τίτλους και παραμύθια των εφημερίδων της εποχής, και στα γραπτά κυρίως ενός «παθιασμένου με την υπόθεση» δημοσιογράφου. Αν στην ενδελεχή έρευνα της υπόθεσης της διέφυγε αυτή η λεπτομέρεια, τη πληροφορώ ότι, αμέσως μετά την επιστροφή της Τασούλας στο σπίτι της, κατέβηκε στο Ηράκλειο ο κορυφαίος έλληνας χρονογράφος τότε του Βήματος, γνωστός όχι μόνο για τη απαράμιλλη συγγραφική του δεινότητα, αλλά και για το ήθος του, την υψηλή δεοντολογία του, την ανεξαρτησία της σκέψης του και τη προοδευτικότητα του με την πιο πλατιά έννοια του όρου. Έμεινε για 15 μέρες στο Ηράκλειο και , με όλη την εμπειρία και επαγγελματικότητα του, πήρε καθημερινές πολύωρες συνεντεύξεις από τηn Τασούλα. Ζωντανές συνεντεύξεις. Όχι γραπτές απαντήσεις σε γραπτά ερωτήματα. Και άκουσε τότε από πρώτο χέρι, λεπτομερώς και ωμά, την αλήθεια για το τι ακριβώς συνέβη όλο αυτό το διάστημα.
Απότοκο της –πραγματικά σοβαρής- αυτής δημοσιογραφικής δουλειάς είναι μια σειρά από χρονογραφήματα που δημοσίευσε στο Βήμα της εποχής. Παρά το ότι στα χρονογραφήματα αυτά δεν αναφέρθηκαν (σύμφωνα με την επιθυμία της Τασούλας, από φόβο αντεκδίκησης) όλες οι λεπτομέρειες που έμαθε ο Παλαιολόγος, η ανάγνωση τους, δίδει ένα άλλο φως ,ρεαλιστικό και αντικειμενικό στα γεγονότα. (Σημειώνω και πάλι ότι τα περισσότερα και σημαντικότερα από αυτά τα γεγονότα τα ξέρω και εγώ από τις αδελφές μου ,στις οποίες τα αφηγήθηκε η Τασούλα αμέσως μετά την επιστροφή τους, αλλά και εγώ αποφεύγω να τα αναφέρω, σας διαβεβαιώνω όμως ότι είναι πολύ σκληρά και απεχθή, και ο νοών νοείτο!).
Ας βρεί και ας διαβάσει λοιπόν η συγγραφέας μας και τα ντοκουμέντα αυτά, και ας μας πει αν εξακολουθήσει να έχει τις ίδιες απόψεις. Αν πάλι τα έχει υπ’ όψη της, ας μας εξηγήσει την άποψη της που, προφανώς, την οδήγησαν στο να μη τα λάβει υπόψη της, ούτε καν να τα αναφέρει.
Τα θεωρεί διαβλητά, μη αντικειμενικά, αναξιόπιστα; Πιστεύει ότι ο πολύπειρος Παλαιολόγος πιάστηκε κορόιδο από τη ταλαίπωρη Τασούλα, και την άφησε επί 15 μέρες να τον «δουλεύει» με τα «παραμύθια» που της «επέβαλε» να λέει ο πατέρας της; Η μήπως ότι πληρώθηκε να γράψει ότι η πλευρά Πετρακογιώργη ήθελε;
Ζητώ συγνώμη για τηn κατάχρηση του χώρου σας και της φιλοξενίας σας. Όμως ,βλέπετε , κι εμένα μ’ έπνιξε το δίκιο. Όχι του Κουντόκωστα! Αυτό το υπερασπίστηκε δεόντως –ή μάλλον, πέραν από κάθε δεοντολογία- η κυρία Γαλανάκη! Αλλά της Τασούλας!

