Πόσο διαφορετικοί είμαστε; Ελάχιστα, γιατί στο βάθος όλων μας κρύβεται η ανάγκη για επαφή, που όμως ο φόβος την κάνει άτσαλη και τραυματική.

CRASH

Σκην.: Πωλ Χάγκις
Πρωτ.: Ντον Τσιντλ, Σάντρα Μπούλοκ, Μπρένταν Φρέηζερ, Ματ Ντίλον, Θάντι Νιούτον, Ράιαν Φιλίπι, Λούντακρις

Το φιλμ εκτυλίσσεται στο Λος Άντζελες τη σημερινή εποχή. Οι ζωές πολλών διαφορετικών χαρακτήρων διαπλέκονται, καθώς οι πράξεις όλων καθοδηγούνται από τα στερεότυπα που έχουν ριζώσει μέσα τους, ανεξάρτητα από τη φυλετική ομάδα στην οποία ανήκουν.
Ο Πωλ Χάγκις είναι ο βραβευμένος με Όσκαρ σεναριογράφος για το MILLION DOLLAR BABY, κι εδώ όχι μονο γράφει αλλά επίσης σκηνοθετεί για δεύτερη φορά στην καριέρα του. Το φιλμ φέρνει στο νου αρκετές προηγούμενες ταινίες που συνδυάζουν τις πολλαπλές ιστορίες με το μελαγχολικό αστικό περιβάλλον, όπως το TRAFFIC, τα 21 ΓΡΑΜΜΑΡΙΑ και το COLLATERAL. Οι ομοιότητές του με αυτή την ομάδα ταινιών αφορούν περισσότερο στο περιβάλλον των γεγονότων και το σχήμα της πλοκής, αλλα ο Χάγκις έχει φροντίσει να προσδώσει στην ταινία του λίγο περισσότερο χιούμορ και συναισθηματισμό, αν και κανένα απ’ τα δύο χωρίς τίμημα. Επίσης, το ριζικά διαφορετικό ζήτημα που απασχολεί εδώ το σκηνοθέτη και ο έξυπνος χειρισμός του, αρκεί για ν’ αποδεσμεύσει το φιλμ από υποτιμητικές συγκρίσεις με τα προηγούμενα.
Το κυρίαρχο θέμα που διατρέχει τις σχέσεις μέσα στο φιλμ είναι ο ρατσισμός. Όλοι οι χαρακτήρες ανήκουν σε διαφορετικές φυλετικές ομάδες: λευκοί, μαύροι, λατινοαμερικανοί, ασιάτες κτλ. Ο Χάγκις δημιουργεί συγκρούσεις ανάμεσά τους υποκινούμενες από στερεότυπα που όλοι μας θεωρούμε αυτονόητα για κατηγορίες ανθρώπων. Η προκατάληψη δεν αναπτύσσεται ανάμεσα σε λευκούς και αλλόφυλους, ούτε μεταξύ Αμερικανών και αλλοεθνών. Οι διαστρεβλωμένες κοινές αντιλήψεις αφορούν σε όλους τους λαούς και αναπαράγονται επίσης απ’ όλους.
Μια λατινο-αμερικανίδα και μία κινεζο-αμερικανίδα εμπλέκονται σε αυτοκινητιστικό ατύχημα και αλληλοκατηγορούνται βασισμένες σε φυλετικά χαρακτηριστικά. Η μία λέει ότι οι λατινο-αμερικανίδες δεν ξέρουν να οδηγούν, η άλλη εκμεταλλεύεται την προβληματική προφορά της Κινέζας. Και οι δύο παρολαυτά είναι αμερικανοί πολίτες.
Αν επρόκειτο για μετανάστες το πρόβλημα θα ήταν απλούστερο και όχι ιδιαίτερα πρωτότυπο, αφού η συνηθισμένη ρητορική για τα δικαιώματα των μεταναστών έχει λίγο-πολύ εξαντληθεί ως θέμα και η αντίθεση στην οποία βασίζεται είναι απλούστερη γιατί στηρίζεται στην ‘καθαρότητα του έθνους’ που εύκολα ανατρέπεται. Τι γίνεται όμως όταν ο μετανάστης έχει πλέον ενσωματωθεί; Όταν ανήκει πλέον σε κατοπινές γενιές, οι οποίες έχουν αφομοιωθεί σε τέτοιο βαθμό ώστε να μπορούν να επικαλεστούν τα πλεονεκτήματα του ‘ανάδοχου’ έθνους; Μαζί με τα πλεονεκτήματα υιοθετούν και τη συμπεριφορά του, που σημαίνει ότι το τίμημα της ταύτισης με τον ‘ανάδοχο’ είναι η ψευδαίσθηση ότι όχι μόνο έχεις καταφέρει να μπεις σ’ ένα ιδιωτικό κλαμπ, αλλα και ότι αυτοί που έμειναν απ’ έξω έπαψαν πλέον να σου μοιάζουν επειδή ακριβώς δεν κατάφεραν να μπουν. Αποδοχή δε σημαίνει ομοιογένεια, όπως διαφορετικότητα δε σημαίνει ανισότητα.
Τέτοια περίπτωση είναι αυτή του ιρανού εμπόρου που συμπεριφέρεται στον λατινο-αμερικανό κλειδαρά ακριβώς όπως έχει συμπεριφερθεί σ’ εκείνον προηγουμένως ο λευκός αμερικανός πωλητής όπλων. Ο καθένας επικαλείται τη θέση του ως αμερικανός πολίτης, αλλα τελικά ποιος έχει τα περισσότερα δικαιώματα και τι κρύβεται πίσω απ’ αυτή την επίκληση; Η πιθανή απάντηση βρίσκεται στα πρώτα λόγια που ακούγονται στην ταινία. Σε μια πόλη όπου επικρατεί ο φόβος κι η αποξένωση, ένα τρακάρισμα να είναι μια εξαναγκαστική επαφή με τον διπλανό μας. Μια υποσυνείδητη πράξη απόγνωσης που βγάζει τους ανθρώπους απ’ την απάθεια και την ξενοφοβία, ακόμη κι όταν οι ίδιοι είναι ‘ξένοι’ για κάποιον άλλο, αφού τελικά σε μια ανοιχτή κοινωνία -όπως πρέπει να είναι οι σημερινές- η εθνικότητα ως έννοια διάκρισης υποχωρεί μπροστά στην κοινή ανθρώπινη ανάγκη για ειρηνική συμβίωση και συνεργασία.
Ο μαύρος διάσημος σκηνοθέτης μένει απαθής μπροστά στη σεξουαλική παρενόχληση της γυναίκας του από τον λευκό αστυνομικό, μάλλον επειδή φοβάται ότι πιθανή αντίδρασή του ίσως προκαλέσει μεγαλύτερο κακό σ’ αυτόν και κυρίως στη σύζυγό του. Ο ίδιος θεωρεί δεδομένη την καταπίεση από τους λευκούς, κυρίως γιατί την έχει νιώσει ολ’ αυτά τα χρόνια στον επαγγελματικό του χώρο, όπως ο προϊστάμενος του αστυνομικού που θέλει ν’ αλλάξει συνάδελφο.
Πρόκειται για το συνάδελφο του αστυνομικού που παρενοχλεί τη γυναίκα του σκηνοθέτη κι ο οποίος, ως νεότερος στη δουλειά δεν νιώθει άνετα μπροστά σε τέτοιες συμπεριφορές. Ο ρατσιστής συνάδελφός του όμως του λέει ότι μέσα από το επάγγελμα με το πέρασμα των χρόνων θα συνειδητοποιήσει πράγματα για τον εαυτό του που ούτε καν τα φανταζόταν. Και δεν αργεί. Οι άνθρωποι καμιά φορά νομίζουν ότι ξέρουν τον εαυτό τους, αλλά η αλήθεια είναι ότι δεν έχουν δοκιμαστεί αρκετά για να το καταλάβουν. Ο αρχικά ρατσιστής αστυνομικός συμπεριφέρεται αδιάντροπα στην υπάλληλο του ιατρείου και παρενοχλεί σεξουαλικά με την ίδια θρασύτητα τη γυναίκα του σκηνοθέτη. Μια ανατροπή αρκεί για να εξιλεώσει τον αστυνομικό, την προκατάληψή του οποίου ούτως ή άλλως το σενάριο έχει φροντίσει να αναγάγει στην αγάπη για τον πατέρα του. Μια δεύτερη χρησιμεύει για να καταρρεύσει η ευσυνειδησία του πρωτάρη αστυνομικού και να επαληθευτούν τα λόγια του αρχαιότερου συναδέλφου του.
Μια τελευταία σκηνή μάς πηγαίνει στην αρχή του κύκλου, όταν βλέπουμε μια ομάδα παράνομων κινέζων μεταναστών να απελευθερώνεται στο κέντρο του Λος Άντζελες.
Ο ένας απ’ αυτούς μόλις βγαίνει από την κλούβα τρέχει και ‘κουλουριάζεται’ φοβισμένος στην άκρη του πεζοδρομίου, σα να αναλαμβάνει ένα φυσιολογικό πόστο για μας τους υπολοίπους που βλέπουμε κατά καιρούς αλλοδαπούς να ζητιανεύουν. Είναι το τέλος μιας πορείας και ταυτόχρονα η αρχή μιας άλλης γι’ αυτούς τους ανθρώπους. Μας θυμίζει πως όλοι έχουν ανάγκη να ενταχθούν σε μια κοινωνία αλλά ότι ίσως κάποιοι να μην το καταφέρουν. Ακόμη όμως κι όταν αυτό επιτευχθεί, θα πρέπει να προχωρήσουν λίγο παραπέρα από την απλή συμμετοχή και να δείξουν την αλληλεγγύη τους στους άλλους που προσπαθούν να επιβιώσουν κάτω απ’ τις δύσκολες συνθήκες υποτίμησης κι εξευτελισμού.