Δρόμους για την αντιμετώπιση της ελονοσίας, η οποία μεταδίδεται από κουνούπια και σκοτώνει ετησίως τρία εκατομμύρια ανθρώπους σε τροπικές χώρες, ανοίγονται και με τη συμβολή του Ιδρύματος Τεχνολογίας Ερευνας (ΙΤΕ). Η έρευνα που γίνεται εκεί ταυτοποίησε πρωτεΐνες του κουνουπιού που βρίσκονται σε αλληλεπίδραση με το παράσιτο (πλασμώδιο) της ασθένειας.
Δυστυχώς, όμως, τόσο οι φαρμακευτικές εταιρείες όσο και μερικά πλούσια κράτη δεν δείχνουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον για να χρηματοδοτήσουν έρευνες πάνω στις τροπικές νόσους.
Τα παραπάνω επισημάνθηκαν χθες στο περιθώριο του 2ου Διεθνούς Συνεδρίου με θέμα τη μοριακή και πληθυσμιακή βιολογία των κουνουπιών και άλλων φορέων ασθενειών, που πραγματοποιείται στην Ορθόδοξο Ακαδημία Κρήτης στο Κολυμπάρι Χανίων με χορηγό την Ευρωπαΐκή Οργάνωση Μοριακής Βιολογίας (ΕΜΒΟ).
Οι σύνεδροι προέρχονται και από τις πέντε ηπείρους. Συμμετέχουν επίσης επιστήμονες από χώρες που μαστίζονται ακόμη από τροπικές νόσους με πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα την ελονοσία.
Οπως μας είπε ο καθηγητής Γενετικής στο Πανεπιστήμιο Κρήτης και ερευνητής στο Ινστιτούτο Μοριακής Βιολογίας και Βιοτεχνολογίας του ΙΤΕ, Κίτσος Λούης, «η δική μας δουλειά στο ΙΤΕ και το Τμήμα Βιολογίας του Πανεπιστημίου επικεντρώνεται σε δύο θέματα. Το πρώτο αφορά την βιοπληροφορική και συγκεκριμένα είμαστε υπεύθυνοι, μαζί με άλλους φορείς, για μία υπολογιστική βάση δεδομένων για τα έντομα - φορείς ασθενειών. Το δεύτερο έχει να κάνει με τη μοριακή βιολογία και την κυτταρική βιολογία των σχέσεων του κουνουπιού με το παράσιτο της ελονοσίας: Το πλασμώδιο. Προσπαθούμε να δούμε πώς μπαίνει το παράσιτο στο κουνούπι και πώς αναπτύσσεται έτσι ώστε μετά από δεκαπέντε ημέρες να μπορεί το έντομο να μολύνει ανθρώπους με ένα νέο τσίμπημα».
Ο ίδιος πρόσθεσε ότι στο ΙΤΕ «γίνεται βασική έρευνα με στόχο την κατανόηση της βιολογίας του προβλήματος και πολύ απώτερο στόχο τον έλεγχο της νόσου. Εχουμε βρει ορισμένες πρωτεΐνες του κουνουπιού που αλληλεπιδρούν με το παράσιτο. Ψάχνουμε το επίπεδο στο οποίο γίνεται αυτή η αλληλεπίδραση. Εχουν γίνει άλματα αλλά ακόμη μας λείπουν πολλές γνώσεις».
Σε ερώτηση για το αν ανοίγονται δρόμοι για την καταπολέμηση της ελονοσίας και άλλων τροπικών νόσων, ο κ. Λούης, απάντησε: «Ανοίγονται δρόμοι, αλλά είμαστε ακόμη σε ένα αρκετά βασικό επίπεδο κατανόησης της βιολογίας. Ξέρουμε θεωρητικά τι θα έπρεπε να γίνει αλλά μέχρι την πράξη θα περάσουν δέκα με δεκαπέντε ή και είκοσι χρόνια.
Η ιδέα δεν είναι να εξολοθρεύσουμε τα κουνούπια. Αλλά, να τα ελέγξουμε και να ελέγξουμε την μεταφορά των παθογόνων οργανισμών. Ισως φαντάζει σαν επιστημονική φαντασία, να πει κανεις ότι θα φτιαχτούν κουνούπια που δεν θα μεταφέρουν τα παράσιτα. Αυτό, όμως, στο εργαστήριο ήδη είναι εφικτό, αλλά το να γίνει στη φύση και σε μία αχανή ήπειρο όπως είναι η Αφρική ή σε χώρες όπως η Ινδία, η Βραζιλία κ.λ.π., είμαστε πολύ μακριά. Διεθνείς Οργανισμοί όπως η Παγκόσμια Οργάνωση Υγείας υποστηρίζουν όλη αυτή την προσπάθεια. Το μεγαλύτερο πρόβλημα, όμως, είναι η έλλειψη χρημάτων γιατί η ελονοσία και οι άλλες τροπικές νόσοι αφορούν κυρίως πάμφτωχους ανθρώπους. Αρα, οι φαρμακευτικές εταιρείες και πολλά κράτη δεν ασχολούνται. Η Ελλάδα τουλάχιστον όσον αφορά τη δική μας χρηματοδότηση είναι πολύ κοντά στο μηδέν». Επίσης ο καθηγητής επισήμανε ότι προπολεμικά στην Ελλάδα «ο κόσμος πέθαινε από την ελονοσία. Η καταπολέμησή της στη χώρα μας άρχισε μετά τον πόλεμο και κάποια στιγμή αντιμετωπίστηκε πλήρως. Από τότε ξεχάσαμε την ύπαρξή της. Ομως, στον υπόλοιπο κόσμο η κατάσταση είναι διαφορετική. Στην Αφρική και στις τροπικές χώρες γενικότερα, η ελονοσία όχι μόνο είναι παρούσα, αλλά επιπλέον αυξάνεται με αποτέλεσμα να πεθαίνουν ετησίως από ελονοσία περίπου 2,5 με 3 εκατομμύρια άνθρωποι, κυρίως παιδιά». Ο ίδιος εξήγησε ότι: «η ελονοσία αλλά και άλλες τροπικές αρρώστιες όπως ο Δάγκειος πυρετός, ιστορικά έχουν καταπολεμηθεί με την καταπολέμηση των φορέων τους, των εντόμων, όπως έγινε και στη χώρα μας. Αρα, η έρευνα πάνω στα κουνούπια και στους φορείς των ασθενειών, είναι αλληλένδετη με την ιδέα της καταπολέμησης των νόσων αυτών.
Κάνουμε έρευνα για να καταλάβουμε τη βιολογία του κουνουπιού και να χρησιμοποιήσουμε αυτές τις γνώσεις στον έλεγχο και στην καταπολέμηση των νόσων».

