Του Γ. Παναγιωτάκη*

Είναι γνωστό ότι ο Στέργιος Σπανάκης υπήρξε ένας σημαντικός ιστορικός ερευνητής. Ενας αξιόλογος ιστοριοδίφης που με τους προβολείς της ιστορικής του έρευνας, φώτισε τη μεσαιωνική Κρήτη. Γνώστης της βενετικής διαλέκτου, έκανε τη μετάφραση πολλών εκθέσεων των Ενετών προβλεπτών του νησιού, εκδίδοντας έξι τόμους με τίτλο “Μνημεία της κρητικής Ιστορίας”.

Στο έργο αποκαλύπτονται σημαντικά ιστορικά στοιχεία της περιόδου της βενετοκρατίας και μάλιστα από πρωτογενείς πηγές.

Οι ερευνητικές προσεγγίσεις και εκτιμήσεις άλλων ιστορικών ερευνητών που είχαν καταφύγει σε διάφορες πηγές, συμπληρώνονται ή και ανατρέπονται από το έργο του Σπανάκη με την αρχειακή του αξία και την υπεύθυνη απόδοσή του. Οι διευκρινιστικές επίσης και διασαφηστικές του σημειώσεις, βοηθούν τον αναγνώστη ή τον μελετητή στον πληρέστερο ενημερωτικό κατατοπισμό τους. Αλλο αξιόλογο βιβλίο του είναι ο δίτομος τουριστικός και ιστορικός οδηγός, που συμπληρώνεται με το μνημειακής αξίας επίσης έργο του “Πόλεις και χωριά της Κρήτης”.

Είναι επόμενο λοιπόν, μέσα στην ευρύτητα του έργου του, να συνοδοιπορούν και άφθονα στοιχεία με λαογραφικό, πολιτισμικό ή άλλο ευρύτερο ενδιαφέρον, που βοηθούν και προάγουν την τοπική κυρίως έρευνα και αυτογνωσία. Οι πολυάριθμες επίσης μελέτες του με τις οποίες έχουν εμπλουτιστεί τα “Κρητικά Χρονικά”, και άλλα κρητολογικού ενδιαφέροντος περιοδικά, καθώς και ο μεγάλος αριθμός διαλέξεών του, αποτελούν αποταμιευτική κατάθεση ψυχής, αλλά και συνεχή και αστείρευτο κόπο πολλών δεκαετιών.

Στο έργο του Σπανάκη, υπάρχουν παραδόσεις με λαϊκότροπη αντίληψη και θρησκευτική απόχρωση, ιστορικά στοιχεία, λέξεις της καθομιλουμένης που έχουν βενετσιάνικη προέλευση με τις επεξηγήσεις τους, δίστιχα με σκωπτικό ή άλλο χαρακτήρα κ.α.

Κάνει ακόμα αρκετές προσθετικές, συμπληρωματικές ή διορθωτικές επεμβάσεις σε παλαιά κείμενα κρητολογικού ενδιαφέροντος.

Στο χρονικό διάστημα που έχω στη διάθεσή μου θα αποτολμήσω να αγγίξω απλά ορισμένα θέματα που εκφράζουν τις παραπάνω κατηγορίες.

Σε αναφορά Βενετού Προβλεπτή, σημειώνεται ότι ο ορθόδοξος λαός του Χάνδακα τιμά και σεμνύνεται τον δικό τους 'Αγιο, τον 'Αγιο Φραγκίσκο που την ημέρα της γιορτής του ή στις περιπτώσεις άρρωστων νεογνών προσέρχονται στη χάρη του, βάζοντας σκουφάκι, καλύπτοντας έτσι το κεφάλι του, συνήθεια άγνωστη μέχρι τότε στους Κρητικούς. Το σκουφάκι λοιπόν που φοριέται και σήμερα στο μωρό κατά τη βάφτιση, πιθανόν να έχει επικρατήσει ως έθιμο που υιοθετήθηκε από τότε. Ο Αγιος Φραγκίσκος ας σημειώσουμε ήταν μονή των Φραγκισκανών μοναχών στο Ηράκλειο, όπου ανδρώθηκε και ο συντοπίτης Πάπας Αλέξανδρος ο Ε'.

Το χωριό Σκινιάς Μονοφατσίοιυ με φυτωνυμική προέλευση, σχετίζεται με τη λαϊκή παράδοση σύμφωνα με την οποία ο σκίνος που βρισκόταν στη στέγη της εκκλησίας του Αγίου Αντωνίου, μαραινόταν όταν συνέβαιναν σφαγές ή άλλα έκτροπα από την πλευρά των Τούρκων σε βάρος των χριστιανών. Με τη λήξη των γεγονότων αυτών, ο σκίνος αποκτούσε και πάλι την προηγούμενη θαλερότητά του.

“Η Παναγία η πηγαϊδιώτισσα” που αναφέρει στη συνθήκη του ο Ανδρέας Κορνάρος και μνημονεύει ο Σπανάκης, βρίσκεται στο χωριό Θραψανός. Σε περίπτωση λοιπόν που τυχαία κάποιος έπεφτε στο πηγάδι, πλήθαινε το νερό από θαύμα, για να τον βγάλει σώο και αβλαβή. Ετσι στην Παναγία δόθηκε το προσωνύμιο πηγαϊδιώτισσα.

Ο επάργυρος σταυρός στο χωριό Σαϊτούρες Ρεθύμνου είχε τη δύναμη να θεραπεύει κάποιες κατηγορίες ασθενών και ειδικότερα τους φρενοβλαβείς και δαιμονιζόμενους. Τοποθετούσαν το σταυρό στο στήθος του ασθενή αφού πρώτα τον αλυσόδεναν, και ο σταυρός κινούμενος μόνος του έβαζε την οριζόντια διάστασή του στο στόμα του.

Τα συμπτώματα που ακολουθούσαν, δηλαδή το πρήξιμο του προσώπου και ο στοματικός αφρισμός υποχωρούσαν μετά από κάποιο χρονικό διάστημα, σημείο ότι ο ασθενής είχε γίνει καλά.

Ακολουθώντας την πληρότητα του έργου του περιηγητή Πάσλεϋ, οι μελέτες του χαρακτηρίζονται από έρευνα βάθους. Ετσι, παίρνοντας αφορμή από το υπέρθυρο της Παναγίας των Ματάλλων που τα εγχάρακτα γράμματά του λένε ΠΛΥΝΕΤΕ ΤΗΝ ΚΕΦΑΛΗΝ ΚΑΙ ΚΑΘΑΡΙΣΕΤΕ ΤΟΥΣ ΠΟΔΑΣ ΚΑΙ ΕΠΕΙΤΑ ΕΙΣΕΛΘΕΤΕ ΕΙΣ ΤΟΝ ΙΕΡΟΝ ΤΟΥΤΟΝ ΟΙΚΟΝ, ανατρέχει στην αρχαιότητα και ειδικά στο νεοπλατωνικό φιλόσοφο Ιάμβλιχο για να μας θυμίσει ότι και αυτός έλεγε: “Θύειν χρη ανυπόδητος” και “ανυπόδητος θύε και προσκύνει”.

Ερχονται στη μνήμη μου οι σοφές υποδείξεις και πολύτιμες συμβουλές του, όταν πριν 25 χρόνια είχαμε ιδρύσει το λαογραφικό μουσείο, το αρχείο αυτό του υλικού πολιτισμού στον Αγιο Γεώργιο.

Στο έργο του συναντούμε πάρα πολλές άλλες περιπτώσεις με λαϊκές δοξασίες και παραδόσεις, όπως οι γούρνες των Αγίων Παρθένων, η Παναγία η Γαλαθιανή στα Μάλλια, η Σκεπαστή, η Καλαμαύκα, ο Αγιος Ρόκκος ως προστάτης των καθολικών από την πανούκλα, οι οποίες βρίσκουν μια εκτενή και εμπερίστατη ανάπτυξη και ανάλυση.

Από πλευράς ιστορικής, μαθαίνουμε ότι τα βενετσιάνικα κανόνια που περιήλθαν στα χέρια των Τούρκων κατά την κατάληψη του Χάνδακα, εκτός από τέσσερα που άφησαν ως ενθύμημα οι Τούρκοι στους Ενετούς, ο Μωχάμετ Αλυ στην περίοδο της αιγυπτιοκρατίας στην Κρήτη, τα πήρε για να τα χρησιμοποιήσει στην κατασκευή νομισμάτων.

Είναι γνωστό ότι η αρχαιολογική σκαπάνη χτύπησε για πρώτη φορά την περιοχή της Κνωσού από το Μίνωα Καλοκαιρινό το έτος 1878, για ν' αρχίσει στη συνέχεια μια αναστατική ανασκαφική δραστηριότητα, φέρνοντας στο φως το Μινωϊκό πολιτισμό, με τους ανεπανάληπτους σε αξία θησαυρούς που αποκαλύφθηκαν. Από την έκθεση όμως του Βενετού μηχανικού Φραγκίσκου Βασιλικάτου του έτους 1630, μαθαίνουμε τις περιοχές της Κρήτης που παρουσιάζουν αρχαιολογικό ενδιαφέρον από το πλούσιο υλικό σε λείψανα, που βρισκόταν σ' αυτές. Πληροφορούμαστε ακόμα ότι το επάγγελμα της αρχαιοκαπηλίας ήταν πολύ παλιό. Στη μεταφρασμένη λοιπόν έκθεση του Βασιλικάτα διαβάζουμε: “Οι αρχαιότητες που φαίνονται σήμερα είναι πολλές, μα θα αναφέρω μόνο για τις παρακάτω που είναι ονομαστές. Και πρώτα από το ανατολικό μέρος, κοντά στη νότια θάλασσα, στο Καστέλι της Γεράπετρας, βρίσκονται πολλά κομμάτια από μαρμάρινες κολόνες, κορνίζες διαφόρων χρωμάτων και αγάλματα. Στον τόπο αυτό έσκαψαν πολλοί Εκλαμπρότατοι Διοικητές και πήραν τα ευρήματα”. Και συμπληρώνει ο Σπανάκης: “Είναι γνωστό ότι οι Βενετσιάνοι έκαναν ανασκαφές και όσα αγάλματα ή άλλα αντικείμενα έβρισκαν, τα μετέφεραν στη Βενετία, για να στολίσουν τα μέγαρά τους.

Σημερινά τοπωνύμια έχουν ιστορική την προέλευση. Ρετούρη στη βενετσιάνικη διάλεκτο σημαίνει τοπικός άρχοντας, τοπάρχης. Σε κάποια από τις πολλές κατά των Ενετών επαναστάσεις, κυρίως στα πρώιμα χρόνια της βενετοκρατίας που είχαν ορμητήριο το Οροπέδιο Λασιθίου, σκότωσαν τον τοπικό ή ενδεχομένως τον άρχοντα άλλης περιφέρειας δηλαδή τον Ρετούρης και τον έριξαν σε κάποιο σπηλαιοβάραθρο, (λατσίδα) όπως επικρατεί να λέγεται σήμερα. Από τότε στο Τζερμιάδω ακούγεται του Ρετούρη η λατσίδα.

Γαλεότοι λέγονταν οι επιστρατευμένοι εκείνοι Κρητικοί, που υπηρετούσαν ως κωπηλάτες στις γαλέρες των Ενετών και μάλιστα αλυσοδεμένοι. Μια άλλη κατηγορία που έκανε την ίδια εξαντλητική εργασία, αλλά χωρίς να είναι αλυσοδεμένοι, ήταν οι καλούμενοι Scapoli, δηλαδή ελεύθεροι από αλυσίδες. Είναι συνηθισμένη σήμερα στην κρητική διάλεκτο η λέξη ξεσκαπουλάρω και ξεσκαπουλέρνω, που σημαίνει ό,τι και το βενετσιάνικο Scapolare, δηλαδή ελευθερώνω, γλυτώνω, αποφεύγω τον κίνδυνο.

Στο έργο του διασώζονται αρκετά μυθολογικά στοιχεία, όπως μας τα παραδίνουν οι αρχαίοι μυθογράφοι. Ετσι από τα “Κρητικά” του Αντήνορα, πληροφορούμαστε ότι σμήνος μεγάλο από χαλκοειδείς μέλισσες εμφανίστηκαν στην πόλη και επιτέθηκαν στους κατοίκους της. Το κέντρισμα ήταν τόσο δυνατό και οδυνηρό που οι κάτοικοί της την εγκατέλειψαν και εγκαταστάθηκαν σ' άλλο τόπο στον οποίο έδωσαν το όνομα της δικής τους πόλης που λεγόταν Ραύκος, δηλαδή ο σημερινός Αγιος Μύρωνας.

Ο Λέντας με το περίφημο Ασκληπιείο που βρισκόταν σε ακμή κατά την Ελληνορωμαϊκή κυρίως περίοδο, δεν απέκοψε τον μυθολογικό του λώρο. Ετσι κατά την μυθολογία ένα από τα λιοντάρια που τραβούσαν την άμαξα της Ρέας απολιθώθηκε για να δώσει το όνομά του στην αρχαία πόλη Λεβήν δηλαδή το σημερινό λέοντα-Λέντα.

Στους Ηρακλειώτες είναι γνωστοί οι “Κουμπέδες” δυτικά από την πόλη. Δεν είναι όμως γνωστό ότι η περιοχή λεγόταν Σερβιλί ή Σελβιλί δηλαδή Κιπαρισσώνας, δάσος από κυπαρίσσια που διατηρούνταν και στην περίοδο της Τουρκοκρατίας.

Στα κείμενά του συναντούμε την ερμηνεία της λέξης δεκοχτούρες, που αναφέρεται σε ελαιόδεντρα της Καντάνου που σε περίοδο πλήρους ευφορίας, το κάθε δέντρο μπορούσε να αποδώσει δέκα οκτώ μίστατα δηλαδή 250 κιλά λάδι περίπου. Από κει επικράτησε το όνομα δεκοχτούρες.

Δεν λείπουν επίσης εκφράσεις που έχουν σκωπτικό χαρακτήρα, αλλά μέσα τους υπάρχει και το λαογραφικό στοιχείο.

Μα μένα η αγάπη μου πάει στο Μαλεβύζι

και πίνει μαρουβά κρασί και ροδοκοκκινίζει.

Διασώζονται μάλιστα και ορισμένες υπεροπτικές αντιλήψεις κατοίκων κάποιων ορεινών περιοχών που βλέπουν κάπως υποτιμητικά τους κατοίκους πεδινών περιοχών. Από συνομιλία δυο Σφακιανών επιβεβαιώνεται αυτό, όταν λένε: “Ατζαμπα (άραγε) να 'χουσι κι οι κατωμερίτες ψυχή; Χαντώ (νομίζω) να μην έχουσι, μα κι αν έχουσι θα ναι σαν του πουλιού!”.

Δεν είναι επίσης λίγες οι περιπτώσεις που επεμβαίνει διορθωτικά ή συμπληρωματικά ο Σπανάκης. Η λέξη Κάνεβος που αφορά το ομώνυμο χωριό της επαρχίας Αγίου Ιωάννου Ρεθύμνου, ετυμολογείται από την αιγυπτιακή πόλη Κάνωβο κατά το μεγάλο λαογράφο Παύλο Βλαστό. Ως γνώστης όμως της βενετικής διαλέκτου, ο Σπανάκης υποστηρίζει ότι η λέξη κάνεβος είναι βενετική και σημαίνει το δωμάτιο εναποθήκευσης και πώλησης κρασιού, δηλαδή τη σημερινή οιναποθήκη, κοινώς κάβα.

Και μια και μιλώ για την Κάνεβο, έρχεται στο μυαλό μου το ωραίο προτρεπτικό και συστατικό τραγούδι μιας μάνας που λέει στο γαμηλιώτη γιο της που πρόκειται να πάει σε κάποιο γάμο στην Κάνεβο.

Υγιέ μου αν πας στην Κάνωβο απού' ν' οι χαροκόποι

τήρα, διατήρα το σκαμνί τον τόπο

να καθίζεις,

με τον καλλιά σου κάθιζε και νηστικός σηκώνου,

ακέραιο να 'ναι το ψωμί το πιάτο

ν' αν αγγγίνιο.

Δείξε μου τη συντροφιά σου να σου πω ποιόις είσαι, λέει σήμερα ο λαός μας.

Ο οικισμός Λατζιμάς δεν μπορεί να ταυτιστεί τοπωνυμικά με την ιταλική λέξη La cima όπως υποστηρίζει ο λαογράφος Χρήστος Μακρής, γιατί και στην ιταλική διάλεκτο προφέρεται λακίμα και όχι λατζιμάς, που θα πρέπει να έχει σχέση με το όνομα του οικιστή ή του ιδιοκτήτη του.

Ο Σπανάκης υποστηρίζει όχι μόνο τη διατήρηση των παλαιών ονομάτων των χωριών και οικισμών της Κρήτης, τα οποία συνδέονται με διάφορα ιστορικά δρώμενα, που αποχρωματίζονται με τον τρόπο αυτό, αλλά επιμένει και στην ορθή γραφή τους. Ετσι, το χωριό Πανέθημος της επαρχίας Κισάμου, κακώς επικράτησε να λέγεται και να γράφεται Πανέθυμος, αντί του ορθού Πανεύφημος, που είναι ασφαλώς μια από τις προσωνυμίες της Παναγίας.

Το χωριό Σκιλλούς η σημερινή Καλλονή ερμηνεύεται από ορισμένους ότι έχει σχέση με το σκύλο. Το όνομα κατά τον Σπανάκη είναι φυτωνυμικό και ετυμολογείται από το γνωστό φυτό σκίλλα, που είναι η γνωστή σκιλλοκρομμύδα. Η γραφή του άλλωστε με ι και δυο λ, αποκλείει τη συσχέτισή του με το σκύλο.

Με την ερευνητικότητα τέλος τη μεθοδικότητα και την αγάπη σ' αυτό που έκανε ο Σπανάκης, διέσωσε μεγάλο αριθμό από λέξεις, τοπωνύμια, περιστατικά, πρόσωπα και καταστάσεις, ανακρατώντας τα έτσι από τον κατήφορο του αφανισμού στον οποίο τα έχουν καταδικάσει ο νεωτερισμός και η ξενομανία.

Τελειώνοντας κυρίες και κύριοι, επιτρέψατέ μου τον αυτάρεσκο λόγο, με το να σας πω ότι κάνοντας μια εργασία για λογαριασμό της Νομαρχίας Ηρακλείου που αναφέρεται στην ιστορία του Ηρακλείου και της Νομαρχίας του, βρήκα μια αίτηση του Σπανάκη αναδιφώντας τα αρχεία του Δήμου Ηρακλείου. Η αίτηση αυτή που θα σας διαβάσω, δείχνει την ποιότητα του ανθρώπου, το υψηλό ηθικό του διαμέτρημα, και το απαζάρευτο της συνείδησής του, μπροστά στην οικονομική κρίση που αντιμετώπιζε τότε.

Η αίτηση ας αποτελέσει ένα είδος μνημόσυνου στη μνήμη του.

Στην αίτηση αυτή για προφανείς οικονομικούς λόγους δεν ανταποκρίθηκε ο Δήμος. Και όταν ο αείμνηστος έκανε τη μεγάλη δωρεά στη Βικελαία Δημοτική Βιβλιοθήκη το 1993 δώρησε και τους έξι τόμους της ιστορίας του Λάμπρου.

Σας ευχαριστώ.

* To άρθρο βασίζεται στην ομιλία του συγγραφέα στο συνέδριο για το Λαϊκό πολιτισμό που έγινε στη Νεάπολη.