Του Ν. Τσαγκαράκη

O”άθλιος” κόσμος του Φρανκ Μίλερ ζωντανεύει με πιστότητα στο σελιλόιντ. Η υπερβολική αγάπη για το πρωτότυπο όμως ίσως στοιχίσει στην ανταπόκριση του κοινού.



ΑΜΑΡΤΩΛΗ ΠΟΛΗ

SIN CITY



Σκην.: Φρανκ Μίλερ, Ρόμπερτ Ροντρίγκεζ, Κουέντιν Ταραντίνο

Πρωτ.: Μίκυ Ρουρκ, Κλάιβ Όουεν, Μπρους Γουίλις, Τζέσικα Άλμπα, Ροζάριο Ντώσον, Μπενίσιο Ντελ Τόρο, Ελάιτζα Γουντ, Νικ Σταλ, Μάικλ Μάντσεν, Μπρίτανυ Μέρφι, Τζος Χάρτνετ

Για όσους δε γνωρίζουν τις καταβολές της ταινίας, αποτελεί διασκευή των ατμοσφαιρικών κόμικ του Φρανκ Μίλερ. Για την ακρίβεια, πρόκειται για μια εξαιρετικά πιστή κινηματογραφική 'μετάφραση' των ζωγραφισμένων εικόνων του Μίλερ, κι αυτός είναι ο λόγος που ο Ροντρίγκεζ αποφάσισε να του αποδώσει τον τίτλο του σκηνοθέτη, μαζί με τον ιδιο και τον φίλο του, Κουέντιν Ταραντίνο, που σκηνοθέτησε τη σκηνή με τον Όουεν και τον Ντελ Τόρο στο αυτοκίνητο. Η ταινία στηρίζεται σχεδόν εξ ολοκλήρου στην οπτική και τους χαρακτήρες της, πράγμα που δείχνει πόσο προσκολλήθηκε στο πρωτότυπο υλικό. Τα κάδρα είναι πανομοιότυπα και οι ήρωες ενσαρκωμένοι από ηθοποιούς με την κατάλληλη φυσιογνωμία. Το σενάριο περιλαμβάνει τέσσερις ιστορίες με πολλά κοινά χαρακτηριστικά. Όλες εκτυλίσσονται στην πόλη Basin City, που δικαίως έχει αποκτήσει το παρωνύμιο Sin City. Μια σκοτεινή, βροχερή, εξαθλιωμένη πόλη, γεμάτη πόρνες, διεφθαρμένους αστυνομικούς και διεστραμμένους εγκληματίες. Τουλάχιστον αυτή είναι η μοναδική πλευρά της πόλης που βλέπουμε. Δε γνωρίζουμε πώς είναι την ημέρα ή αν η ρουτίνα της είναι τόσο συνηθισμένη όσο θα περιμέναμε.

Και οι τέσσερις ιστορίες παρουσιάζουν ένα συγκεκριμένο μοντέλο γυναίκας, αλλά δύο διαφορετικά αντρών. Οι γυναίκες είναι πάντοτε πολυ σεξουαλικές, κάνουν επαγγέλματα που σχετίζονται με το σεξ, μέσω των οποίων βρίσκονται πάντα στην υπηρεσία των αντρών, ακόμη και στην περιοχή οπού οι πόρνες έχουν συνάψει συμφωνία με τους αστυνομικούς για την ανεξαρτησία τους. Οι άντρες είτε θα είναι διεστραμμένοι ανθρωποφάγοι/ παιδεραστές και διεφθαρμένοι αστυνομικοί, είτε παραδοσιακοί ιδεαλιστές που προσπαθούν να επιβάλουν δικαιοσύνη και να προστατέψουν τις ανυπεράσπιστες γυναίκες από τους τερατώδεις ομόφυλούς τους. Το φιλμ στήνει έναν καθαρά ανδροκρατικό κόσμο, οπού η σωματική δύναμη και η κοινωνική εξουσία είναι αρσενικές, ενώ η σεξουαλικότητα και η εκμετάλλευση εκπροσωπούνται από τους θηλυκούς χαρακτήρες. Οι γυναίκες είναι αδύναμες μονο σωματικά. Διαθέτουν αρκετή θέληση, ικανότητα και δυναμισμό ώστε να μπορούν να επιβάλουν τους όρους τους, εστω και κάτω από συγκεκριμένες συνθήκες. Είναι το καλύτερο που μπορούν να πετύχουν σ' έναν κόσμο οπού επικρατεί η απόλυτη διαφθορά και οι άντρες είναι μοιραίο να υπερισχύουν εξαιτίας των φυσικών τους χαρακτηριστικών. Σε γενικές γραμμές το παιχνίδι ανάμεσα στα δύο φύλα παίζεται με ζωώδεις όρους.

Το φιλμ -σκόπιμα κι επιτυχημένα- δεν ξεφεύγει ποτέ από τις στιλιστικές επιλογές του Μίλερ. Το ψηφιακό περιβάλλον παρέχει την ελευθερία στον Ροντρίγκεζ να στήσει τα πλάνα του ακολουθώντας το σχεδιασμό των κόμικ. Μονίμως σε σκληρές αντιθέσεις άσπρου-μαύρου, εξαιρουμένου του κόκκινου που ευνόητα συμβολίζει τα δύο ουσιώδη στοιχεία των ιστοριών: το σεξ και τη βία, το πάθος και το θάνατο.

Ο Ροντρίγκεζ δείχνει πόσο καλά μπορεί να σκηνοθετήσει ηθοποιούς των οποίων οι υποκριτικές ικανότητες μέχρι τώρα αμφισβητούνταν. Ένας απ' αυτούς είναι ο Τζος Χάρτνετ που ως τώρα δεν έδειχνε ότι μπορεί να ξεφύγει από τον τύπο του νεαρού καρδιοκατακτητή. Εδώ εμφανίζεται λίγο αλλά αρκετά για να μας πείσει ότι θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει την ομορφιά του για να σκοτώσει μια γυναίκα -και δε μιλάω καθόλου μεταφορικά.

Αυτός που δίνει ίσως τον καλύτερο χαρακτήρα του έργου είναι -ειρωνικά- ο λιγότερο αναγνωρίσιμος. Ο Μίκι Ρουρκ κανει μια από τις καλύτερες εμφανίσεις της καριέρας του ως Μαρβ που ψάχνει να εκδικηθεί την ερωμένη του. Τεράστιος, άσχημος και κουρελιασμένος -φανταστείτε μια παρακμασμένη εκδοχή του Hulk- ατρόμητος κι ανελέητος μπροστά σε οποιοδήποτε εμπόδιο και αντίπαλο προκειμένου να εκδικηθεί το θάνατο της Γκόλντι, που καταδέχτηκε να κοιμηθεί μαζί του παρά την ασχήμια του και να του χαρίσει την καλύτερη βραδιά στη ζωη του. Η αφήγηση είναι μία από τις ιδιαιτερότητες της ταινίας που κάνουν την ατμόσφαιρα πιο 'βαριά' και μελαγχολική. Η φωνή του Ρουρκ βρίσκει την ιδανική χροιά και φτιάχνει τον πιο απολαυστικό χαρακτήρα απ' όλους. Η πιστότητα της μεταφοράς είναι το μεγαλύτερο επίτευγμα της ταινίας, αλλά κατά τη γνώμη μου αποτελεί ίσως και το σοβαρότερο μειονέκτημά της στην προσπάθειά της να προσεγγίσει το κοινό. Αφενός εγείρεται το ερώτημα της αναγκαιότητας μιας τόσο πιστής μεταφοράς, όταν το ίδιο το πρωτότυπο υλικό είναι εξαιρετικό από μόνο του. Όποιο κι αν ήταν το κινηματογραφικό αποτέλεσμα, τα κόμικ δε θα έχαναν ούτε θα κέρδιζαν στην ήδη έξυπνη μορφή κι εκτέλεσή τους. Ευτυχώς, η κινηματογραφική απόδοση είναι επιτυχημένη αλλά ποιον αφορά; Το σενάριο δε μπαίνει στον κόπο να συστήσει τους ήρωες και να ακολουθήσει μια εύκολη τροχιά γνωριμίας μ' αυτούς. Οι καταστάσεις είναι σκληρές και δεν προσφέρουν τις ηρωικές διεξόδους που αναζητά το μεγάλο κοινό. Ολ' αυτά προσωπικά δε μ' ενοχλούν καθόλου, απλώς προσπαθώ να πως ότι ο περισσότερος κόσμος ίσως χρειαστεί μεγαλύτερη προσπάθεια για να 'μπει' στον κόσμο του Μίλερ, πόσο μάλλον να τον αγαπήσει.

Έτσι απομένουν μόνο οι λίγοι πρόθυμοι να γνωρίσουν έναν επιβλητικά βρώμικο, αρρωστημένο κόσμο με κάποιους απελπισμένους εναπομείναντες 'ιππότες' που παλεύουν για να περιορίσουν την εκμετάλλευση των ανίσχυρων από τους εξουσιαστές, αφού ξέρουν ότι δε μπορούν να την εξαλείψουν τελείως.



Ο ΧΡΟΝΟΣ ΠΟΥ ΚΥΛΑ

LES TEMPS QUI CHANGENT



Σκην.: Αντρέ Τεσινέ

Πρωτ.: Ζεράρ Ντεπαρντιέ, Κατρίν Ντενέβ, Ζιλμπέρ Μελκί, Μαλίκ Ζιντί

Ο Αντουάν είναι αρχιτέκτονας που αναλαμβάνει σκόπιμα ένα έργο στην Ταγγέρη, με απώτερο σκοπό να ξαναβρεί τη γυναίκα με την οποια έζησε το μεγαλύτερο έρωτα της ζωής του πριν 30 χρόνια.

Ο Τεσινέ καταφέρνει να δώσει μια πολύ προσγειωμένη εκδοχή του γνωστού ρομάντζου μεταξύ εραστών που επανενώνωνται μετά από πολλά χρόνια. Ο ρομαντισμός του Αντουάν μπλοκάρεται από το ρεαλισμό της Σεσίλ, που αν και αναστατωμένη, αργεί να δεχτεί ότι κάτι θα μπορούσε να ξαναρχίσει μεταξύ τους. Η Ντενέβ δεν υπαναχωρεί ποτέ, ούτε ακόμη κι όταν δέχεται τελικά να κοιμηθεί με τον Αντουάν. Τα λόγια της κι η εκφορά τους δε χάνουν ποτέ τη λογική τους, ακούγονται μονίμως φοβερά υπολογισμένα κι επεξεργασμένα στο μυαλό της. Η ψυχραιμία με την οποια η Σεσίλ δέχεται και χειρίζεται τις καταστάσεις ακολουθείται από το ιδιο το φιλμ, που απορρίπτει εντελώς τη ρομαντική μουσική και κόβει απότομα μεταξύ σκηνών, με χαρακτηριστικότερη απ' όλες τη σκηνή όπου οι δύο εραστές κοιμούνται μαζί για πρώτη φορά μετά από πολλά χρόνια, αλλά εμείς όχι μόνο δε βλέπουμε τίποτα, αλλά το πέρασμα στην επόμενη σκηνή είναι τόσο απότομο, λες και το φιλμ αδιαφορεί παντελώς για τα συναισθήματά τους.

Ο κινηματογραφικός χειρισμός του σεναρίου είναι σχεδόν κυνικός, ώστε η κατάληξη της ταινίας να μοιάζει βεβιασμένη και αταίριαστη. Ο Νατάν πολύ βολικά προετοιμάζεται απ' την αρχή ως αδιάφορος και κουρασμένος σύζυγος, έτσι που η τελική ρύθμιση των σχέσεων από το σενάριο να είναι μεν δικαιολογημένη, πολύ εύκολη δε. Ο Τεσινέ μπορεί να μην κανει μελοδραματικές παραχωρήσεις, αλλά όπως και να 'χει, η πλοκή σε προετοιμάζει για κάτι διαφορετικό.

Μιλώντας για την πλοκή, αυτή δεν ασχολείται μονο με το ειδύλλιο των δύο πρώην εραστών, αλλά αναπτύσσει δύο ακόμη μικρότερες υπό-πλοκές, των οικογενειακών σχέσεων της Σεσίλ και της ερωτικής ζωής του αμφιφυλόφιλου γιου της, Σαμί. Η κρίση μεταξύ των δύο αδερφών δε διασαφηνίζεται επαρκώς, αλλά έχει ενδιαφέρον η αντιμετώπιση της αμφιφυλοφιλίας του Σαμί όχι τόσο από το ίδιο το φιλμ όσο από την οικογένειά του. Δυστυχώς το σενάριο δεν έχει χρόνο να εξερευνήσει τη σεξουαλικότητα του Σαμί, αρκούμενο στο διαχωρισμό μεταξύ σεξ/αγάπης για να εξηγήσει τη συμπεριφορά του προς τα πρόσωπα που τον ελκύουν. Παρουσιάζει όμως μια πολύ πιο ψύχραιμη αντιμετώπιση από τους γονείς -ειδικά από τον πατέρα, σε αντίθεση με ότι συμβαίνει στις ελληνικές απεικονίσεις της ομοφυλοφιλίας.

Ίσως το εξυπνότερο σχόλιο του φιλμ αφορά τη μετανάστευση. Βλέπουμε πολλούς απ' αυτούς να έχουν εγκατασταθεί σε μια απόκρημνη ακτή της Ταγγέρης περιμένοντας να περάσουν στην Ευρώπη. Μια τοποθεσία που συνήθως θα χρησιμοποιούταν αποκλειστικά ως ρομαντικό τοπίο όπου το ζευγάρι θα εξομολογούταν τα συναισθήματά του, εδώ είναι σα να δηλώνει κυνικά ότι την ώρα που κάποιοι ζουν το ερωτικό τους 'δράμα', άλλοι δεν ξέρουν αν και πού θα ζήσουν το επόμενο πρωινό. Ο έρωτας για τον Τεσινέ δεν εκτυλίσσεται στο μικρόκοσμο της ρομαντικής τυπολογίας αλλά στον πραγματικό κόσμο, και γι' αυτό δε μπορεί να αγνοήσει τα προβλήματά του.