Της Σοφίας Τσεντελιέρου

Η θαλπωρή της οικογένειας, η αγάπη, η ασφάλεια, η ιατρική περίθαλψη είναι ορισμένες από τις κυριότερες ανάγκες των ηλικιωμένων. Σ’ αυτά προστίθεται η κάθε λογής δραστηριότητα με την οποία ο χρόνος θα κυλήσει δημιουργικά και ευχάριστα.

Άλλωστε, η ζωή δε σταματά όταν κάποιος έχει στις πλάτες του αρκετές δεκαετίες. Αντίθετα, μέχρι και την τελευταία στιγμή, ο καθένας μας είναι σημαντικός για τους δικούς του ανθρώπους, αλλά πολύ περισσότερο, είναι πάντα ο ίδιος άνθρωπος. Εκείνος που πριν πολλά χρόνια απέκτησε παιδιά, τα μεγάλωσε, ήταν δημιουργικός στη δουλειά του, διασκέδασε, απέκτησε φίλους.

Παρόλα αυτά το γήρας έρχεται αναπόφευκτα…Τις περισσότερες φορές συνοδεύεται από αρκετά και σοβαρά προβλήματα υγείας. Στην εποχή μας, όλο και συχνότερα όλα τα μέλη της οικογένειας έχουν υποχρεώσεις εκτός σπιτιού, με αποτέλεσμα η φροντίδα του παππού και της γιαγιάς να καθίσταται δύσκολη. Έτσι, αρκετές οικογένειες επιλέγουν να εμπιστευτούν το δικό τους άνθρωπο σε οίκους ευγηρίας. Ποιες όμως είναι οι ανάγκες των ανθρώπων που ζουν εκεί και τι σκέφτονται; Απαντήσεις σ’ αυτά επιχειρεί να δώσει η κοινωνική λειτουργός Σταυρούλα Μήλιου, η οποία έχοντας συμπληρώσει τέσσερα χρόνια εργασίας στη «Φιλική Εστία» πραγματοποίησε έρευνα, με στόχο να διασαφηνιστούν πτυχές της ζωής των ηλικιωμένων στο ίδρυμα γενικότερα. Η έρευνα διεξήχθη από το Μάιο έως και τον Ιούλιο του 2005 και έγινε με τη μέθοδο των ερωτηματολογίων, τα οποία συμπλήρωσε η κοινωνική λειτουργός με ηλικιωμένους, συγγενείς και μέλη του προσωπικού της «Φιλικής Εστίας». Σε κάθε συμπλήρωση ερωτηματολογίου τηρήθηκε το απόρρητο, αφού ήταν ανώνυμα και η συμπλήρωση έγινε μέσα στην κοινωνική υπηρεσία.

Ειδικότερα, η έρευνα απέβλεπε στο να αξιολογήσει το είδος των μέχρι τώρα παρεχόμενων υπηρεσιών, δηλαδή να εξυγιάνει κάποιες ή να προγραμματίσει εκ νέου άλλες με απώτερο σκοπό πάντοτε την ουσιαστική φροντίδα κάθε ηλικιωμένου και τη στήριξη της οικογένειάς του.

Σύμφωνα με την κυρία Μήλιου, οι άνθρωποι τρίτης και τέταρτης ηλικίας, αυτοί δηλαδή που διαμένουν στο γηροκομείο, όπως οι ίδιοι υποστηρίζουν, καθημερινά χρειάζονται πλήρες φαγητό, ασφαλή στέγη, λήψη φαρμάκων, μέτρηση δεδομένων, όπως ενδεικτικά αναφέρονται μέτρηση πίεσης και θερμοκρασίας, άλλη εξειδικευμένη νοσηλεία, παρακολούθηση από παθολόγο, επαφή με την κοινωνική λειτουργό και συμμετοχή σε δραστηριότητες με φυσιοθεραπείες αν ενδείκνυνται στο πρόβλημα υγείας που αντιμετωπίζουν.

Οι ηλικιωμένοι, στο πλαίσιο της ίδιας έρευνας, είπαν ότι στην ουσία χρειάζονται, αγάπη, επικοινωνία, ασφάλεια, ευγένεια, παρέα, φροντίδα και ενδιαφέρον.

Όσον αφορά στο λόγο που τους οδήγησε στο γηροκομείο, απάντησαν ότι ήθελαν να κάνουν παρέα με συνομηλίκους τους και να συμμετέχουν σε διάφορες δραστηριότητες. Από την άλλη πλευρά, οι συγγενείς απάντησαν ότι επειδή οι ηλικιωμένοι ταλαιπωρούνται από χρόνιες παθήσεις, οι ίδιοι δεν μπορούν να τους στηρίξουν είτε γιατί δουλεύουν όλα τα μέλη της οικογένειας, είτε γιατί έχουν ανάγκη εξειδικευμένης φροντίδας και εκείνοι δεν έχουν τις γνώσεις για να την προσφέρουν.

«Είναι γεγονός ότι, όταν τα παιδιά έχουν μικρή διαφορά ηλικίας από τους γονείς, είναι εξίσου ηλικιωμένοι, έχοντας πολλές φορές περισσότερα προβλήματα υγείας από τους γονείς τους κι έτσι δεν είναι σε θέση να τους φροντίσουν όσο χρειάζονται» τονίζει η κοινωνική λειτουργός. Σε ερώτηση με ποιο τρόπο καλύπτονται οι ανάγκες τους για επικοινωνία, ψυχαγωγία και εκτόνωση οι ηλικιωμένοι απάντησαν ότι καλύπτονται με περιπάτους, με τη συμμετοχή τους στην ομάδα, με εκδρομές και άλλες ψυχαγωγικές δραστηριότητες, με ζωντανή μουσική και χορό. Η κυρία Μήλιου αναφέρει σχετικά μ’ αυτό: «Πράγματι, οργανώνουμε πολλών ειδών δραστηριότητες με σκοπό την ψυχαγωγία και την εκτόνωση των ηλικιωμένων.

Συγκεκριμένα, καθημερινά πραγματοποιείται ομάδα συζητήσεων, κατά τη διάρκεια της οποίας οι ηλικιωμένοι επικοινωνούν μεταξύ τους, ενημερώνονται για θέματα της επικαιρότητας και αναπτύσσουν διαπροσωπικές σχέσεις.

Τακτικά γίνονται επισκέψεις από μέλη διαφόρων φορέων στο γηροκομείο, αλλά και από τα μέλη μας σε μέλη άλλων φορέων, με στόχο τον συγχρωτισμό και την επικοινωνία τους με άλλα άτομα. Γίνονται επισκέψεις σε εκκλησίες ή και μοναστήρια, με παράλληλο εκκλησιασμό, με στόχο την τόνωση του θρησκευτικού τους αισθήματος. Η συχνή επαφή τους με την εκκλησία αποτελεί το μεγαλύτερο στήριγμα στα γηρατειά τους και ενθαρρύνεται με κάθε ευκαιρία. Επίσης, διοργανώνονται συχνά εκδηλώσεις με ζωντανή μουσική και χορό με στόχο την ενθάρρυνση για κίνηση και ψυχαγωγία των ηλικιωμένων. Γενικότερα, επειδή υπάρχει ο κίνδυνος ιδρυματισμού, ειδικά όταν οι ηλικιωμένοι διαμένουν μεγάλο χρονικό διάστημα στο ίδρυμα, ως κοινωνική λειτουργός ενθαρρύνω οποιαδήποτε σημαντική ή πνευματική δραστηριότητα. Μ’ αυτόν τον τρόπο διασφαλίζεται ένα αξιοπρεπές επίπεδο διαβίωσης».

Ο ρόλος της οικογένειας

Αν και κατά την παραμονή τους στο γηροκομείο οι ηλικιωμένοι αναπτύσσουν διαπροσωπικές σχέσεις, τόσο με τους άλλους ηλικιωμένους, όσο και με το προσωπικό, ο ρόλος της οικογένειας εξακολουθεί να είναι σημαντικός.

Η καθημερινή σχέση που δημιουργείται μεταξύ της κοινωνικής λειτουργού με κάθε ηλικιωμένο μέσα από την προσωπική επαφή με τον καθένα, τις ομάδες ή άλλες δραστηριότητες, αλλά και η σχέση του με το υπόλοιπο προσωπικό, δύναται να υποκαταστήσει μέσα στην ψυχή του ηλικιωμένου την οικογένειά του, όπως λέει η κυρία Μήλιου. Ωστόσο, κανένας ηλικιωμένος, όταν ρωτήθηκε, δεν επέλεξε τη διαμονή στο γηροκομείο αντί στην οικογένειά του, αλλά η απομάκρυνσή του από αυτήν λόγω συγκεκριμένων και χρόνιων προβλημάτων υγείας, είναι ανεκτή, όταν στο ίδρυμα δημιουργούνται ισχυροί δεσμοί με τους υπόλοιπους ηλικιωμένους και το προσωπικό. Ειδικά στην περίπτωση που η οικογένεια συνεργάζεται πλήρως με το προσωπικό του γηροκομείου, ο ηλικιωμένος προσαρμόζεται ευκολότερα σε αυτό και δημιουργούνται λιγότερα προβλήματα κατά τη διαμονή του. Η συνεργασία με την οικογένεια στο ίδρυμα δεν ενδείκνυται, αλλά επιβάλλεται. Η κοινωνική λειτουργός εξηγεί ότι στην ουσία η διαμονή ενός ηλικιωμένου σε ίδρυμα κλειστής περίθαλψης, δε σημαίνει σωματική ή ψυχική απομάκρυνση από την οικογένεια, αλλά επιπλέον εξειδικευμένη φροντίδα αυτού, ναι μεν σε περιβάλλον εκτός οικογενειακής εστίας, όμως πάντα με την απόλυτη συνεργασία με την οικογένεια.

Σε ερώτηση που έγινε στην έρευνα για το ποιος είναι ο ρόλος του νοσηλευτή στο ίδρυμα, υπήρχαν διάφορες απαντήσεις όπως το να φροντίζει, να έχει ευγενική συμπεριφορά, να αφιερώνει τόσο το χρόνο όσο και τη διάθεση στους ηλικιωμένους, αλλά και να τους στηρίζει ψυχολογικά. Ο ρόλος του γιατρού αναφέρθηκε ότι είναι να αντιμετωπίζει φαρμακευτικά τις ασθένειες, να συνταγογραφεί φάρμακα, αλλά και να στηρίζει ψυχολογικά τους ηλικιωμένους. Για το ρόλο του φυσιοθεραπευτή απάντησαν ότι είναι ναι μεν να κάνει ασκήσεις κινησιοθεραπείας, αλλά ότι αυτές λειτουργούν και ψυχοθεραπευτικά.

Γίνονται δηλαδή ακόμη και αν δεν φέρνουν κανένα σωματικό αποτέλεσμα, γιατί μ΄ αυτό τον τρόπο ο ηλικιωμένος ανακουφίζεται ψυχολογικά. Στην ερώτηση ποιος είναι ο ρόλος του κοινωνικού λειτουργούν απάντησαν ότι είναι ν΄ ακούει, να κατανοεί, να συμβουλεύει, να παρηγορεί, να εξυπηρετεί, να ενημερώνει, αλλά και να στηρίζει τόσο τους ηλικιωμένους όσο και τους συγγενείς τους.

«Στην ουσία, τόσο οι ηλικιωμένοι όσο και οι συγγενείς αιτούνται από το εξειδικευμένο προσωπικό να στηρίζει ψυχολογικά όλη τη οικογένεια κατά την απομάκρυνση του ηλικιωμένου από την οικογενειακή εστία» λέει η κυρία Μήλιου και προσθέτει: «Αυτό είναι γεγονός. Στις περισσότερες των περιπτώσεων οι ηλικιωμένοι δεν είναι θύματα εγκατάλειψης από τις οικογένειές τους. Αντίθετα, οι συγκεκριμένες οικογένειες αντιμετωπίζουν τέτοια έκτακτα ή και μόνιμα προβλήματα, που η απομάκρυνση του ηλικιωμένου από το σπίτι είναι αναπόφευκτη. Δεν είναι λίγες οι περιπτώσεις οικογενειών που φροντίζουν πλήρως τον ηλικιωμένο για χρονικό διάστημα είκοσι, τριάντα ή και σαράντα ετών ακόμα και μετά από τόσο καιρό αποφασίζεται η διαμονή του στο ίδρυμα. Κάθε ίδρυμα κλειστής περίθαλψης λειτουργεί για να φροντίζει όσο το δυνατόν πληρέστερα ηλικιωμένους ανθρώπους. Ο κοινωνικός λειτουργός, αλλά και όλο το εξειδικευμένο προσωπικό καλούνται να αντιμετωπίσουν τον ηλικιωμένο και την οικογένειά του ως μοναδικές περιπτώσεις, να επιστρατεύσουν όλη την επιστημονική κατάρτιση, αλλά και την ευαισθησία τους, πάντα προς όφελός τους».

Πάντως, εκείνο που χρειάζονται περισσότερο απ’ όλα οι ηλικιωμένοι, όπως προκύπτει από την έρευνα, είναι να υπάρξει αντιμετώπιση των προβλημάτων τους, με το προσωπικό να συμπάσχει και να μην είναι συναισθηματικά αποστασιοποιημένο απ’ αυτούς. «Γιατί η καθημερινή σχέση που θα δημιουργηθεί μεταξύ του προσωπικού με τον ηλικιωμένο, αλλά και του προσωπικού με την οικογένειά του είναι αυτή που θα τους στηρίξει και θα τους βοηθήσει. Γι’ αυτό εξάλλου εναποθέτουν την τύχη τους στους ειδικούς» καταλήγει η κυρία Μήλιου.