Του Ν. Τσαγκαράκη
Ηφυλακή δεν είναι η χειρότερη τιμωρία, γιατί κάποτε η ποινή μπορεί να λήξει. Από τον εαυτό σου όμως δεν μπορείς ν’ αποδράσεις.
THE WOODSMAN
Σκην.: Νικόλ Κασέλ
Πρωτ.: Κέβιν Μπέικον, Κίρα Σέτζγουικ, Μπέντζαμιν Μπρατ
Ο Γουόλτερ αποφυλακίζεται μετά από 12 χρόνια, τα οποία εξέτισε για σεξουαλική παρενόχληση ανηλίκου. Ως βασανιστική ειρωνεία, το νέο του διαμέρισμα βρίσκεται απέναντι από ένα δημοτικό σχολείο. Προσλαμβάνεται σε μια δουλειά χάρη σε παλιότερη γνωριμία του αφεντικού με τον πατέρα του αλλά οι συνάδελφοί του δε θ’ αργήσουν ν’ ανακαλύψουν το παρελθόν του και το κλίμα στη δουλειά θα γίνει πολύ βαρύ γι’ αυτόν. Μόνο η Μαίρη-Κέι θα του συμπαρασταθεί και θα προσπαθήσει να τον βοηθήσει να βγει από το λαβύρινθό του.
Λοιπόν αυτή είναι μια πολύ ευαίσθητη ταινία, παρά το ριψοκίνδυνο θέμα της που μπορεί να αποτρέψει κάποιους από το να τη δουν. Η παιδοφιλία είναι όντως ένα περίπλοκο ζήτημα και ένα από τα θέματα το οποίο οι άνθρωποι δύσκολα δέχονται να συζητήσουν, ίσως επειδή κρίνουν ότι υπάρχει μόνο μια σωστή στάση απέναντι στους παιδεραστές κι ότι συνεπώς η θέση τους δεν είναι διαπραγματεύσιμη. Όμως η ταινία καταφέρνει να παρουσιάσει ένα βασανισμένο μυαλό, χωρίς να το δικαιολογεί, μακριά από γραφικά στερεότυπα ψυχασθενών.
Ο Γουόλτερ δεν είναι μανιακός. Σκιαγραφείται ως κάποιος που έχει μια δυσλειτουργία στο μυαλό του, την οποία δε μπορεί να ελέγξει και που τον ωθεί σε πράξεις που ύστερα μετανιώνει. Πλέον έχει φτάσει να καταλαβαίνει τη διαφορά μεταξύ της πραγματικότητας και του κόσμου που φτιάχνει στο κεφάλι του, ο οποίος ακολουθεί τη δική του λογική. Αυτή η λογική εκτίθεται στη σκηνή όπου ανακαλύπτει ότι ένας άλλος παιδεραστής παρακολουθεί το σχολείο για υποψήφια θύματα κι ο Γουόλτερ θυμάται πώς ενεργούσε αυτός καθώς και τις εξηγήσεις που κατασκεύαζε για να δικαιολογήσει τις πράξεις του στον ίδιο του τον εαυτό.
Η ταινία είναι μικρή σε διάρκεια (80 λεπτά) και στην έκτασή της δεν προσπαθεί να ρητορεύσει, ούτε να δημιουργήσει εντάσεις. Το φιλμ δε μιλάει με την πλοκή, αλλά με την απεικόνιση. Οι δύο συγκρούσεις που έχει ο Γουόλτερ με τον κουνιάδο του και με τους συναδέλφους του δε γνωρίζουν συνέχεια, ενώ στη σημαντικότερη συνάντηση του Γουόλτερ, με την αδερφή του, η κάμερα παραμένει απομακρυσμένη. Την περισσότερη ώρα βλέπουμε τον Γουόλτερ μόνο του, με διακριτική μουσική, σε σιωπηλό περιβάλλον ή μακριά από τη φασαρία, ακόμη κι όταν είναι σε εξωτερικό χώρο (εκτός από τη δουλειά). Απουσία τεχνητού φωτισμού, σαν ο Γουόλτερ να θέλει να μείνει στο σκοτάδι. Το σενάριο εκφράζει τις γνωστές απόψεις γύρω απ’ το θέμα με τους ανάλογους χαρακτήρες: τον αστυνομικό που παρακολουθεί τον Γουόλτερ, τη γραμματέα στο εργαστήριο που δουλεύει, το αφεντικό του κ.α. Όλοι υιοθετούν διαβαθμισμένα ηπιότερη ή σκληρότερη στάση απέναντι στον Γουόλτερ. Επίσης υπάρχουν οι σκηνές με τον ψυχαναλυτή του, ένδειξη της μάχης που δίνει με τον εαυτό του και τη διάθεσή του να την κερδίσει. Μάλιστα το φιλμ τελειώνει αισιόδοξα απέναντι στο πρόβλημα, με τη δήλωση του Γουόλτερ πως νιώθει με το ότι θα πάρει καιρό ώσπου να καταφέρει να γίνει ‘φυσιολογικός’. Η απορία του για την πιθανή ‘φυσιολογικότητά’ του άλλωστε έχει ήδη εκφραστεί στο μέσο της ταινίας αλλά δεν έχει οδηγήσει κάπου. Στην κατάληξη του φιλμ μας κάνει να πιστεύουμε ότι ο Γουόλτερ μπορεί κάποτε να ξεφύγει από το μπέρδεμα που βασανίζει το μυαλό του.
Το φιλμ βέβαια έχει φροντίσει να ‘αποδείξει’ εμπράκτως την επερχόμενη αλλαγή στο μυαλό του πρωταγωνιστή. Αφενός με τον ξυλοδαρμό του παιδεραστή στη γειτονιά του (και την ανεπαίσθητη επιβράβευση που κερδίζει από τον αστυνομικό), αφετέρου με τη συνομιλία του κοριτσιού το οποίο ακολουθεί στο πάρκο. Στη δεύτερη περίσταση, η εξομολόγηση του παιδιού λειτουργεί ως καθρέφτης στον οποίο ο Γουόλτερ αντικρίζει -ίσως για πρωτη φορά με τόση ειλικρίνεια- τη φριχτή πλευρά του εαυτού του.
Παρατηρήστε ότι το σενάριο δεν περιλαμβάνει ‘επικίνδυνες’ σκηνές, φαντάζομαι όχι από δισταγμό, αλλά για να μην κατρακυλήσει στη σκανδαλοθηρία. Το φιλμ δεν ενδιαφέρεται για τις πράξεις, αλλά για το διανοητικό μπέρδεμα που οδηγεί σ’ αυτές. Ο Γουόλτερ είναι ασθενής. Δεν ελέγχει τον τρόπο με τον οποίο λειτουργεί το μυαλό του, είναι σα να υπάρχει ένας άσχημος παράλληλος εαυτός τον οποίο προσπαθεί να τιθασεύσει. Το φιλμ δέχεται να του δώσει μια δεύτερη ευκαιρία, επειδή ακριβώς βλέπει ότι ο Γουόλτερ συνειδητοποιεί την κατάσταση του και αποφασίζει να παλέψει για να τη βελτιώσει.
Πρέπει μάλιστα να αναγνωριστεί, ότι αν κάποιος έλεγε μερικά χρόνια πριν πως ο Μπέικον μπορεί να αποδώσει έναν τέτοιο χαρακτήρα με τόση λεπτότητα, θα περνιόταν για τρελός. Πλέον, ο 47χρονος ηθοποιός έχει αποκτήσει δικαιωματικά την εκτίμηση κριτικών και συναδέλφων του.

