Του Ν. Τσαγκαράκη

Δύο εξαιρετικοί λόγοι να επισκεφτείτε τον κινηματογράφο στις γιορτές, μόνοι αλλά και με τα παιδιά σας.

ΤΟ ΤΑΞΙΔΙ ΤΟΥ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΑ

LA MARCHE DE L’ EMPEREUR

Σκην.: Λυκ Ζακέ

Αφήγηση: Αφροδίτη Σημίτη, Γρηγόρης Αρναούτογλου

Ο Λυκ Ζακέ είναι ένας έμπειρος και πολυβραβευμένος ντοκιμαντερίστας φύσης που μ’ αυτή την ταινία απέκτησε πολλά λεφτά και παγκόσμια φήμη. Ποιος να το φανταζόταν ότι ένα ντοκιμαντέρ για πιγκουίνους θα γινόταν μία από τις μεγαλύτερες εισπρακτικές εκπλήξεις στην πολύ δύσκολη αγορά των Η.Π.Α. αλλά και στον υπόλοιπο κόσμο.

Το φιλμ απεικονίζει αυτό ακριβώς που περιγράφεται στον πρωτότυπο τίτλο: μια πορεία. Την πορεία των Αυτοκρατορικών Πιγκουίνων από τις θάλασσες της Ανταρκτικής προς την απέραντη κι αφιλόξενη ενδοχώρα για να αναπαραχθούν, και την επιστροφή τους στη θάλασσα. Στην Ανταρκτική η χειμερινή περίοδος διαρκεί από το Απρίλιο μέχρι το Δεκέμβριο, διάστημα κατά το οποίο οι θερμοκρασίες κυμαίνονται από -20 μέχρι -60 βαθμούς Κελσίου. Οι πιγκουίνοι αναδύονται από τη θάλασσα στην οποία μέχρι τότε περνούσαν τρεις μήνες καλοκαιριού (Ιανουάριο-Μάρτιο) και ξεκινούν την πεζοπορία με προορισμό ένα σημείο όπου ο πάγος είναι αρκετά παχύς και ασφαλής για να γεννήσουν τα μωρά τους. Εκεί παραμένουν για εννέα μήνες, ώσπου τα νεογνά να μπορέσουν να σταθούν στα πόδια τους και να επιστρέψουν το καλοκαίρι στη θάλασσα με τους ενήλικες. Οι δυσκολίες είναι πολλές και η επιβίωση όχι πάντα εξασφαλισμένη.

Το φιλμ είναι ένα επίτευγμα ίσως όχι τόσο για την καλλιτεχνικότητά του, αλλά απλώς και μόνο για την ύπαρξή του. Η απλότητά του συγκαλύπτει τον τεράστιο άθλο που απαιτήθηκε από τους συντελεστές προκειμένου να εξασφαλιστούν τα απαραίτητα πλάνα, για τα οποία πρέπει να έχει στο νου του κανείς ότι δεν υπήρχε περιθώριο διορθώσεων ή επαναλήψεων. Το συνεργείο της ταινίας χρειάστηκε να εγκατασταθεί στην Ανταρκτική καθόλη τη διάρκεια του χειμώνα, παρακολουθώντας και καταγράφοντας κάθε μέρα τη ζωή των πουλιών. Η διαμάχη των θηλυκών για ένα αρσενικό, η καταστροφή ενός αυγού από το κρύο, η αρπαγή ενός ξένου μωρού από μια μητέρα που έχει χάσει το δικό της, είναι όλα στιγμές που απαιτούν συνεχή και ακούραστη επαγρύπνηση με την κάμερα στο χέρι. Υπάρχει μόνο μία περίοδος αναπαραγωγής μέσα στο χρόνο, και κάθε ζευγάρι γεννάει μόνο ένα αυγό τη σεζόν.

Λιτότητα χαρακτηρίζει και την αφήγηση που κινείται από τη θάλασσα στην αποικία και πάλι πίσω. Εκτός από την αναπαραγωγή, η πορεία είναι το δεύτερο πιο σημαντικό στοιχείο της ταινίας. Το φιλμ απεικονίζει τη διαδρομή που πρέπει να επαναλάβουν μέσα στο χειμώνα τα αρσενικά και τα θηλυκά, για να επιβιώσουν τα ίδια και κυρίως τα παιδιά τους. Η ιστορία παραμένει συγκεντρωμένη σ’ αυτό το ταξίδι που την τροφοδοτεί με πλούσιο υλικό. Σκεφτείτε πως η μιάμιση ώρα που βλέπουμε έχει δημιουργηθεί από γυρίσματα σχεδόν ενός ολόκληρου χρόνου.

Η απόσταση ανάμεσα στη θάλασσα και την αποικία διανύεται σε 20 μέρες από τους πιγκουίνους, που στο μεγαλύτερο τμήμα της περπατάνε ενώ περιστασιακά γλιστρούν με την κοιλιά τους στον πάγο. Αυτή η απόσταση είναι εξαιρετικά κρίσιμη για την επιβίωση των ζώων γιατί η τροφή τους βρίσκεται αποκλειστικά στον ωκεανό, ενώ τα αποθέματα τροφής που ‘αποθηκεύουν’ στο σώμα τους για ώρα ανάγκης πρέπει να φυλαχτούν για τα μωρά. Αμέσως μετά τη γέννηση του αυγού, η μητέρα ξεκινά να επιστρέψει στη θάλασσα καθώς είναι ήδη 40 μέρες νηστική, κι ο πατέρας αναλαμβάνει την επώαση. Εκείνος θα αναχωρήσει για τη θάλασσα μετά την επιστροφή της μητέρας, έχοντας παραμείνει χωρίς τροφή συνολικά για 115 μέρες.

Το φιλμ δε χρειάζεται να δείξει κάτι παραπάνω από αυτή την πολύ συγκεκριμένη διαδικασία, γιατί από μόνη της είναι απίστευτη. Οι μηχανισμοί άμυνας των πιγκουίνων (σωματικές λειτουργίες, ομαδικότητα), η επιμονή κι η αυτοθυσία για τα μικρά τους είναι μνημειώδεις κάτω από τόσο δύσκολες συνθήκες και αποτελούν ένα φυσικό θαύμα.

Η εξιστόρηση γίνεται από τρία πρόσωπα που αντιστοιχούν σε καθένα από τα μέλη μιας οικογένειας πιγκουίνων επεξηγώντας την αναπαραγωγική διαδικασία από τη σκοπιά τους. Σίγουρα θα προτιμούσαμε τη ζεστή χροιά του Μόργκαν Φρήμαν (ο οποίος αφηγείται την αμερικανική βερσιόν) αλλά κι οι έλληνες αφηγητές είναι πολύ ικανοποιητικοί, ήπιοι και τρυφεροί όπως ταιριάζει σε πλάσματα σαν κι αυτά.



Η ΕΚΔΙΚΗΣΗ ΜΙΑΣ ΚΥΡΙΑΣ

CHINJEOLHAN GEUMJASSI

SYMPATHY FOR LADY VENGEANCE

Σκην.: Τσαν -γουκ Παρκ

Πρωτ.: Γιονγκ-ε Λι, Ιλ-γου Ναμ, Μιν-σικ Τσόι, Μπεϊόνγκ-οκ Κιμ

Η Γκιουμ-Τζα Λι αποφυλακίζεται υστέρα από 13 χρόνια και στήνει ένα σχέδιο εκδίκησης για τον πρώην συνεργό της σε μια απαγωγή, κύριο Μπεκ. Στην πορεία ανακαλύπτει ότι η αλήθεια για τον Μπεκ είναι πολύ πιο φρικιαστική απ’ ό,τι κι η ίδια νόμιζε.

Πρόκειται για το τελευταίο μέρος της ‘τριλογίας της εκδίκησης’ που ξεκίνησε με το «Sympathy for Mr.Vengeance» και συνεχίστηκε με το «Oldboy». Όλα τα χαρακτηριστικά του σκηνοθέτη βρίσκονται εδώ, θεματικά μοτίβα (αποφυλάκιση, ‘γονικότητα’, προδοσία), συμφωνική μουσική, φλάσμπακ κ.α., αυτή τη φορά όμως, ο Παρκ κρατάει όλη τη βία για το τέλος όταν ο Μπεκ πληρώνει αντάξια για τις πράξεις του. Στην ιστορία αποδίδεται η ανάλογη δραματική βαρύτητα χωρίς να υπονομεύεται από τις εναλλαγές και το στιλιζάρισμα, τα οποία, αντιθέτως, την προστατεύουν από μελοδραματισμούς. Ο Παρκ δε φλυαρεί εξηγώντας το παρελθόν, κι είναι χαρακτηριστική η οικονομία του σε ορισμένα σημεία, όπως όταν το κοντινό πλάνο ενός δασύτριχου αντρικού στήθους αρκεί για να αποδώσει τη σκληρή εμπειρία της Γκιουμ-Τζα όταν ήταν έφηβη. Η εξιστόρηση της σχέσης των κρατουμένων στο κελί της Γκιουμ-Τζα αποτελεί το χιουμοριστικό μέρος του φιλμ μαζί με τους θετούς γονείς -χιούμορ που ποτέ δεν αποδεσμεύεται από το θυμό και την αγανάκτηση της Γκιουμ-Τζα. Παρότι ανήκουν στην ιδία κατηγορία, οι συγκρίσεις με το «Kill Bill» είναι μάλλον αθέμιτες, αφού ο Παρκ διαμορφώνει ένα εντελώς διαφορετικό στιλ, το οποίο δεν αποκλείεται να είχε επηρεάσει τον Ταραντίνο, μια και το «Mr. Vengeance» γυρίστηκε το 2002. Πρέπει να σημειωθεί πάντως ότι και στις δύο άκρες του Ειρηνικού έχει σημειωθεί σημαντική πρόοδος στο να εμπλουτίζονται μέχρι πρόσφατα ‘ευτελείς’ τύποι ταινιών (π.χ. ταινίες πολεμικών τεχνών) με αξιόλογες προτάσεις στο ύφος και παραλλαγές στο θέμα τους. Η μόνη μικρή απογοήτευση, είναι ότι η αποκάλυψη που έρχεται στο τελευταίο 40λεπτο, δεν έχει τον ίδιο αντίκτυπο με αυτή στο «Oldboy» και συνεπώς η κορύφωση -αν και λυτρωτική- δεν έχει εξίσου δυνατή ένταση με την αντίστοιχη στην προηγούμενη ταινία.