Του Ν. Τσαγκαράκη
Το ελληνικό σινεμά προσπαθεί να μαζέψει ό,τι αφήνει πίσω του ένας 15χρονος μάγος.
Ο ΧΑΡΙ ΠΟΤΕΡ ΚΑΙ ΤΟ ΚΥΠΕΛΛΟ ΤΗΣ ΦΩΤΙΑΣ
HARRY POTTER AND THE GOBLET OF FIRE
Σκην.: Μάικ Νιούελ
Πρωτ.: Ντάνιελ Ράντκλιφ, Ρούπερτ Γκριντ, Έμα Γουότσον, Ρέιφ Φάινς, Ρόμπι Κόλτρεϊν, Μάικλ Γκάμπον, Μάγκι Σμιθ
Το Χόγκγουορτς αναλαμβάνει να διοργανώσει το Τρίαθλο Μαγείας, μια σειρά από επικίνδυνες δοκιμασίες, στις οποίες διαγωνίζονται τρεις σχολές μαγείας απ’ όλο τον κόσμο. Μπορούν να δηλώσουν συμμετοχή όσοι είναι πάνω από 16 χρονών, αλλά μόνο ένας μαθητής από κάθε σχολή θα επιλεγεί τελικά από το Κύπελλο της Φωτιάς. Όμως, για πρώτη φορά στην ιστορία, το Κύπελλο επιλέγει τέσσερις μαθητές, και το πιο παράδοξο είναι ότι ο τέταρτος απ’ αυτούς δεν είχε καν δηλώσει συμμετοχή. Πρόκειται φυσικά για τον Χάρι, που εξαιτίας ενός σατανικού σχεδίου θ’ αναγκαστεί να υποστεί τις πιο επικίνδυνες δοκιμασίες της ζωής του.
Στην τέταρτη ταινία της σειράς, ο Χάρι και οι φίλοι του, Ερμιόνη και Ρον, μπαίνουν για τα καλά στα ζόρια της εφηβείας. Η φυσιογνωμική διαφορά τους από τις προηγούμενες ταινίες γίνεται περισσότερο αισθητή, γεγονός που στην ιστορία παίζει το δικό του ρόλο ανάμεσα στους χαρακτήρες. Και οι τρεις τους αρχίζουν να νιώθουν την πρώτη έλξη για το αντίθετο φύλο, αν και αυτή είναι μάλλον κάτι πρόσκαιρο, σα δοκιμασία. Τα παιδιά δεν ξέρουν ποια είναι ακριβώς τα συναισθήματά τους, πόσο μάλλον να τα χειριστούν. Οι νεαροί ηθοποιοί έχουν πια ταυτιστεί απόλυτα με τους ρόλους και δεν απογοητεύουν ποτέ στην απόδοση των χαρακτήρων.
Αυτό που ξεκίνησε ο Κουαρόν στον «Αιχμάλωτο του Αζκαμπάν» συνεχίζεται εδώ από τον Νιούελ και προς το τέλος γίνεται ακόμη πιο έντονο. Οι δημιουργοί των ταινιών γνωρίζουν ότι οι θεατές τους μεγαλώνουν μαζί με τους ήρωες, κι ότι το ύφος των ιστοριών θα πρέπει να προσαρμόζεται στις απαιτήσεις τους ως ένα βαθμό ώστε να παραμείνουν ενδιαφέρουσες. Μ’ αυτή την ταινία, η κύρια ηλικιακή ομάδα του φιλμ παραμένει ίδια (ανήλικοι, πρώιμοι έφηβοι) αρχίζουν όμως να προστίθενται στοιχεία που τη διευρύνουν. Αυτά όχι απλώς προσελκύουν μεγαλύτερες ηλικίες, αλλά πιθανώς ν’ απομακρύνουν τις μικρότερες. Το τελευταίο μέρος του φιλμ, που αρχίζει με την είσοδο στο λαβύρινθο, προσφέρει ένα συναισθηματικά φορτισμένο και τρομακτικό περιστατικό, με την καλύτερη ερμηνεία του Ράντκλιφ και τις πιο απόκοσμες σκηνές ως τώρα στη σειρά.
Τα υπόλοιπα είναι λίγο-πολύ περιττά να τα σχολιάσει κανείς, γιατί το καταξιωμένο καστ, ο επιμελημένος και πλούσιος σχεδιασμός της παραγωγής, καθώς και η φωτογραφία για τέτοιες ταινίες είναι σταθερές που δύσκολα μένουν αναξιοποίητες, κι ο Νιούελ είναι ένας έμπειρος σκηνοθέτης που ξέρει πώς να διατηρήσει επιτυχημένη τη ‘συνταγή’. Απ’ ό,τι φαίνεται, στο «Τάγμα του Φοίνικα» που αναμένεται στις αίθουσες το 2007 τα πράγματα θα σοβαρέψουν επικίνδυνα- ευτυχώς.
Η ΧΟΡΩΔΙΑ
ΤΟΥ ΧΑΡΙΤΩΝΑ
Σκην: Γρηγόρης Καραντινάκης
Πρωτ: Γιώργος Χωραφάς, Ακύλλας Καραζήσης, Μαρία Ναυπλιώτου, Στέφανος Καραντινάκης, Δημήτρης Πιατάς
Ο Χαρίτωνας Ουλιάνωφ είναι γυμνασιάρχης σ’ ένα επαρχιακό σχολείο κατά την περίοδο της Επταετίας. Ο ερχομός του νέου τοπικού στρατιωτικού διοικητή επιφέρει αλλαγές στις συνήθειες των κατοίκων και περιορίζει την ελευθερία τους, σύμβολο της οποίας είναι ο ίδιος ο Χαρίτωνας.
Προκαλεί απορία το πώς μπορούν οι έλληνες σκηνοθέτες να παραπονιούνται για τον ‘αμερικανικό κινηματογραφικό επεκτατισμό’ κι απ’ την άλλη να κοπιάρουν τις νόρμες και το ύφος ακριβώς των γλυκανάλατων ταινιών στις οποίες εναντιώνονται (και για να εξηγηθώ, με τις οποίες εγώ τουλάχιστον δεν έχω κανένα πρόβλημα). Αυτή είναι μια κατ’ επίφαση ελληνική ταινία, που στην πραγματικότητα χρησιμοποιεί αφήγηση και διαλόγους αμερικανικού στυλ. Καταρχάς, η χιλιοϊδωμένη κεντρική ιδέα του εμπνευστή καθηγητή, που εμφυσεί το πνεύμα της δημιουργίας και γαλουχεί τα παιδιά με φιλελεύθερες αρχές μέσα από την τέχνη και συγκεκριμένα τη μουσική. Ο προοδευτικός εκπαιδευτικός που αντιτίθεται στον συντηρητικό στρατιωτικό και διεκδικούν την ίδια, πανέμορφη γυναίκα, ο μικρός προστατευόμενος του καθηγητή και οι διάφοροι ‘τρελοί’ του χωριού που βρίσκονται εκεί για τις κωμικές ανάγκες του φιλμ.
Οι περισσότερες σκηνές είναι φτιαγμένες βάσει ενός αφηρημένου προτύπου, κι όχι με την κατάλληλη αληθοφάνεια που τους αναλογεί στο σενάριο. Χαρακτηριστικά παραδείγματα, η σκηνή όπου συναντιούνται απρόοπτα στο σπίτι της Ελένης ο Χαρίτωνας, ο Δημητρίου και ο Δράκος, η παρεξήγηση με τα ροδοπέταλα στο μυαλό της Ελένης και η αποδοχή της πρότασης του Δημητρίου, η ισχνή δικαιολογία του Χαρίτωνα για ν’ αποφύγει τη δέσμευση με την Ελένη (‘είμαι πολύ μεγάλος για ν’ αλλάξω’) και η εύκολη αλλαγή στάσης της Ελένης προς το Χαρίτωνα μέσα στην ίδια σκηνή. Η διάρκεια σημαντικών στιγμών δεν αναλογεί στη σεναριακή τους βαρύτητα, ενώ υπάρχουν σημεία που δεν έχουν λόγο ύπαρξης, όπως όταν ο Χαρίτωνας κι η Ελένη προδίδονται στα μάτια του ταγματάρχη και του Δράκου, βγαίνοντας από την ντουλάπα του γραφείου χωρίς να υπάρχει ανάγκη. Η πιο προφανής αμερικανική επιρροή βρίσκεται στη μουσική, ειδικότερα στον τρόπο με τον οποίο ακολουθεί τις σκηνές και τονίζει την παραμικρή εξέλιξη μέσα τους.
Για να μην παρεξηγηθώ, δεν εννοώ ότι ολ’ αυτά δεν λειτουργούν αποτελεσματικά μεταξύ τους. Η ταινία θα είναι ευχάριστη για κάποιον που ούτως ή άλλως δεν έχει πολλές απαιτήσεις. Έχει ρυθμό, φροντισμένη παραγωγή, καλές ερμηνείες (αν και σε ελλιπείς χαρακτήρες), νοσταλγία, έναν Χωραφά που δείχνει ν’ απολαμβάνει το ρόλο όσο κι ο ίδιος ο Χαρίτωνας τη ζωή, ενώ πολύ καλός είναι επίσης ο μικρός Στέφανος Καραντινάκης στο ρόλο του Γρηγόρη.
Όμως το θέμα δεν είναι η χρήση ξενόφερτων συνταγών, πράγμα που είναι εντελώς θεμιτό, αλλά να μπορέσεις να δώσεις μια αξιόλογη παραλλαγή της συνταγής -περισσότερο πρωτότυπη και πέρα από απλώς διασκεδαστική- κι αυτό στη συγκεκριμένη περίπτωση το έκανε ήδη από πέρυσι ο Κριστόφ Μπαρατιέ με τα «Παιδιά της Χορωδίας». Σχηματοποιώντας με μια αναφορά στην ιδία την ταινία, θα μπορούσε να ειπωθεί ότι σε μια ολυμπιάδα κινηματογραφικών χορωδιών ο Καραντινάκης δε θα ‘φτανε πολύ ψηλά.

