Σημάδια φθίνουσας πορείας παρουσιάζουν, σύμφωνα με μελέτη του ΣΕΒ, η παραγωγή κλωστοϋφαντουργικών υλών και προϊόντων, η κατασκευή χαρτιού και προϊόντων του, η επεξεργασία δέρματος και κατασκευή ειδών ταξιδιού και υποδημάτων, η κατασκευή ηλεκτρικών μηχανών και συσκευών και η παραγωγή προϊόντων καπνού στη χώρα μας.

Όπως προκύπτει από το Δελτίο Ανταγωνιστικότητας του ΣΕΒ, με θέμα «Ανερχόμενοι και φθίνοντες κλάδοι της μεταποίησης στην Ελλάδα 1995-2002», χαρακτηριστικά ανερχόμενων κλάδων παρουσιάζουν η παραγωγή βασικών μετάλλων, η παραγωγή προϊόντων από μη μεταλλικά ορυκτά, οι εκδόσεις και οι εκτυπώσεις, η κατασκευή λοιπού εξοπλισμού μεταφορών, οι συσκευές ραδιοφωνίας, τηλεόρασης και επικοινωνιών, τα ιατρικά όργανα, τα όργανα ακριβείας, τα οπτικά και η ανακύκλωση.

Η μελέτη αναδεικνύει την ταχύτατη άνοδο μικρών κλάδων που ήταν σχεδόν ανύπαρκτοι στην αρχή της εξεταζόμενης περιόδου, όπως της ανακύκλωσης, καθώς και των συσκευών ραδιοφωνίας - τηλεόρασης.

Αν και οι κλάδοι αυτοί είναι πολύ μικροί και άρα εμφανίζουν εύκολα μεγάλες ποσοστιαίες μεταβολές στον όγκο και την αξία της παραγωγής τους, οι αυξήσεις αυτές είναι κατά κανόνα τόσο παρατεταμένες, ώστε δύσκολα μπορούν να αποδοθούν σε κυκλικούς παράγοντες.

Ως φθίνων κλάδος ορίζεται εκείνος ο κλάδος οικονομικής δραστηριότητας που την περίοδο 1995-2002 εμφανίζει σωρευτικά τα ακόλουθα χαρακτηριστικά: Απώλεια όγκου παραγωγής (δηλαδή έχει αρνητικό μέσο ετήσιο ρυθμό μεταβολής όγκου). Η παραπάνω απώλεια παραγωγής δεν περιορίζεται σε μικρό αριθμό ετών, αλλά διασπείρεται σε τουλάχιστον 4 από τα 7 έτη για τα οποία διατίθενται στοιχεία. Ο κλάδος δηλαδή έχει αρνητικό ετήσιο ρυθμό μεταβολής όγκου για τουλάχιστον 4 από τα 7 εξεταζόμενα χρόνια, καθώς επίσης μέσο ετήσιο ρυθμό αύξησης της αξίας παραγωγής χαμηλότερο από το μέσο ετήσιο ρυθμό αύξησης των τιμών, όπως αυτός μετριέται από τον αποπληθωριστή του ΑΕΠ.

Ως ανερχόμενος κλάδος ορίζεται εκείνος ο κλάδος οικονομικής δραστηριότητας που κατά την περίοδο 1995-2002, εμφανίζει σωρευτικά τα ακόλουθα χαρακτηριστικά: Αύξηση όγκου παραγωγής μεγαλύτερη του μέσου όρου της οικονομίας. Η παραπάνω ταχεία αύξηση της παραγωγής δεν περιορίζεται σε μικρό αριθμό ετών, αλλά διασπείρεται σε τουλάχιστον 4 από τα 7 έτη. Ο κλάδος δηλαδή έχει θετικό δείκτη σχετικού μεριδίου όγκου παραγωγής για τουλάχιστον 4 από τα 7 χρόνια, καθώς επίσης μέσο ετήσιο ρυθμό αύξησης της αξίας παραγωγής υψηλότερο από τον αντίστοιχο μέσο όρο της οικονομίας.

Η μελέτη αναδεικνύει την ταχύτατη άνοδο μικρών κλάδων που ήταν σχεδόν ανύπαρκτοι στην αρχή της εξεταζόμενης περιόδου, όπως της ανακύκλωσης καθώς και των συσκευών ραδιοφωνίας τηλεόρασης. Αν και οι κλάδοι αυτοί είναι πολύ μικροί και άρα εμφανίζουν εύκολα μεγάλες ποσοστιαίες μεταβολές στον όγκο και την αξία της παραγωγής τους, οι αυξήσεις αυτές είναι κατά κανόνα τόσο παρατεταμένες, ώστε δύσκολα μπορούν να αποδοθούν σε κυκλικούς παράγοντες.

Η χρήση της ακαθάριστης προστιθέμενης αξίας (ΑΠΑ) στη θέση της ακαθάριστης αξίας παραγωγής (ΑΑΠ) για την εκτίμηση του όγκου και της αξίας του κλαδικού προϊόντος θα οδηγούσε σε πολύ παρόμοια αποτελέσματα. Από τους επτά ανερχόμενους κλάδους (Παραγωγή βασικών μετάλλων, άλλα προϊόντα μη μεταλλικών ορυκτών, Εκδόσεις, εκτυπώσεις, αναπαραγωγή ήχου, εικόνας, Κατασκευή λοιπού εξοπλισμού μεταφορών, Συσκευές ραδιοφωνίας, τηλεόρασης, επικοινωνιών, Ιατρικά όργανα, όργανα ακριβείας, οπτικά, Ανακύκλωση) μόνο ο κλάδος της παραγωγής βασικών μετάλλων θα εξαιρούταν αν είχε χρησιμοποιηθεί το κριτήριο της ΑΠΑ.

Αντί αυτών των κλάδων, το κριτήριο της ΑΠΑ θα προσέθετε άλλους δύο κλάδους που πληρούν τις προϋποθέσεις για να χαρακτηρισθούν ως ανερχόμενοι. Συγκεκριμένα, ο κλάδος των προϊόντων διύλισης πετρελαίου εμφάνισε μέση ετήσια αύξηση ΑΠΑ σε σταθερές τιμές 8,77% (έναντι 3,15% στο σύνολο της οικονομίας) και 16,6% σε τρέχουσες τιμές (έναντι 8,13% για το σύνολο της οικονομίας). Επίσης, ο κλάδος των μεταλλικών προϊόντων (εκτός μηχανημάτων) σημείωσε μέση ετήσια αύξηση όγκου παραγωγής 3,59% και αξίας παραγωγής 8,47%.